27 Ιανουαρίου, ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος

Standard

του Νίκου Φίλη

Η 27η Ιανουαρίου καθιερώθηκε διεθνώς ως Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, με ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών το 2005, εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε προηγηθεί, το 2002, ανάλογη απόφαση των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, με πρωτοβουλία των υπουργών Παιδείας.

Σκίτσο της τότε 14χρονης Helga Weissova, επιζήσασας του Ολοκαυτώματος. Κοιτώνας κοριτσιών

Σκίτσο της τότε 14χρονης Helga Weissova, επιζήσασας του Ολοκαυτώματος. Κοιτώνας κοριτσιών

Η ημερομηνία είναι συμβολική. Στις 27η Ιανουαρίου 1945 ο σοβιετικός στρατός έφθασε στο Άουσβιτς. Οι ελευθερωτές αντίκρισαν μονάχα 7-8.000, οι οποίοι ανέλπιστα είχαν επιζήσει, ενώ λίγες μέρες νωρίτερα το στρατόπεδο είχε εκκενωθεί από 58.000 κρατούμενους που σε μια πορεία θανάτου οδηγήθηκαν σε άλλα στρατόπεδα στο εσωτερικό της Γερμανίας. Την 27η Ιανουαρίου μνημονεύεται, λοιπόν, η απελευθέρωση του τόπου καταναγκαστικής εργασίας και εξόντωσης όπου συντελέστηκε η δολοφονία σχεδόν 1.000.000 Εβραίων, αλλά και κομμουνιστών άλλων αντιφρονούντων, Τσιγγάνων, αιχμαλώτων πολέμου και ομοφυλοφίλων. Στο Άουσβιτς ΙΙ-Μπίρκεναου λειτούργησαν τεράστιοι θάλαμοι αερίων και κρεματόρια στα οποία, από το 1942 και μετά, εξοντώθηκαν Εβραίοι από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη και ανάμεσά τους, από την άνοιξη του 1943, οι Εβραίοι της Ελλάδας. Συνέχεια ανάγνωσης

Aυτοί που επέζησαν και αυτοί που χάθηκαν

Standard

«Ο καιρός έχει ωριμάσει για μια νέα ιστορία της εξόντωσης των Εβραίων της Ελλάδας»

 

Η Ρίκα Μπενβενίστε μιλάει για το βιβλίο της «Αυτοί που επέζησαν» και την ιστορία των Ελλήνων Εβραίων.

3 rikaΣυναρπαστικό, καινοτόμο και σπουδαίο» χαρακτηρίζει η Έφη Αβδελά (περ. Χρόνος, τχ. 22, Φεβρουάριος 2015) το βιβλίο της ιστορικού Ρίκας Μπενβενίστε Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940 (εκδ. Πόλις). Και συνεχίζει: «Πρόκειται για ένα βιβλίο που εικονογραφεί με τον πιο παραδειγματικό τρόπο ότι η ιστορία είναι ποιητική και ερμηνεία, ότι οι ιστορικοί αντλούμε από τα αρχεία, και κάθε είδους άλλα υλικά, πρώτη ύλη που τη μετατρέπουμε σε ιστορία επειδή και εφόσον της θέτουμε ιστορικά ερωτήματα, δηλαδή επειδή και εφόσον έχουμε επιλέξει τις μεθοδολογικές και θεωρητικές μας συντεταγμένες». Το βιβλίο, μέσα από τη μελέτη των ιστοριών Εβραίων της Θεσσαλονίκης που διασώθηκαν, προσεγγίζει αυτούς που χάθηκαν: σε σύνολο 50.000, πάνω από 46.00 εκτοπίστηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα, όπου σε ποσοστό 96% δολοφονήθηκαν. Με αφορμή την ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης (Παν. Αθηνών) μίλησε με τη συγγραφέα Ρίκα Μπενβενίστε (διδάσκει στο Παν. Θεσσαλίας)

«Αυτοί που επέζησαν» επιγράφεται το βιβλίο (ίσως και μια «λοξή» αναφορά στον τίτλο του Πρίμο Λέβι, Αυτοί που βούλιαξαν κι αυτοί που σώθηκαν;). Έχουμε έτσι ένα «παράδοξο»: μελετώντας αυτούς που επέζησαν (που είναι σαφώς οι λιγότεροι, η εξαίρεση), προσεγγίζεις αυτούς που δεν επέζησαν (τους περισσότερους) και τον χαμό τους. Μίλησε μας γι’ αυτό.

