Σχεδόν τριάντα χρόνια

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Να πάρεις την Εκδίκηση της γυφτιάς, μου είχε πει η Χαρά, είναι κάτι τύποι μάλλον από τη Θεσσαλονίκη. Αν και γενικά την άκουγα, δεν αγόρασα τον δίσκο αμέσως. Ήταν άλλες εποχές τότε, τέλη της δεκαετίας του 1970, για το χαρτζιλίκι μας η αγορά ενός δίσκου ήταν πραγματική γιορτή, και δεν μπορούσαμε να πάμε σε πολλές.

Τον αγόρασα όμως λίγους μήνες αργότερα. Όταν τα τραγούδια του είχαν πια πλημμυρίσει τη ζωή μας με ήχους που έως τότε ήταν κλεισμένοι στα σαρανταπεντάρια δισκάκια των γονιών μας, στις διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών στο ραδιόφωνο, στις κριτικές για τη φωνή του Καζαντζίδη που ήταν φοβερή, αλλά, βρε παιδί μου, οι επιλογές του… Ήχοι και μουσικές πειραγμένες που ερχόντουσαν να μπλεχθούν με τις αμήχανες εφηβείες μας, ανάμεσα στον Αφρό των Ημερών του Μπορίς Βιάν και την Παναγία των λουλουδιών, παραδίπλα στο Εγώ κι Αυτό της Μαρί Καρντινάλ που κρυφοδιαβάζαμε από τα πιο έξυπνα κορίτσια του φροντιστηρίου και μαθαίναμε για τα προβλήματα της περιόδου. Ήχοι και φωνές που έμπλεκαν με τους Scorpions και του Doors, επιρροές των μεγαλύτερων αδελφών μας, μαζί με γιάνκες και ό,τι έμενε ακόμη από Θεοδωράκη και Μικρούτσικο.

Αν η μουσική ήταν το επίδικο, οι στίχοι ήταν εκείνοι που έμοιαζαν να γεφυρώνουν την απόσταση. Έξυπνοι, σημερινοί, μίλαγαν με έναν τρόπο οικείο για εκείνα που μέχρι τότε ήταν έξω από αυτά που τραγουδάγαμε: το κοτλέ παντελονάκι που φοράς, ο χαβαλές, τα μπαράκια, οι φραπέδες. Λέξεις και σύμβολα από τη δική μας καθημερινότητα. Κι όταν λίγο αργότερα ήρθαν και τα Τραγούδια της Χαρούλας,  εμπλέκοντας τώρα κι εκείνους για τους οποίους τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη τους ωστόσο ζωή, αλλά περνούσαν γελαστοί μες στις πορείες, τότε πια η απόσταση από το λαϊκό είχε εκμηδενιστεί, δεν ερχόταν ενάντια ούτε καν στην αγωνιστική μας συνείδηση. Συνέχεια ανάγνωσης