Νόμπελ Οικονομίας 2013: Η κυριαρχία των χρηματοοικονομικών

Standard

 του Κώστα Μελά

6a melasΗ αρμόδια για το Νόμπελ Οικονομίας Σουηδική Επιτροπή επέλεξε να δώσει το φετινό βραβείο σε τρεις ακαδημαϊκούς για τις εμπειρικές τους εργασίες στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού, κυρίως όσων βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση στις χρηματιστηριακές αγορές: τον Eugenio Fama και τον Lars Peter Hansen του Πανεπιστημίου του Σικάγο και τον Robert Shiller του Χάρβαρντ. Η απόφαση προξενεί ενδιαφέρον, για τρεις τουλάχιστον λόγους.

Πρώτον, διότι η επιλογή αφορά εμπειρικές εργασίες του κλάδου των χρηματοοικονομικών, και όχι της καθαρής θεωρητικής οικονομικής. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται να τιμηθεί η εφαρμοσμένη επιστημονική έρευνα, σε πλήρη αντιστοίχηση με την ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης, κυρίαρχου χαρακτηριστικού της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.

Δεύτερον, διότι ο συγκεκριμένος επιστημονικός κλάδος, παρότι βρίσκεται τα τελευταία έτη στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας λόγω της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όχι μόνο δεν έχει οδηγήσει σε επίλυση των προβλημάτων, για τα οποία τιμάται, διαμέσου της διεύρυνσης της θετικής ευρετικής –για να χρησιμοποιήσουμε έναν λακατιανό όρο ο οποίος επί της ουσίας υποδηλώνει την πρόοδο εντός του συγκεκριμένου ερευνητικού προγράμματος—αλλά, αντιθέτως, έχει πολλάκις διαψευσθεί (διαπιστώνεται αρνητική ευρετική) και ουσιαστικά έχει προκαλέσει αλλεπάλληλες κρίσεις στο οικονομικό σύστημα. Συνέχεια ανάγνωσης

H τρίχα, η τριχιά, ο λαγός και το Νόμπελ Οικονομίας

Standard

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Το διπλό μυστικό", 1927

Αν το Νόμπελ του Χριστόφορου Πισσαρίδη κρινόταν από το άρθρο «Προτάσεις για μια νέα αναπτυξιακή στρατηγική», που μαζί με άλλους έγραψε στην Καθημερινή, και του το έδιναν, αυτό θα ήταν ισχυρός λόγος για αμφισβητήσει κανείς το κύρος του βραβείου, και μαζί μ’ αυτουνού και το κύρος του νομπελίστα Στίγκλιτς, τον οποίο ο πρωθυπουργός μας έχει ανακηρύξει σύμβουλό του. Γιατί το χαρακτηριστικό αυτού του άρθρου δεν ήταν οι «ακραίες» προτάσεις, όπως έγραψε η Ελίζα Παπαδάκη στα «Ενθέματα» της 17ης Οκτωβρίου, αλλά η ασχετοσύνη. Παραδείγματος χάριν, όταν γράφει ότι οι υπάλληλοι του Δημοσίου πρέπει να μειωθούν στις 700.000, όσοι δηλαδή βρέθηκαν να είναι όλοι οι παντοιοτρόπως μισθοδοτούμενοι από το δημόσιο, δεν μπορούμε να τον πάρουμε στα σοβαρά. Διότι στο καφενείο δικαιολογείται να αναμασάς τα περί 1.100.000 δημοσίων υπαλλήλων, έστω και τόσο σύντομα μετά την απογραφή –το μόνο που σε απειλεί εκεί είναι η καζούρα–, όχι όμως όταν διεκδικείς ακαδημαϊκό κύρος. Ούτε δικαιολογείται να υπόσχεσαι πως, αν μειωθούν οι φόροι επί των κερδών στο 10%, «όπως στην Κύπρο», η Ελλάδα σε 10 χρόνια θα έχει τη «ζηλευτή» ευημερία της Ολλανδίας. Βλέπεις, η Ολλανδία οικοδόμησε την ευημερία της με σχετικά υψηλή φορολογία — 62% ανώτατο συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα και 35% για τις Ανώνυμες Εταιρείες, συν 25% για τα διανεμόμενα. Ακόμα και τώρα, μετά την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και τις μειώσεις των άμεσων φόρων, η φορολογία εκεί είναι σημαντικά υψηλότερη από της Ελλάδας.