Προέρχομαι από δύο οικογένειες που τα περισσότερα μέλη τους εκτοπίστηκαν και εξοντώθηκαν, λίγοι μόνο επέζησαν. Γνωρίζω ότι στο Ολοκαύτωμα δεν υπάρχει ούτε «ευτυχές τέλος» ούτε «success story». Το βάρος αυτής της επίγνωσης μεταφέρει και ο Πρίμο Λέβι στο τελευταίο βιβλίο του, στο οποίο με νηφαλιότητα και ορθοκρισία επαναθέτει μείζονα επιστημολογικά και ηθικά ζητήματα. Δανείζομαι από τον Λέβι την επιθυμία της διαρκούς υπενθύμισης ότι υπήρξαν οι άλλοι που δεν επέζησαν και ότι ο δρόμος προς τη μία ή την άλλη όχθη ήταν κάποτε αναπόδραστος, άλλοτε μαχητός και άλλοτε τυχαίος. Μιλώ για αυτούς που επέζησαν σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε ο θάνατος, μιλώ και για τη δύσκολη επιστροφή τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος

Standard

του Γιώργου Κόκκινου

 

Mακ Σαγκάλ, «Οπουδήποτε έξω από τον Κόσμο», 1915

Mακ Σαγκάλ, «Οπουδήποτε έξω από τον
Κόσμο», 1915

Οι εκδόσεις Επέκεινα είναι ένας νέος εκδοτικός οίκος, με έδρα τα Τρίκαλα, και ψυχή τους τον Βαγγέλη Γαλάνη. Στην περίπτωση ταιριάζει το «έναν, αλλά λέοντα» – ή ακριβέστερα «λίγους, αλλά λέοντες»: οι τίτλοι που μας έχει χαρίσει από το 2012, σε προσεγμένες μεταφράσεις, είναι όλοι διαλεχτοί. Μπένγιαμιν, Όττο Ρανκ, Σαρτρ, Ρολάν Μπαρτ, Μαρκ Μπλοκ, Μαρία Βοναπάρτη, αναμένονται Μορέν, Κόλινγουντ, Στίρνερ, Τζέιμσον, Άρεντ. Και άλλα, λιγότερα γνωστά αλλά σημαντικά ονόματα, στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, με έμφαση στην ψυχανάλυση, τη φιλοσοφίας, την κοινωνική και λογοτεχνική θεωρία.

Από το βιβλίο του Robert Eaglestone Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος (μετ.: Άννυ Σπυράκου), που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι –εξαιρετικά επίκαιρο στη συγκυρία της ψήφισης του αντιρατσιστικού νόμου και της σχετικής συζήτησης– δημοσιεύουμε εκτενή αποσπάσματα από τον Πρόλογο του ιστορικού Γιώργου Κόκκινου (Πανεπιστήμιο Αιγαίου).

Στρ. Μπ.

