Τα ιερά λείψανα και ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Πωλ Σεζάν, "Τρία κρανία σε  χαλί"

Πωλ Σεζάν, «Τρία κρανία σε χαλί»

Εγώ ειμί η Αλήθεια. Με αυτή την ευαγγελική ρήση τίθενται ρητά τα όρια ανάμεσα στον κοσμικό και τον θρησκευτικό χώρο. Αν ο θρησκευτικός χώρος ορίζεται από τη μία και μοναδική Αλήθεια, η οποία δεν επιδέχεται καμιά διαπραγμάτευση, καμιά συζήτηση, ο κοσμικός χώρος ορίζεται από πολλές και συγκρουόμενες θεωρήσεις, από πολλά και διαφορετικά συμφέροντα, από πολλές και αντίπαλες ιδεολογίες. Αν ο θρησκευτικός χώρος ορίζει ποίμνιο, στη βάση της πίστης και της υποταγής στον Θεό, ο κοσμικός χώρος ορίζει ομάδες-τάξεις, ορίζει πολίτες που διαπραγματεύονται, διαλέγονται, συγκρούονται με την κοσμική εξουσία, στη βάση συμφερόντων, ιδεολογιών, πολιτικών. Σε αυτά τα μείζονα θέματα απάντησε ο Διαφωτισμός και τα εμπέδωσαν οι επαναστάσεις, τουλάχιστον στην Ευρώπη — της Ελλάδας συμπεριλαμβανόμενης. Τις τελευταίες μέρες στη χώρα μας, και εν μέσω επειγόντων προβλημάτων, ανέκυψε και το «ζήτημα των λειψάνων», ή καλύτερα το πώς διακρίνεται το ποίμνιο από το σώμα των πολιτών.

Αναμφισβήτητα, οι πιστοί μπορούν να προσκυνούν τα λείψανα της αγίας Βαρβάρας ή οποιουδήποτε αγίου, όταν ορίζονται ως ποίμνιο, μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, γιατί στον δικό της χώρο ορίζεται επί της γης το ποίμνιο. Η Εκκλησία και οι λειτουργοί της ορίζουν τους κανόνες και τους τρόπους συλλογικής έκφρασης (προσκύνημα λειψάνων, εικόνων κλπ.) του θρησκευτικού αισθήματος του ποιμνίου, μέσα στους χώρους που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία της. Η πολιτεία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναμιγνύεται σε αυτούς. Όταν όμως γίνεται περιφορά λειψάνων σε νοσοκομεία ή άλλους δημόσιους χώρους, που βρίσκονται στη δικαιοδοσία της πολιτείας, τα πράγματα αλλάζουν. Στον δημόσιο χώρο το κράτος είναι υποχρεωμένο να εξασφαλίσει τα δικαιώματα των πολιτών του, και στο νοσοκομείο ειδικότερα να εξασφαλίσει τους πλέον ορθολογικούς όρους ίασης των ασθενών-πολιτών. Συνέχεια ανάγνωσης

Κράτος, Εκκλησία και φόροι

Standard

 της Σίας Αναγνωστοπούλου

Οι κτήτορες της Μονής Διονυσίου, Νήφων ο Β΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και ο βοεβόδας της Βλαχίας Νεαγόκε Μπασαράμπ. Φορητή εικόνα της Μονής Διονυσίου, Άγιον Όρος,16ος αιώνας.

Οι κτήτορες της Μονής Διονυσίου, Νήφων ο Β΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και ο βοεβόδας της Βλαχίας Νεαγόκε Μπασαράμπ. Φορητή εικόνα της Μονής Διονυσίου, Άγιον Όρος,16ος αιώνας.

Η πρόταση για τον εκκλησιαστικό φόρο, που διατύπωσε ο Τάσος Κουράκης, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν ουσιαστικό διάλογο, όπου θα αναδιατυπωθούν μείζονα ερωτήματα, όπως το πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό περιεχόμενο του ελληνικού εκσυγχρονισμού που διεκδικείται σήμερα. Μόνο έτσι τέτοιες προτάσεις αποκτούν το πλήρες νόημά τους. Έτσι, μια ιστορική περιήγηση στις σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας μάς δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι τόσο η διατύπωση μιας  νέας μεταρρυθμιστικής πρότασης, αλλά η ένταξή της σε μια άλλη θεώρηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας, επομένως και κράτους-Εκκλησίας.

Στις Αυτοκρατορίες, όπως λ.χ. η Οθωμανική, οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την εξουσία, μέχρι τον 19ο αιώνα, συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής αντίληψης περί εξουσίας. Το πρόσωπο και το σπαθί του σουλτάνου  όριζε κατ’ αποκλειστικότητα τις σχέσεις εξουσίας-κοινωνίας: από τον σουλτάνο αντλούσε η θρησκευτική εξουσία το προνόμιο άσκησης εξουσίας επί των Ορθοδόξων, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της υποταγής τους στον σουλτάνο. Στο προνόμιο άσκησης εξουσίας συμπεριλαμβανόταν και η φορολόγηση των Ορθοδόξων από την ιεραρχία, και μάλιστα με την ενεργό συμπαράσταση του οθωμανικού κράτους, αξιωματούχοι του οποίου βοηθούσαν τους ιεράρχες στην απόσπαση  των φόρων. Αυτό το σύστημα συνέβαλε, με τα χρόνια, στην αυθαίρετη σκληρή φορολόγηση του ποιμνίου και στον πλουτισμό των ιεραρχών, καθώς και στη διαπλοκή της ιεραρχίας με τους πλούσιους Ορθόδοξους (Φαναριώτες), αλλά και τους υψηλά ιστάμενους οθωμανούς αξιωματούχους. Συνέχεια ανάγνωσης