Ωστόσο, από ένα άρθρο σε εφημερίδα δεν μπορούμε να κρίνουμε τη θεωρητική επίδοση για την οποία ο Πισσαρίδης βραβεύτηκε, και η Ελίζα Παπαδάκη έχει από αυτή την άποψη δίκιο να επικρίνει όσους επικριτές περιορίστηκαν σε αυτού του είδους την εύκολη κριτική του «συμπατριώτη μας», όπως λέει — αν κι εγώ είχα την εντύπωση πως δεν τα καταφέραμε όταν πήγαμε να προσαρτήσουμε την Κύπρο. Το δίκιο της θα ήταν μεγαλύτερο, αν αναρωτιόταν για ποιον λόγο ο Πισσαρίδης και οι άλλοι διακινδυνεύουν το ακαδημαϊκό τους κύρος γράφοντας τέτοιου είδους ανοησίες σαν το άρθρο στην Καθημερινή, κι επίσης αν το σημείωμά της δεν περιείχε ορισμένες ανακρίβειες. Δεν είναι αλήθεια, π.χ., ότι η νεοκλασική θεωρία της ισορροπίας στην αγορά εργασίας κυριαρχούσε μέχρι τη δεκαετία του 1970. Ήδη από τον Ότ, βέβαια και πιο πριν, από τον Κέυνς, κι ακόμα πρωτύτερα, πριν εμφανιστούν οι νεοκλασικοί, από τον Μάλθους, είχαμε μάθει ότι στις αγορές επικρατεί ανισορροπία και αδιαφάνεια — αυτό μάλιστα τις χαρακτηρίζει. Ακόμα, η υψηλή ανεργία στη μεταπολεμική Ελλάδα δεν ήταν εξαίρεση στην Ευρώπη, όπως υπαινίσσεται η Ε.Π. –δες π.χ. τις εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από την Ιταλία–, ούτε πριν από την πρόσφατη κρίση οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν καταγράψει πλήρη απασχόληση. Η δικαιολογία, ας πούμε, για τις αλλαγές στη γερμανική αγορά εργασίας (που θεμελιώθηκαν θεωρητικά με τη θεωρία της αναζήτησης, για την οποία βραβεύτηκαν οι Ντάιμοντ, Μόρτενσεν και Πισσαρίδης ή NMP, όπως αποκαλούν το θεωρητικό τους υπόδειγμα), της περίφημης «Ατζέντα 2010» της κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών/Πράσινων, ήταν η υψηλή ανεργία. Η πολιτική αυτή απέτυχε παταγωδώς, και η αποτυχία ήταν μια από τις βασικές αιτίες της ήττας τους στις εκλογές. Εξάλλου, μεγάλο μέρος της μείωσης της ανεργίας σε ευρωπαϊκές χώρες οφείλεται σε στατιστική λαθροχειρία. Το τμήμα εργατικής πολιτικής του κόμματος της Αριστεράς στη Γερμανία ανακοίνωσε την περασμένη Πέμπτη –παραθέτοντας μάλιστα και τις κατηγορίες ανέργων που εξαιρέθηκαν– ότι το Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Εργασίας απέκρυψε κοντά 1,1 εκατομμύρια ανέργους, προκειμένου να εμφανίσει αριθμό ανέργων μικρότερο των 3 εκατομμυρίων. Σημειωτέον ότι τμήμα αυτής της (προφανώς αναξιόπιστης) κρατικής υπηρεσίας είναι και το ΙΑΒ, τη μαρτυρία του διευθυντή του οποίου υπέρ των βραβευμένων αναφέρει η Ελίζα Παπαδάκη.

Συνέχεια ανάγνωσης