 

Το θέμα του ευσύνοπτου αλλά διαφωτιστικού και διεισδυτικού βιβλίου του Robert Eaglestone Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος αφορά τον προβληματισμό αναφορικά με την κατηγορία που έχει εκτοξευτεί από πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους αφετηρίες (από τον αντιμοντερνιστικό αντιμεταμοντερνισμό έως τον μοντερνιστικό αντιμεταμοντερνισμό) εναντίον του ιστοριογραφικού μεταμοντερνισμού και κυρίως εναντίον της έκφρασης της μεταμοντέρνας θεωρίας στο πεδίο της επιστημολογίας της ιστορίας: ότι δηλαδή καθιστώντας την ιστορική αναπαράσταση του παρελθόντος άθυρμα της γλωσσικής και της πολιτισμικής αιτιοκρατίας, όπως και του παροντισμού, και συσχετίζοντας ή –σε ακραίες περιπτώσεις– εξισώνοντας την ιστορική αφήγηση με τη μυθοπλασία, ο ιστοριογραφικός μεταμοντερνισμός σχετικοποιεί την έννοια της αλήθειας, ακυρώνει την επιστημολογική παράδοση που διατρέχει τόσο την συμβατική όσο και τη Νέα Ιστορία, προτάσσει τον ρόλο της οπτικής γωνίας και της ιδεολογικής και κοσμοθεωρητικής συγκρότησης του ιστορικού και θέτει σε δεύτερη μοίρα τα ίδια τα αυτούσια κατάλοιπα, τα μνημονικά ίχνη του παρελθόντος. Όμως, κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζουν οι πολέμιοί του, ο ιστοριογραφικός μεταμοντερνισμός και η σύμφυτη με αυτόν γνωσιοθεωρητική προβληματική, μετατρέπουν την ιστορική ερμηνεία σε δούρειο ίππο για τη μηδενιστική κατάλυση του ίδιου του ιστορικού νοήματος και επομένως για την αναίρεση και την πλαστογράφηση της ιστορικής πραγματικότητας.

Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις, οι μεταμοντέρνοι θεωρητικοί της ιστορίας, υπέρμαχοι καθώς είναι της γλωσσικής και της πολιτισμικής στροφής, οπλίζουν –συνήθως άθελά τους– το «δολερό» χέρι όσων εκμεταλλεύονται την κατάλυση της κανονιστικής σημασίας της αλήθειας, αλλά και τη δημοκρατική πολιτική ορθότητα, επιχειρώντας να χαλκεύσουν τα δεσμά της τυραννίας τους πάνω ακριβώς στην απόλυτη σχετικοποίηση του νοήματος και επομένως και των νοηματοδοτικών πρακτικών από τις οποίες αυτό συγκροτείται στο πλαίσιο τουλάχιστον της δυτικής πολιτισμικής παράδοσης. Συνέχεια ανάγνωσης

O αντιρατσισμός σαν μουρουνόλαδο – και ο ρατσισμός σαν σπάνια ζωονόσος

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο του Όσκαρ Κοκόσκα

Έργο του Όσκαρ Κοκόσκα

Την Τρίτη και την Παρασκευή παρακολούθησα, σχεδόν ολόκληρες, τις δύο συνεδριάσεις της Βουλής για το «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο». Αν κάτι μου έκανε εντύπωση στις τοποθετήσεις των κυβερνητικών βουλευτών, ήταν η γλώσσα: η γλώσσα του στόματος, αλλά και η γλώσσα του σώματος. Γιατί αυτές οι δύο γλώσσες μας λένε πολλά για τη στάση της κυβέρνησης.

Ήταν φανερό ότι βουλευτές της Ν.Δ. ένιωθαν άβολα· σφίγγονταν. Σαν να σε βάζουν να καταπιείς μια κουταλιά μουρουνόλαδο, που δεν το θέλεις, έχει απαίσια γεύση, αλλά τι να κάνεις; Είναι αναγκαίο και ωφέλιμο, έτσι λένε οι μεγαλύτεροι (εν προκειμένω, οι Ευρωπαίοι). Κι αν ήταν στο χέρι σου δεν θα το ’παιρνες – και γι’ αυτό κοιτάς γύρω γύρω, μόλις βρεθείς μόνος να τρέξεις να το φτύσεις. Σαν να έβαζες, ας πούμε, βουλευτές του ΚΚΕ ή του ΣΥΡΙΖΑ να επιχειρηματολογούν πόσο λαμπρή είναι η μείωση των μισθών και η ιδιωτικοποίηση των αιγιαλών. Και έτσι οι Νεοδημοκράτες έλεγαν περί εναρμονισμού της νομοθεσίας και συγχρόνου πλαισίου, για τη «μακρά γενεσιουργό δημοκρατική παράδοση» της χώρας, τα «ελάχιστα κρούσματα» και άλλα τέτοια, σαν σε σχολική έκθεση. Και, βέβαια, για τις γενοκτονίες, τις γενοκτονίες, τις γενοκτονίες. Αλλά γι’ αυτές θα πω παρακάτω.

