Παρίσι: Η μέρα μετά

Standard

συνέντευξη του Φαμπιάν Περιέ

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στη γαλλόφωνη διαδικτυακή έκδοση της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης GrèceHebdo (www.grecehebdo.gr), στις 20.11.2015. (www.grecehebdo.gr, FΒ: www.facebook.com/Grecehebdo Twitter: @Grecehebdo. Τη συνέντευξη πήραν η Μαγδαληνή Βαρούχα και ο Κώστας Μαυροειδής.

μετάφραση από τα γαλλικά: Μαγδαληνή Βαρούχα

Μετά τις επιθέσεις της 13ης Νοεμβρίου, ποιες είναι οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι για τις πολιτικές της Γαλλίας;

4 gia fabienΤο απόγευμα του Σαββάτου, μια μέρα μετά τις επιθέσεις, είδα στη λεωφόρο Richard Lenoir ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Νέοι βορειοαφρικανικής καταγωγής –οι ίδιοι χαρακτήρισαν τον εαυτό τους έτσι– ήρθαν να εκφράσουν τη θλίψη τους για τα θύματα, και παράλληλα να πουν ότι δεν θέλουν να τους συγκρίνουν με τους τρομοκράτες ούτε να τους αντιμετωπίζουν σαν τζιχαντιστές από τη Δευτέρα το πρωί. Ήταν εκεί και διατύπωναν τα επιχειρήματά τους, όταν κάποιοι άλλοι περαστικοί τους ζητούσαν να είναι ήσυχοι καθώς βρίσκονταν σε έναν τόπο πένθους και περισυλλογής. Αλλά τι σημαίνει πένθος χωρίς σκέψη; Είναι το συναίσθημα ο μόνος καλός οδηγός; Αυτοί οι νέοι ήταν εκεί για να συζητήσουν — ήθελαν διάλογο με επιχειρήματα. Αναφέρθηκαν στις πωλήσεις όπλων, τις πολιτικές ενσωμάτωσης, τον σεβασμό των θρησκειών στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα, τον χαρακτήρα του κοσμικού κράτους. Ήθελαν να καταγγείλουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ρατσισμού, που μπορεί να γίνει ένα εύκολο αντανακλαστικό σε μια χώρα όπου η άκρα Δεξιά επενδύει στην κοινωνική δυστυχία, τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων (το «κοινωνικό χάσμα» διαρκώς διευρύνεται στη Γαλλία), τα πολιτικά ψέματα (πόσες υποσχέσεις του υποψήφιου Ολάντ πράγματι υλοποιήθηκαν από τον Πρόεδρο Ολάντ;), την ξενοφοβία. Συνέχεια ανάγνωσης

O δεύτερος βασανισμός του Ουαλίντ Ταλέμπ

Standard

«Να σιχαίνεσαι το ψωμί που τρως»

του Γιάννη Χατζηδημητράκη

Φωτογραφία του Γιάννη Νικολόπουλου (από το άρθρο του «Βυτίου» «Ουαλίντ Τάλεμπ» στο thecricket.gr, 4.3.2015)

Φωτογραφία του Γιάννη Νικολόπουλου (από το άρθρο του
«Βυτίου» «Ουαλίντ Τάλεμπ» στο thecricket.gr, 4.3.2015)

«Δεν είναι δικό σου το παιδί;» «Τι προβλέπει η θρησκεία σου για τους άπιστους;» «Μια χαρά σε βλέπω να κόβεις βόλτες».  Με την υποβολή τέτοιων ερωτήσεων ολοκληρώθηκε την περασμένη Τρίτη η  «επανάληψη» των βασανιστηρίων του Ουαλίντ Ταλέμπ. Σε δύο πράξεις: μετά την κατάθεση και περιγραφή των βασανιστηρίων τα οποία υπέστη, αυτή τη φορά σειρά είχε η εξέτασή του από την υπεράσπιση. Εξέταση εξαντλητική, προκλητική, που προσέβαλε πολλές φορές την κατάσταση της υγείας, την υπόληψη, την οικογένεια και την θρησκεία του Ουαλίντ. Μια ρατσιστική εξέταση από την υπεράσπιση ενός ρατσιστικού εγκλήματος. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα και το αυτονόητο savoir vivre των δικαστικών αιθουσών –το να απευθύνεται κάποιος στον μάρτυρα στον πληθυντικό– κατακτήθηκε μόνο χάρη στην πίεση και τις πολλαπλές παρεμβάσεις των δεκάδων αλληλέγγυων που είχαν κατακλύσει την αίθουσα.  Ούτε είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο συνήγορος αποκάλεσε τον μάρτυρα κατηγορούμενο — για κάποιους, φαίνεται, ότι οι απόκληροι αυτού του κόσμου έχουν θέση στα δικαστήρια μόνο ως κατηγορούμενοι, ποτέ ως κατήγοροι. Συνέχεια ανάγνωσης

