Το μαγικό χαλί

Standard

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΕΛΕΦΑΝΤΗ

Μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη και του Πολίτη

 της Πόπης Πολέμη

Ο Άγγελος Ελεφάντης στην Αθήνα, λίγο μετά την επιστροφή του από τη Γαλλία, 1976

Ο Άγγελος Ελεφάντης στην Αθήνα, λίγο μετά
την επιστροφή του από τη Γαλλία, 1976

Τέλη Απριλίου του 2006 συνεργάτες και φίλοι του περιοδικού Ο Πολίτης έλαβαν επιστολή-πρόσκληση του Άγγελου Ελεφάντη να συμμετάσχουν στο επετειακό τεύχος του Μαΐου, καθώς Ο Πολίτης θα γιόρταζε τότε τα τριάντα του χρόνια. Ζητούσε να συμπράξουν στην αποτίμηση του έργου του περιοδικού: «Σαν μια πράξη κριτικής αυτοσυνείδησης κατ’ αρχήν, ας πούμε να φτιάξουμε τώρα έναν καθρέφτη, αν και μάλλον θα είναι πολυπρισματικός». Το κείμενο που ακολουθεί δόθηκε τότε στον Άγγελο και καθώς το επετειακό εκείνο τεύχος ουδέποτε στήθηκε, έμεινε στο συρτάρι. Ο ίδιος και το περιοδικό που εμψύχωσε μας άφησαν έναν άλλο Μάιο, δυο χρόνια αργότερα. Πέντε  χρόνια μετά, σκέφτηκα πως δεν είναι άκαιρο, έτσι, αντί για μνημόσυνο, να δημοσιευτεί στα «Ενθέματα».

***

 Η ανάμνηση της πρώτης συνάντησης με τον Πολίτη θα έχει μείνει ζωντανή σε κάμποσους από τους αναγνώστες του, που συνεχίζουν να τον υποδέχονται κάθε μήνα με χαρά. Η ιδιοτυπία, στη δική μου περίπτωση, είναι πως συνδέεται με μια μυρωδιά. Αυτό καθεαυτό δεν είναι δα και παράδοξο. Συχνά οι μνήμες, εικόνες και ακούσματα, ταυτίζονται με συγκεκριμένες μυρωδιές, και η ανάκληση της μιας συμπαρασύρει και την άλλη. Το ιδιότυπο, όμως, είναι ότι συνδέεται με τη μυρωδιά βρεγμένου χαλιού που έχει αφεθεί στον ήλιο να στεγνώσει.

Ένα από τα πρώτα τεύχη του "Πολίτη"

Ένα από τα πρώτα τεύχη του «Πολίτη»

Αφού ήταν Μάης, θα μου πείτε, λογικό μοιάζει που η μητέρα μου είχε πλύνει το χαλί στην ταράτσα του σπιτιού. Έτσι, γυρνώντας από το σχολείο, μετά τη γρήγορη βουτιά (το μαγιό κάτω από την ποδιά μονίμως), με περίμενε η ετήσια πανήγυρις. Ξάπλα στο βρεγμένο χαλί, κάτω απ’ τον πυρακτωμένο ήλιο, μια φορά τον χρόνο μπορούσες να απολαύσεις.

Ανάμεσα στο σχολείο και στη βουτιά είχε, όπως κάθε μέρα, μεσολαβήσει το ξάφρισμα του πατρικού πρακτορείου εφημερίδων από όποιο κεντρο/ακροαριστερό έντυπο είχε καταφτάσει. Μάης του ’76 ήταν, στην Άνδρο, και η συγκομιδή κάθε μέρα ουκ ολίγη. Βέβαια όλα έπρεπε να γίνουν με ταχύτητα αστραπής, καθώς πλησίαζαν εξετάσεις και εισαγωγικές. Έπρεπε το απαξάπαν να φυλλομετρηθεί λες και η επανάσταση που εξαρτιόταν μόνο και μόνο απ’ αυτό με είχε ορίσει λογοκριτή με πατέντα.

Επάνω στο βρεγμένο χαλί, λοιπόν, ντάλα στον ήλιο, ξεφύλλισα το πρώτο τεύχος του Πολίτη. Και θες ο ήλιος, θες η μυρωδιά, θες άλλο τι, το βέβαιο είναι ότι τσιμπήθηκα.