Με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ περνάγαμε σε άλλη επικράτεια. Εδώ κυριαρχούσε μια αίσθηση ανεμελιάς. Πλατσούριζαν ανάλαφρα στην καταγγελία του κακού –ή μάλλον κάκιστου– πράγματος που είναι ο ρατσισμός: πουλάκια (τσίου), λουλουδάκια, ένα προβατάκι που έβοσκε ξέγνοιαστο στο λιβάδι, μια λιμνούλα (αχ!), αντιρατσιστικά χαμομήλια και κυκλάμινα, λειμών θεσπέσιος ανθεάων, και κάπου στο βάθος, σαν καπνός, σαν ίσκιος, σαν δυσοίωνο μαύρο νέφαλο ο μπαμπούλας – εεε… συγγνώμη, ο Ρατσισμός (με ρω κεφαλαίο). Λες και δεν βρισκόμαστε στην Ελλάδα του 2014 με τη Μανωλάδα, τη δολοφονία του Λουκμάν, τα τάγματα της Χρυσής Αυγής και τόσα άλλα. Αν άκουγες λοιπόν μόνο τις ομιλίες των βουλευτών της συγκυβέρνησης είχες την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε άλλο χωροχρόνο, αφού ο ρατσισμός αντιμετωπιζόταν σαν κάποια σπάνια ζωονόσος, η λύσσα λ.χ. – λίαν επικίνδυνη, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτη πια στην Ελλάδα, καθώς από το 2012, σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ έχουν καταγραφεί όλα κι όλα 48 κρούσματα σε κόκκινες αλεπούδες, σκύλους, γάτες και βοοειδή. Συνέχεια ανάγνωσης

Ρανίτσκι ο μέγας (1920-2013): Ο ισχυρός των λέξεων

Standard

του Χανς-Ντίτερ Σιτ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία». Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο
ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία».
Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

Ο Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι θεωρείται, στον γερμανόφωνο χώρο, ο κριτικός λογοτεχνίας με τη μεγαλύτερη επιρροή στην εποχή του. Γεννήθηκε το 1920 στην Πολωνία, επιβίωσε του γκέτο της Βαρσοβίας και έζησε μέχρι το θάνατό του στη Γερμανία (αρχικά στη Δυτική). Πάπας της λογοτεχνικής κριτικής, δεν δίσταζε να επιτεθεί σε ογκόλιθους της λογοτεχνίας, όπως ο Γκίντερ Γκρας. Συνέβαλε ωστόσο με τις απόψεις και τον δριμύ του τρόπο στο να συζητήσει και να επεξεργαστεί η μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία το φαιό παρελθόν της χώρας. Ο Ράιχ-Ρανίτσκι είχε κολοσσιαία επίδραση και την κρίση του την περίμεναν και τη φοβούνταν λογοτέχνες και κοινό. Από το 1988 έως το 2001 παρουσίαζε στο κρατικό κανάλι ZDF την εκπομπή λογοτεχνικής κριτικής “Λογοτεχνικό Κουαρτέτο”, η οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και επιτυχημένη.

Πέθανε την περασμένη Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου. Από τα πολλά που γράφτηκαν μετά τον θάνατό του, διαλέξαμε ένα άρθρο που, διατηρώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό για το πρόσωπο του Ρανίτσκι, ταυτόχρονα εκφράζει και την κριτική στον κριτικό.