Στη χώρα του Χρήματος και του Φόβου

Standard

Το ελβετικό Όχι στη μετανάστευση-1

 του Ντάβιντ Νάουερ

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Παλιότερα αφίσα του SVP κατά της μετανάστευσης

Παλιότερα αφίσα του SVP κατά της μετανάστευσης

 Όταν μια χώρα πηγαίνει καλά, αυτό συνήθως μπορείς να το δεις. Πάρτε για παράδειγμα τη Ζυρίχη. Η πόλη έχει αλλάξει τόσο τα τελευταία (λίγα) χρόνια που ολόκληρα τμήματά της είναι σχεδόν αγνώριστα. Καινούριες γειτονιές με κομψά διαμερίσματα έχουν ξεπηδήσει από το πουθενά. Πανύψηλα κτίρια γραφείων έχουν ξεπεταχτεί. Τα καταστήματα, τα εστιατόρια και τα μπαρ είναι γεμάτα, παρότι μια μπύρα μπορεί να κοστίζει μέχρι και έξι ελβετικά φράγκα (πέντε ευρώ). Ο κόσμος έχει λεφτά. Οι ειδικοί ομονοούν στην άποψη ότι αυτή η ευμάρεια είναι προϊόν της δικτυωμένης ελβετικής οικονομίας. Η χώρα έχει κερδίσει αφάνταστα από τα ανοιχτά της σύνορα και από την εισροή ειδικευμένων ξένων εργαζομένων. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο κυριότερος εμπορικός εταίρος της.

Μια αντιφατική αυτοεικόνα. Πώς εξηγείται λοιπόν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για τον περιορισμό της εισροής μεταναστών από χώρες της Ε.Ε.; Ένας σημαντικός λόγος είναι η αντιφατική αυτοεικόνα των Ελβετών. Η Ελβετία βλέπει τον εαυτό της ως ένα έθνος σμιλευμένο από τη θέληση των ανθρώπων του — μιας κοινότητας που αποφάσισε να ενωθεί και να δημιουργήσει ένα κράτος. Η αλήθεια όμως είναι ακριβώς η αντίθετη: το ελβετικό κράτος δεν ήταν αποτέλεσμα καμίας θέλησης. Οι περιοχές της Ελβετίας δεν ενώθηκαν επειδή εισάκουσαν την εσωτερική τους επιθυμία να το κάνουν. Η συλλογιστική τους ήταν μάλλον πιο βάναυση: οι γερμανόφωνες περιοχές δεν θέλουν να ανήκουν στη Γερμανία, οι Ρομανδοί δεν θέλουν να είναι μέρος της Γαλλίας και οι Τισινέζοι δεν θέλουν να ενωθούν με την Ιταλία. Αντί όλων αυτών, είναι Ελβετοί. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι «φτωχοί χωρικοί» και οι «ξένοι αφέντες»

Standard

Το ελβετικό Όχι στη μετανάστευση-2

της Κλαούντια Γκνεμ-Λάουμπσερ

(μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου)

Παλιότερη αφίσα του SVP κατά της μετανάστευσης

Παλιότερη αφίσα του SVP κατά της μετανάστευσης

 Οι νικητές του ελβετικού δημοψηφίσματος αφηγούνται τώρα μια ιστορία βγαλμένη από τη λαϊκή παράδοση της χώρας: οι φτωχοί, αδύναμοι χωρικοί αποτίναξαν τον ζυγό που τους επέβαλλαν οι κακοί ξένοι αφέντες τους. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν ότι, αφού ενορχήστρωσε το νικηφόρο δημοψήφισμα, ο δισεκατομμυριούχος βουλευτής Κρίστοφ Μπλόχερ του λαϊκιστικού δεξιού Ελβετικού Κόμματος του Λαού (SVP) δήλωσε: «Τώρα που ξαναπήραμε την εξουσία στα χέρια μας, η κυβέρνηση πρέπει να μεταφέρει την επιθυμία του ελβετικού λαού στις Βρυξέλλες — και όσο πιο γρήγορα το κάνει, τόσο το καλύτερο».

