Ο διάλογος Χαΐνη – Κόττου για την τεχνοκριτική και η «Ομάδα τέχνης α΄»

Standard

της Μαρίας Πούλου

 

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Συζήτηση της Ομάδας τέχνης α’

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Συζήτηση της Ομάδας τέχνης α’

Στις αρχές του 1961 παίρνει μορφή στον εικαστικό χώρο μια νέα συσπείρωση καλλιτεχνών, αποτελούμενη από αριστερούς ζωγράφους και γλύπτες, η Ομάδα τέχνης α΄. Η ιδιαιτερότητά της ήταν ότι τα μέλη της, αρχικά ο Κώστας Κλουβάτος, ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ο Γιάννης Μαλτέζος, ο Κοσμάς Ξενάκης, ο Πάνος Σαραφιανός, ο Αιμίλιος Φρέρης και ο Γιάννης Χαΐνης, είχαν την πρόθεση να φέρουν τα λαϊκά στρώματα σε επαφή με την τέχνη, και ειδικότερα με τις καινοτομικές κατευθύνσεις των ελλήνων καλλιτεχνών, μέσω ενός προγράμματος εξωθεσμικών και αποκεντρωμένων δραστηριοτήτων.[1]

Το ζήτημα της αισθητικής καλλιέργειας του ευρύτερου κοινού θα αναδείξει τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς ο τεχνοκρίτης της Αυγής, Γιώργος Φωκάς, δημοσιεύοντας ένα εκτενές άρθρο για τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο σκοπό αυτό.[2] Το άρθρο του, το οποίο κατά τα μέλη της ομάδας απηχεί και προκύπτει από τις δικές τους σχετικές διεργασίες,[3] θα γίνει αφορμή για την εκκίνηση ενός απροσχεδίαστου διαλόγου πάνω σ’ έναν από τους συντελεστές της αισθητικής αγωγής, τον παιδευτικό ρόλο που μπορεί να ασκήσει η τεχνοκριτική.

Το διάλογο θα ανοίξει ο εμπνευστής της ομάδας, ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης, ο οποίος την προηγούμενη δεκαετία υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της Επιθεώρησης Τέχνης. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 εκδήλωσε σταθερό ενδιαφέρον για την αισθητική αγωγή των λαϊκών στρωμάτων, με πρωτοβουλίες θεωρητικού χαρακτήρα και με την πρωτοπόρο δράση της Ομάδας τέχνης α΄ την περίοδο 1962-1967.

Το εγχειρίδιο που εξέδωσε η Λίζα Κόττου το 1959

Το εγχειρίδιο που εξέδωσε η Λίζα Κόττου το 1959

Στο άρθρο που απευθύνει στην εφημερίδα, αφού εξηγεί ότι επιλέγει να μιλήσει για την τεχνοκριτική γιατί αυτή δεν εξαρτάται από την κρατική πρόθεση ή τον οικονομικό παράγοντα, θα διευκρινίσει ότι αναφέρεται στην προοδευτική κριτική, η οποία οφείλει να έχει εξηγητικό και αποδεικτικό χαρακτήρα: «Η προοδευτική κριτική θάπρεπε νάχει βάλει σαν κύριο στόχο της όχι την μ’ εξωτερικά μέσα επιβολή των υποκειμενικών αξιολογήσεων του κριτικού. […] Πρέπει να αποβλέπει στον βαθμιαίο εξοπλισμό του κοινού της με τις προσλαμβάνουσες εκείνες παραστάσεις που θα του επιτρέψουν τελικά να κινήσει τον δικό του προβληματισμό, βοηθώντας το έτσι να καταλήξει σε δικές του αισθητικές αξιολογήσεις και να «εισπράξει» για λογαριασμό του την αισθητική συγκίνηση και την όποια άλλη αξία περιέχει το έργο τέχνης».[4]

Με ποιο τρόπο μπορεί να γίνει αυτό δυνατό; Για τον Χαΐνη, η τέχνη είναι πρώτα απ’ όλα ένα σύστημα επικοινωνίας, τα μέσα του οποίου επιδέχονται αντικειμενική ανάλυση ως ένα βαθμό, μέσω της οποίας οι βασικές σημασιακές και εκφραστικές ιδιότητες των εικαστικών στοιχείων μπορούν να γίνουν κτήμα του καθενός. Η σημειολογική προσέγγιση του εικαστικού έργου είναι, λοιπόν, το πρώτο βήμα. Ακολουθεί μια ακόμη αντικειμενική παράμετρος, αυτή της «νευροψυχοφυσιολογίας», καθώς, κατά τον ζωγράφο, η δημιουργική διαδικασία και η πρόσληψή της ανάγονται καταρχήν στη σφαίρα της φυσιολογίας, στις νευροψυχικές λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, οι οποίες συγκαθορίζουν ως δομική αφετηρία τις δημιουργικές επιλογές του καλλιτέχνη και την ανταπόκριση του θεατή. Η στοιχειώδης γνώση της δράσης των νευροψυχικών αυτών μηχανισμών κατά τη δημιουργία και πρόσληψη του εικαστικού έργου αποτελεί για τον Χαΐνη προϋπόθεση της πληρέστερης κατανόησης του τελευταίου από το θεατή. Με αφετηρία τη γνωστική αυτή σκευή, μπορεί κανείς να προχωρήσει στη συνέχεια στην αισθητική και εντέλει την ιστορική αποτίμηση του εικαστικού έργου. Καταλήγοντας, η εξασφάλιση της υποδομής αυτής, σε μια στοιχειώδη μορφή, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αναπτύξει σταδιακά ο θεατής μια αυτενεργή στάση απέναντι στο αισθητικό φαινόμενο και την άποψη του τεχνοκρίτη.

Οι θέσεις του θα προκαλέσουν τον αντίλογο, όχι του Φωκά, αλλά της Λίζας Κόττου, φιλολόγου με συγγραφικό έργο πάνω στην εκπαίδευση και συμμετοχή στην επιμέλεια σχολικών βιβλίων λογοτεχνίας. Η Κόττου, η μορφή της οποίας έχει συνδεθεί ανεξίτηλα με την αβρή παρουσία που παρέδωσε στο χρόνο ζωγραφίζοντάς την ο Γιώργος Μπουζιάνης, ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φεμινιστική δράση ήδη από το μεσοπόλεμο, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, και υπέστη σκληρές διώξεις για τις ιδέες της. Παράλληλα, ενδιαφέρθηκε για την εκλαΐκευση και διάδοση των τεχνών και ιδιαίτερα της εικαστικής παιδείας. Συνέχεια ανάγνωσης