Ιω. Μ.

spiegel

Εξώφυλλο του Spiegel (1993) με τίτλο «Ο κριτικός Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι»

Αυτός, ένας καταφρονεμένος που του άρεσε να προσβάλλει. Αυτός που ντρόπιασε τη Γερμανία, γιατί με την οξύτητα και την αναλγησία της κρίσης του συνέβαλε τα μέγιστα ώστε η δυτικογερμανική λογοτεχνία να ανυψωθεί σε τόπο διεξαγωγής ενός ιστορικού, ηθικού και πνευματικού επανακαθορισμού. Αναφέρομαι σε μια ντροπή που αποτέλεσε συστατικό μιας απελευθέρωσης, μέσα στην οποία ο Ράιχ-Ρανίτσκι αναδείχτηκε σε εξέχουσα φιγούρα. Και σε λαϊκιστή. Και τα δύο συνοδευόμενα από παραξενιές, θρασύτητες, ικανότητα σύναψης συμμαχιών και καταποντισμού κατά βούληση. Γενναιόδωρος στην επιδοκιμασία, αδυσώπητος στην επίκριση.

Αν ζούσαν, ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα ήταν αποδιοπομπαίοι στο «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο» του, κι ο κόσμος που πρέπει πρώτα να συμβουλευτεί την τηλεόραση πριν ανοίξει ένα βιβλίο, θα ένιωθε κολακευμένος μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν χωράει τους άτυχους ποιητές. Ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα συνειδητοποιούσαν ξανά ότι η θανατική ποινή εκτίεται εν ζωή, για μια ζωή.

Ο Ράιχ-Ρανίτσκι δεν έστρεψε ποτέ τα κανόνια του κατά των αδυνάτων, δεν έπαψε όμως ποτέ να κανοναρχεί το κοινό με τις απόψεις του. Η πένα του παίνευε, η γραφίδα του ξεπουπούλιαζε. Δεν ήταν δήθεν, ήταν όντως. Αρχή και εξουσία: παταγώδη και ισοπεδωτικά ξεσπάσματα κατά ενός Γκρας, κατά ενός Χάντκε. Με επίγνωση των συνεπειών. Συνέχεια ανάγνωσης

Γενοκτονία των Εβραίων: η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης

Standard

  Μια μνήμη εμβληματική όλων των θυμάτων του ρατσισμού

συνέντευξη της ιστορικού Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

H Oντέτ Βαρών-Βασάρ είναι γνωστή  για το έργο της τόσο ως μεταφράστρια όσο και ως ιστορικός (θυμίζουμε  τη  μελέτη της Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και την Αντίσταση, Αθήνα 2009). Πρόσφατα, στον τόμο Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (εκδ. Εστία) συγκεντρώνει κείμενά της, που αποτυπώνουν την έρευνά της για τα ζητήματα της γενοκτονίας των Εβραίων, της λήθης, της μνήμης και του στοχασμού πάνω σε αυτά. Ο τόμος που μόλις κυκλοφόρησε σε δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση (σε δύο κείμενα επιπλέον) σήμερα Κυριακή 19 Μαΐου, ώρα 18.00, στο Φιλολογικό Καφενείο (περίπτερο 13), της Διεθνούς ΄Εκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ομιλητές: Γρηγόρης Αμπατζόγλου, Γιώργος Αντωνίου, Κώστας Γαγανάκης, Βασίλης Κωνσταντίνου, με συντονίστρια τη  συγγραφέα. Με την ευκαιρία της έκδοσης μιλήσαμε με τη Ο. Βαρών-Βασάρ για τα ζητήματα που θέτει το βιβλίο.

Στρ. Μπ.