Εάν η Βρετανία, η Ολλανδία και άλλες χώρες νομίζουν ότι μπορούν να αποκοπούν από την Ε.Ε. και την ίδια στιγμή να κρατήσουν επιλεκτικά τα προνόμια που τους αρέσουν, όπως έκαναν οι Ελβετοί, τότε πλανώνται πλάνην οικτράν. Ακόμα και η Ελβετία δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει παρά μια συμφωνία «όλα ή τίποτα» — με ρήτρες-γκιλοτίνα. Αυτό σημαίνει πως εάν μια διμερής συμφωνία ακυρωθεί, σε ό,τι αφορά την Ε.Ε. ακυρώνονται και όλες οι υπόλοιπες, κι αυτό έχει δυνητικά καταστροφικές συνέπειες. Η επιχειρηματική κοινότητα της Ελβετίας, τα νοσοκομεία, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, ο τουρισμός και η κατασκευαστική βιομηχανία, όλοι σχεδόν οι κλάδοι της οικονομίας που βασίζονται σε εργατικό δυναμικό από την Ε.Ε., είναι εξαιρετικά ανήσυχοι. Από τους φοιτητές, οι οποίοι επωφελούνται από τα προγράμματα ανταλλαγής της Ε.Ε., έως τον κλάδο της ενέργειας, ο οποίος θέλει να πουλήσει στην Ένωση τις αποθηκευτικές του δυνατότητες, όλοι πλέον φοβούνται πως το μέλλον τους είναι αβέβαιο. Συνέχεια ανάγνωσης

Μύθοι και αλήθειες για τη μετανάστευση

Standard

 Το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ εξέδωσε μόλις το βιβλιαράκι Η μετανάστευση στην Ελλάδα: έντεκα μύθοι και περισσότερες αλήθειες. Γραμμένο από τον Βασίλη Παπαστεργίου και την Ελένη Τάκου, έχει διπλό στόχο: να αποδομήσει τεκμηριωμένα βασικούς μύθους, και να προτείνει μια ρεαλιστική και δίκαιη μεταναστευτική πολιτική, δηλαδή μια πραγματικά αριστερή πολιτική. Ζητήσαμε από τους συγγραφείς να μας παρουσιάσουν συνοπτικά μερικούς μύθους, μαζί με τις αλήθειες τους.  

του Βασίλη Παπαστεργίου και της Ελένης Τάκου

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

«Δεν χωράνε άλλοι»

Η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από την τρομοκρατία των αριθμών, καθώς η Ακροδεξιά ρίχνει στο τραπέζι εξωφρενικά νούμερα. Η Χρυσή Αυγή μιλά για 3.000.000 αλλοδαπούς, ενώ ανάλογοι ήταν και οι «υπολογισμοί» του ΛΑΟΣ.

Ποια είναι η αλήθεια; Η απογραφή του 2001 έδειξε ότι στην Ελλάδα ζούσαν 762.191 αλλοδαποί, κυρίως από την Αλβανία, οι οποίοι έσπευσαν να απογραφούν, θεωρώντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ενδεχομένως έναν τίτλο παραμονής. Το 2009, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών και της Ελληνικής Αστυνομίας, ζούσαν 620.000 μετανάστες με νόμιμη άδεια διαμονής, 217.000 ομογενείς, 126.000 πολίτες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 48.000 αιτούντες άσυλο. Δεν υπάρχει, βέβαια, δυνατότητα ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού των μεταναστών «χωρίς χαρτιά». Το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής υπολόγισε τον αριθμό τους, στις αρχές του 2008, μεταξύ 172.250 και 209.402, ενώ μεταγενέστερες εκτιμήσεις τον ανεβάζουν, με ανώτατο όριο τις 350.000. Η απογραφή του 2011 καταγράφει περίπου 900.000 μετανάστες. Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι πολλοί «χωρίς χαρτιά» δεν έχουν απογραφεί, είναι σαφές ότι η οικονομική κρίση συμπιέζει τον αριθμό των αλλοδαπών.

