H ανθεκτικότητα του Συντάγματος

Standard

Με αφετηρία το βιβλίο των Ξενοφώντα Κοντιάδη και Αλκμήνης Φωτιάδου

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ποια είναι η ιστορική σχέση που συνδέει τα κράτη δικαίου, τις θεμελιακές αξίες και την οικονομική συγκυρία; Πώς προσεγγίζεται η «ικανότητα» των συνταγματικών τάξεων να συμβάλλουν στην άρση η άμβλυνση των κρίσεων; Ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων είναι δυνατόν να αξιολογείται η κανονιστική «ποιότητα» και η επιτυχημένη προσαρμογή των κρατών δικαίου στην πραγματικότητα;

Με τους ίδιους ή παραπλήσιους όρους, τα ερωτήματα αυτά είναι διιστορικά. Αλλά έχουν ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε εποχές κρίσης, όταν η πραγματικότητα προσλαμβάνεται με τη μορφή μιας έρπουσας «κατάστασης ανάγκης». Κατ’ ανάγκην, στα πλαίσια αυτά, επιτελούνται ριζικοί μετασχηματισμοί στην πρόσληψη του δέοντος αλλά και του επιτρεπτού. Διότι, όπως έλεγε ο Τζιουζέπε Τομάρι ντι Λαμπεντούζα στον Γατόπαρδο, «αν θέλουμε να παραμένουν τα πράγματα ως έχουν, όλα πρέπει να αλλάξουν».

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1925

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1925

Ωστόσο, το ερώτημα τι «θέλουμε» να παραμείνει σταθερό και τι «πρέπει» να αλλάξει είναι, προφανώς, ανοικτό. Όσο και αν η «σταθερότητα» και η «αντοχή» των εννόμων τάξεων στον χρόνο και η αντίστασή τους στην πάντα ελλοχεύουσα ιστορική πανουργία τείνουν συχνά να νοούνται ως ύπατοι πολιτειακοί αυτοσκοποί, οι όροι της αυτογνωσίας και της αναπαραγωγής τους αλλάζουν συνεχώς. Τόσο οι «τυπικές» αναθεωρήσεις του συνταγματικού «γράμματος» όσο και οι άτυπες διασταλτικές ή συσταλτικές ερμηνείες των συνταγματικών κανόνων εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Αυτή ακριβώς είναι η πολυεπίπεδη προβληματική που αναπτύσσεται από τον Κοντιάδη και τη Φωτιάδου. Ευλόγως δε, σε μιαν εποχή όπου όλα φαίνεται να κρέμονται από μια κλωστή, επιλέγεται μια οπτική γωνία «πολυπρισματικη». Παρότι λοιπόν στιβαρά νομική, η προσέγγιση είναι ταυτόχρονα κοινωνική, ιστορική, οικονομική και θεσμική.

Μοιραία, λοιπόν, φαίνεται να εμπλέκονται όλες οι μεγάλες λέξεις, ιδέες, αξίες και σημασίες της πολιτειακής και πολιτικής νεωτερικότητας: το Σύνταγμα, η έννομη τάξη, το κράτος δικαίου, τα ατομικά δικαιώματα, η εθνική και λαϊκή κυριαρχία, το κοινωνικό συμβόλαιο και, προφανώς, η δημοκρατία. Και μαζί με τις λέξεις, τις ιδέες και τις αξίες τίθενται επί τάπητος και οι σχέσεις τους με τα «πράγματα» και τα οργανωμένα συμφέροντα, οι επισφαλείς δηλαδή σχέσεις «όντος» και «δέοντος», που οριοθετούν τις τρέχουσες μορφές νομιμοποίησης και εκλογίκευσης του ιστορικού γίγνεσθαι. Με αυτή την έννοια, η «κρίση» που αποτελεί το ιστορικό υπόβαθρο του βιβλίου δεν νοείται απλώς ως οικονομική και δημοσιονομική, ούτε εκφράζεται μόνο στο επίπεδο των συνθηκών υλικής διαβίωσης. Αντιμετωπίζεται επίσης ως κρίση θεσμική και πολιτική, κρίση αξιών και κανονιστικών προτύπων, κρίση, σε τελική ανάλυση, ιδεών, νοημάτων και σημασιών: στο μέτρο που τίποτε δεν μπορεί να λειτουργεί όπως πριν, όλες οι θεμελιακές νομικές σημασίες μοιάζουν έωλες και εκκρεμείς. Συνέχεια ανάγνωσης