 Ο τόμος ξεκινάει με ένα παράθεμα του Ίμρε Κέρτες (το οποίο αναφέρεται και στο επιλογικό κεφάλαιο), το οποίο χαρακτηρίζει το Ολοκαύτωμα «ζωτικό ζήτημα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό», καθώς και για το «απροσμέτρητο ηθικό» περιεχόμενό του. Γιατί το διάλεξες αυτό ως μότο του βιβλίου;

Πράγματι, ήθελα να ανοίγει και να κλείνει το βιβλίο με το ίδιο αυτό απόσπασμα από ένα δοκιμιακό κείμενο του Ούγγρου νομπελίστα Ίμρε Κέρτες. Στο παράθεμα αυτό βρίσκω συμπυκνωμένα πολλά ουσιαστικά ζητήματα που συνάδουν με τις βασικές κατευθύνσεις του βιβλίου μου: το ότι το «Ολοκαύτωμα», η γενοκτονία των Εβραίων, που είναι ο όρος που επιλέγω, δεν είναι ένα στενά εβραϊκό ζήτημα, δεν μπορεί να περιορίζεται στη μνήμη ενός μόνο λαού, του λαού των θυμάτων, ούτε το πένθος για τα σχεδόν 6.000.000 θύματα είναι πένθος μόνο των βιολογικών απογόνων τους. Είναι πένθος για όλη την Ευρώπη, αφού σ’ αυτήν την γεωγραφική και πολιτισμική περιοχή, που επαίρεται για τον υψηλό της πολιτισμό, έλαβε χώρα το γεγονός της εξόντωσής τους με πρωτοφανείς μεθόδους.

Παιδιά παίζουν στο μνημείο του Ολοκαυτώματος της Ρόδου

Παιδιά παίζουν στο μνημείο του Ολοκαυτώματος της Ρόδου

Άνθρωποι από όλες σχεδόν τις χώρες που συγκροτούν την Ευρώπη σήμερα ήσαν αυτοί οι «Εβραίοι», τους οποίους ο ναζισμός υπέδειξε ως μια χωριστή και περίκλειστη κατηγορία, περιορίζοντάς τους σε ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους, με τον γνωστό του μηχανισμό κατηγοριοποίησης ομάδων πληθυσμού, απομόνωσής τους και τελικά εξόντωσής τους (η αρχή είχε γίνει με την ευάλωτη κατηγορία των διανοητικά ανάπηρων και κορυφώθηκε με την εξόντωση για φυλετικούς λόγους των Ρομ και των Εβραίων). Η μνήμη του γεγονότος κατέχει σήμερα πια (ύστερα από δεκαετίες σιωπής, αμφισβητήσεις και αρνήσεις και μετά από μεγάλο αγώνα) μια κεντρική θέση στην συλλογική ευρωπαϊκή μνήμη και αποτελεί διακύβευμα για μια ευρωπαϊκή ταυτότητα που είναι υπό συγκρότησιν. Αν οι Εβραίοι είναι όπως λέει η Ανέτ Βιβιορκά, το «μέλος–φάντασμα της Ευρώπης, το μέλος που της έχει αφαιρεθεί», τα θέματα του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της «ανοχής» του άλλου –ήδη η λέξη είναι προβληματική!- , της συνύπαρξης είναι καίρια για την Ευρώπη του σήμερα. Η γνώση που αποδεσμεύει η προσέγγιση του «Ολοκαυτώματος» μπορεί όντως να αποδειχτεί απροσμέτρητη και τα μαθήματά του, ηθικά και πολιτικά, απαραίτητα. Συνέχεια ανάγνωσης

«Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής…» (Albert Camus)

Standard

Η Φωτεινή Τομαή απαντάει στο άρθρο της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη («Ενθέματα», 10.2.2013). Η ανταπάντηση της Ά.-Μ. Δρουμπούκη  στο τέλος του ποστ.