Απορίας άξιο τι κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Ούτως ή άλλως, είχα εθιστεί, όπως και πολλοί συνομήλικοί μου τότε, να καταβροχθίζω και πράγματα που ουδόλως καταλάβαινα. Σήμερα που ξανακοιτώ εκείνο το πρώτο εκείνο τεύχος, σκέφτομαι, ωστόσο, πως ίσως και να με γαργάλησε το πρόγραμμα σπουδών –διά χειρός Γρηγόρη Σηφάκη– της Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης για την οποία είχα βάλει πλώρη. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι γύρευες δεκαπενθήμερος, εσύ ένας «Πολίτης»;

Standard

29 Μαΐου: τρία χρόνια από τον θάνατο του Άγγελου Ελεφάντη

της Μαριάννας Δήτσα

Στη μνήμη της Αλίκης Πελεκάνου και των ολονυκτιών του «Δεκαπενθήμερου»,όπου η εφτάχρονη Άννα, κοιμισμένη στο πάτωμα, κάπνισε άπειρα πακέτα τσιγάρα, φανατικά άφιλτρα τότε

Μέρες που είναι, ξεφύλλιζα μετά από πολλά χρόνια τον Δεκαπενθήμερο Πολίτη. Όταν αναφερόμαστε στον Άγγελο μιλάμε κυρίως για τον Πολίτη. Τον σοβαρό, σχεδόν συνοφρυωμένο, αν τον βάλεις δίπλα στον Δεκαπενθήμερο. Άλλωστε, νομίζω, πως ένας από τους λόγους που ο Άγγελος Ελεφάντης αποφάσισε την έκδοση του Δεκαπενθήμερου (Νοέμβριος 1983), και μας κινητοποίησε όλους (και κάποιους επιπλέον), είναι ότι είχε διαισθανθεί ότι Ο Πολίτης έπαιρνε όλο και περισσότερο ένα χαρακτήρα, όπως λένε σήμερα, ακαδημαϊκό, γινόταν –καθόλου τυχαίο, μετά τον «εκδημοκρατισμό» του Νόμου-πλαίσιο του ΠΑΣΟΚ– ένα όχημα για τις εξελίξεις σε διάφορες βαθμίδες της πληθώρας των νέων πανεπιστημιακών καθηγητών.

Η αμείλικτη τακτική κυκλοφορία κάθε δεύτερη Παρασκευή, ο πλούτος της επικαιρότητας, η ανάγκη για πολλά μικρά κείμενα-σχόλια (συχνά ανυπόγραφα), άλλαζε και μας του ίδιους. Ανεπαισθήτως διαμορφωνόταν κάτι σαν συλλογική συναίνεση για το «ανατρεπτικό», ψάχναμε τα πράγματα με κέφι και μια λοξή ματιά.

Όπως γράφει ο Παντελής Μπουκάλας, υπεύθυνος για το δισέλιδο  Το Δεκαπενθήμερο, στο αποχαιρετιστήριο τεύχος (τχ. 75, 17 Οκτωβρίου 1986), «Δίκην απολόγου»:

«Η στήλη ετούτη (…) πολλά έγραψε, τρία χρόνια τώρα, πολλά διάβασε και πολλά άκουσε. Και για ψευδωνυμομανία την κατηγόρησαν, και μικροκενόσπονδη χαρακτηρίστηκε, και πως αν δαγκώναμε τη γλώσσα μας θα παθαίναμε δηλητηρίαση είπαν, και λεξιλαγνία μας καταμαρτύρησαν (κατάλοιπο, λέει, του πάλαι ποτέ “αριστερού λογιοτατισμού”), και για τάχα μου χιούμορ κατατέθηκαν ενστάσεις, και τάσεις λογοτεχνισμού επισημάνθηκαν».

Τα κειμενάκια που έχω ερανισθεί για τα «Ενθέματα» της Αυγής δεν είναι κατ’ ανάγκην τα καλύτερα: λόγω χρόνου προέρχονται από τα πρώτα πρώτα τεύχη, και λόγω χώρου πολλοί συνεργάτες έμειναν απέξω. Όλοι οι συνεργάτες, όπως γράφει ο Οικονομόβιος στον «Επίλογό» του, ανήκαν στην εθελοντική δημοσιογραφία: «Η εθελοντική δημοσιογραφία πηγάζει από την ανάγκη να αντισταθούμε στη συνεχή υποβάθμιση της πληροφόρησης».

Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα αποφάσισα –καθώς το περιοδικό είχε αρκετές ανυπόγραφες μόνιμες στήλες (βλ. τα ονόματα στο τελευταίο τεύχος 75, σ. 48)–, να μην βάλω τα ονόματα ούτε των ενυπόγραφων δημοσιεύσεων. Εμείς θα τα βρούμε εύκολα, οι σημερινοί νέοι αναγνώστες μπορούν να τα παίξουν σε μικροστοιχήματα.

Γιατί η Πλάκα δεν υπάρχει πια; Γιατί οι τρόποι που διασκεδάζουν οι άνθρωποι είναι τρεις, οι εξής δύο, το παρελθόν; Γιατί τα σχολικά βιβλία θα γίνουν φύλλο-φτερό μετά το τέλος  των εξετάσεων, είτε γράφουν είτε όχι για τον συνωστισμό της Σμύρνης και το «κρυφό σχολειό»; Και πάει λέγοντας. Με τα αυτονόητα αλλά κυρίως με τον λαϊκισμό τα είχαμε, όπου έσκαγε μύτη. Και μας βάζουν σήμερα συλλήβδην στην Αριστερά που συναίνεσε στον λαϊκισμό της μεταπολίτευσης: Όλοι μαζί το κάναμε; Πάντως, εμείς, ναι, όλοι μαζί τα κάναμε. Συνέχεια ανάγνωσης