Κίνημα για την κλιματική αλλαγή: Να μιλήσουμε για το σωστό και το λάθος, την αγάπη και την αγανάκτηση

Standard

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΝΑΟΜΙ ΚΛΑΪΝ «Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΛΙΜΑΤΟΣ»

 της Ναόμι Κλάιν

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Οι μεγάλες πορείες για την κλιματική αλλαγή σε όλο τον κόσμο, την προηγούμενη Κυριακή αποτελούν ένα αξιοπρόσεκτο γεγονός. Όχι μόνο για τη μαζικότητά τους (σύμφωνα με εκτιμήσεις, μόνο στη Νέα Υόρκη διαδήλωσαν πάνω από 300.000), αλλά και για τα θέματα που ανοίγουν (βλ., λ.χ. την κριτική που τους ασκήθηκε  για τον  μη πολιτικό χαρακτήρα των καλεσμάτων των οργανωτών, την έλλειψη αιτημάτων, το είδος μη «απολιτικής πολιτικής» που προωθούν οι καμπάνιες του Avaaz, τους τρόπους χρηματοδότησης). Στον απόηχο αυτών των  συζητήσεων, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το καινούργιο βιβλίο τής Naomi Klein This Changes Everything: Capitalism vs. the Climate, που μόλις  κυκλοφόρησε από τον οίκο Simon & Schuster.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Γιόχαν Βαν Χελ, «Μέλλον 14», 1928

Το μεγαλύτερο εμπόδιο που ορθώνεται απέναντι στην ανθρωπότητα, στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή, δεν είναι, όπως συχνά πιστεύουμε, ότι είναι ήδη πάρα πολύ αργά ή ότι δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Υπάρχει ακόμα αρκετός χρόνος και επιπλέον έχουμε κατακλυσθεί με πράσινη τεχνολογία και σχέδια πράσινης ανάπτυξης. Και όμως, ο λόγος που πολλοί από εμάς αντιμετωπίζουν αυτή την απειλή με τάσεις παραίτησης, είναι ότι  οι πολιτικοί και το πολιτικό μας σύστημα φαίνονται εντελώς ανίκανοι να εκμεταλλευτούν αυτά τα εργαλεία και να εφαρμόσουν τα σχετικά σχέδια. Και  αυτό δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους τους οποίους ψηφίζουμε για να καταλάβουν αξιώματα για να διαμαρτυρόμαστε στη συνέχεια εναντίον τους· αφορά και μας τους ίδιους. Οι περισσότεροι από εμάς, ζώντας σε μεταβιομηχανικές κοινωνίες, όταν παρακολουθούμε ξεθωριασμένα ασπρόμαυρα πλάνα από γενικές απεργίες της δεκαετίας του 1930, victory gardens[1] της δεκαετίας του 1940 και Freedom Rides[2] της δεκαετίας του 1960, είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας ως μέρος οποιασδήποτε κινητοποίησης τέτοιου βάθους και κλίμακας. Αυτό το πράγμα τους ταίριαζε, αλλά σίγουρα όχι σε μας – με τα μάτια κολλημένα στα smartphones μας, την προσοχή μας να απασχολούν  τα διάφορα κλικς, και όλη την προσοχή μας να μοιράζεται μεταξύ του βάρους του χρέους και της εργασιακής ανασφάλειας. Πού θα οργανωθούμε; Ποιον θα εμπιστευτούμε να ηγηθεί; Εκτός αυτών, ποιους περιλαμβάνει το «εμείς»;