της Φωτεινής Τομαή

Αξιότιμε κ. Διευθυντά,

Με τη βαθιά κι εδραιωμένη πεποίθηση ότι η έγκυρη, έγκριτη και ιστορική εφημερίδα, που διευθύνετε, παρεσύρθη κατά τη δημοσίευση κειμένου, που περιλαμβάνει αυταπόδεικτα ανακριβή και ψευδή στοιχεία σε βάρος της προσωπικότητός μου, της επιστημονικής μου κατάρτισης, του έργου μου, αλλά και των πρωτοβουλιών της ηγεσίας του Υπουργείου των Εξωτερικών, θεωρώντας ότι παρέλκει η αναφορά της προφανούς περισσής και άκρως αδικαιολόγητης εμπάθειας της όλως άγνωστης σε εμένα συντάκτριας αυτού, σπεύδω προς αποκατάσταση της αληθείας και προς πληροφόρηση του σεβαστού σας κοινού, να σας ενημερώσω τα ακόλουθα:

Στρατόπεδο συγκέντωσης Μπούχενβαλντ, Απρίλιος 1945

Στρατόπεδο συγκέντωσης Μπούχενβαλντ, Απρίλιος 1945 (Πηγή: United States Holocaust Memorial Museum)

ρχικώς, σε ό,τι αφορά στο «νέο, που μάθαμε (sic) μόλις προχθές», θέτω υπ’ όψιν σας ότι η σοβαρή και υπεύθυνη απόφαση του Υπουργού των Εξωτερικών, Δημήτρη Αβραμόπουλου, να θεσμοθετήσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη θέση του Απεσταλμένου για Θέματα Ολοκαυτώματος, αξίωμα, το οποίο ήδη σε πλειάδα πολιτισμένων χωρών υπάρχει και λειτουργεί, είχε ως αποτέλεσμα ο αντίκτυπος τόσο σε διεθνές επίπεδο, όσο και σε ημεδαπό –και από τις ξένες πρεσβείες στη χώρα, αλλά κι από την ιδία την ηγεσία των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων της Ελλάδος– να είναι όχι μόνον θετικός, αλλά εντυπωσιακός.

Ακολούθως, τα συγγράμματα, στα οποία αναφέρεται η συντάκτρια του κειμένου, δεν είναι δικά μου, αλλά εκδόσεις του Υπουργείου των Εξωτερικών, προϊόν συλλογικής και επίπονης εργασίας ομάδας επιστημόνων, δύο εκ των οποίων μάλιστα σε συνεργασία με καθηγητές εγνωσμένου κύρους του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εάν, όπως ισχυρίζεται η συγκεκριμένη υποψήφια διδάκτωρ βρίθουν λαθών, τότε ας κάνει τον κόπο να τα απαριθμήσει. Ας σημειωθεί, ότι δύο από τις εκδόσεις αυτές έχουν διακριθεί σε διεθνή for a.

Την κακόβουλη αναφορά περί ανεκδότων, που κυκλοφορούν σε fora του εξωτερικού περί τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος, απλώς την προσπερνώ. Χαρακτηρίζει την ποιότητα τόσο της συντάκτριας του κειμένου, όσο και οιουδήποτε τολμά να αστειεύεται με ανθρώπινα δράματα, καταστροφές και εγκλήματα, διότι περί αυτού πρόκειται…

Υπενθυμίζω, ωστόσο, ότι τόσο το υψηλό επίπεδο εθνικών εκπροσώπων σημαντικού αριθμού κρατών, όσο και αυτό καθ’ εαυτό το ιερό θέμα του Ολοκαυτώματος, δεν συνάδουν με συμπεριφορές πεζοδρομίου, προφανώς οικείες σε διάττοντες αστέρες, που –κατά την πλέον καλοπροαίρετη εκδοχή– το νεαρό της ηλικίας τους και η φιλοδοξία τους να αναδειχθούν ως τάχιστα στο εγχώριο στερέωμα δεν τους επιτρέπουν την, αν μη τι άλλο, λογική θεώρηση της σύγχρονης ιστορίας της διπλωματίας, η οποία γράφεται με προσωπικές θυσίες των εκπροσώπων της. Συνέχεια ανάγνωσης