Ο αριθμός των αλλοδαπών στην Ελλάδα ως ποσοστό επί του γενικού πληθυσμού (8,5-11%) είναι πράγματι μεγαλύτερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, 6,5%) — γεγονός που οφείλεται και στο ότι η χώρα μας προχωρά με το σταγονόμετρο σε πολιτογραφήσεις, ακόμα και για ανθρώπους που ζουν και εργάζονται πολλά χρόνια εδώ. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντανακλάσεις

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Carrer de Ferlandina, Ραβάλ, Βαρκελώνη. Φωτογραφία: Μ. Βαλεαρίδης

 Βαρκελώνη, 24 Μαΐου. Δύο μικρές ιστορίες: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της Ραβάλ, στο κέντρο της Βαρκελώνης. Η Ραβάλ, μια από τις παλιότερες συνοικίες της πόλης, συνδυάζει τη φήμη του «εναλλακτικού» και του «ψαγμένου» με αυτή του «επικίνδυνου». Από τη μία είναι γεμάτη μουσεία και γκαλερί, δισκάδικα, ωραία μπαράκια και εστιατόρια, από την άλλη παραμένει μια φτωχογειτονιά, τόπος κατοικίας για πολλούς μετανάστες. Τα περισσότερα κτίρια είναι ψηλά, παλιά και ετοιμόρροπα. Σηκώνοντας το κεφάλι κυριαρχεί η εικόνα των απλωμένων ρούχων, στριμωγμένων στα σκοινιά μπροστά απ’ τα μικρά μπαλκονάκια· μερικές δορυφορικές κεραίες, κάποιες σημαίες της Μπάρτσα και της Καταλονίας εδώ κι εκεί. Στο ισόγειο, μαγαζιά μεταναστών, πουλάνε ή επιδιορθώνουν ό,τι χρειάζεται να καταναλωθεί ή να επιδιορθωθεί. Διάφορες «ύποπτες φάτσες» όπως έχουμε συνηθίσει να ακούμε, συχνάζουν στις γωνίες, συνήθως σε παρέες· καπνίζουν, μιλάνε, γελάνε ή τσακώνονται. Οι έντονες μυρωδιές, ωραίες ή ανυπόφορες, συμπληρώνουν την αίσθηση του ανοίκειου, με την έννοια της ανασφάλειας, συχνά, ιδίως τις νυχτερινές ώρες, και συγχρόνως του ελκυστικού και ενδιαφέροντος. Κάπως έτσι είναι η Ραβάλ, για μένα, στο λίγο διάστημα που την έχω γνωρίσει.

Ξαναρχίζω λοιπόν: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της περιοχής. Είναι μόνη της και ο πεζόδρομος εκείνη την ώρα άδειος. Την πλησιάζει ένας ψηλός, μαύρος άντρας, μια απ’ αυτές τις «ύποπτες φάτσες», όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε· της μιλάει. Η κοπέλα κρατάει την τσάντα της σφιχτά, σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρνει κανείς όταν φτάνει στην πόλη. Το πρώτο συναίσθημα είναι ο φόβος. Ο άντρας τής λέει πως είναι όμορφη, την καλημερίζει, κάνει μια μικρή κίνηση, σαν υπόκλιση. Η κοπέλα του χαμογελάει, τον ευχαριστεί, ανταποδίδει τον χαιρετισμό και χωρίζουν. Το χαμόγελο τη συντροφεύει για το υπόλοιπο της ημέρας, εκείνη τη μέρα ένιωθε πιο όμορφη, γιατί εκείνος ο άντρας της το είπε. Δεν θυμάμαι να έχω κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο, και νιώθω πως αυτός ο άντρας καταλαβαίνει την άνοιξη –ίσως και τη ζωή– κάπως καλύτερα από μένα. Συνέχεια ανάγνωσης