Με άλλα λόγια, είμαστε γέννημα της εποχής μας και ενός κυρίαρχου ιδεολογικού προγράμματος– ενός προγράμματος που μας μαθαίνει συνήθως να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως εντελώς μοναδικούς, που αναζητούν την προσωπική ικανοποίηση και τη μεγιστοποίηση της ατομικής μας ωφέλειας. Οδήγησε επίσης τις κυβερνήσεις μας να στέκουν για πάνω από δύο δεκαετίες ανήμπορες, καθώς η κλιματική αλλαγή μεταμορφωνόταν από «ένα πρόβλημα για τα εγγόνια μας» σε ένα πρόβλημα που μας χτυπάει την πόρτα. Συνέχεια ανάγνωσης

«Επιτέλους, σύντομα — ψωμί και τριαντάφυλλα!»[1]

Standard

Μια αναφορά στο ανέκδοτο κείμενο  του Αλτουσέρ «Θέσεις του Ιούνη»

Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα του κειμένου «Θέσεις του Ιούνη»   Ολόκληρο το κείμενο θα δημοσιευτεί στο τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού Ουτοπία, πλαισιωμένο από ένα αφιέρωμα στον Αλτουσέρ και την πολιτική θεωρία.

του Φρίντερ Όττο Βολφ

μετάφραση: Γιώργος Σουβλής, επιμέλεια: Στάθης Κουβελάκης

Εισαγωγή του Στάθη Κουβελάκη

AlthusserΤο κείμενο που ακολουθεί απεικονίζει στο έπακρο την αμφιλεγόμενη θέση του έργου του Αλτουσέρ που εκτείνεται από το τραγικό γεγονός του 1980 ως τον θάνατό του, μια δεκαετία αργότερα. Συνέχεια ή ρήξη με την προηγούμενη σκέψη του; Απέλπιδες προσπάθειες ενός συντετριμμένου υποκειμένου ή νέα δημιουργική αρχή για το στοχασμό του; Είναι τελικά ο «ίδιος» Αλτουσέρ που γράφει το Για τον Μάρξ και ο «ζωντανός νεκρός» που υπογράφει την εκτός κάθε ορίου «αυτοβιογραφία» του; Στις Θέσεις του Ιούνη τα ερωτήματα αυτά, που διατρέχουν την ίδια τη σκέψη του Αλτουσέρ, παίρνουν μια νέα τροπή, καθότι εδώ ο λόγος του μας φτάνει διαμοσελαβημένος από τον λόγο του φίλου του Φρίντερ Όττο Βολφ, που προσπάθησε ανεπιτυχώς να τις δημοσιεύσει αλλά προσέκρουσε στην άρνηση των κληρονόμων. Αναγκαστικά λοιπόν, η ίδια η μορφή του κειμένου τροποποιείται και παίρνει το χαρακτήρα μιας «αναφοράς».

Οι Θέσεις του Ιούνη έχουν αναμφισβήτητα μια ονειρική χροιά και αποπνέεουν μια ιδιόμορφη αισιοδοξία για το εγχείρημα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, που μοιάζει με αντεστραμμένη εικόνα της καταθλιπτικής ατμόσφαιρας των γραπτών της περιόδου 1978-1980, αλλά και αρκετών κατοπινότερων. Φαίνεται ότι ορισμένοι θεώρησαν ότι αποτελεί κάτι σαν θεωρητικό παραλήρημα, αλλά το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί για όλα τα κείμενα που γράφτηκαν μετά το 1980 και είναι πλέον στο μεγαλύτερο μέρος τους δημοσιευμένα.

Ας σημειώσουμε εδώ μόνο ότι, αν και αδημοσίευτο (αλλά προσβάσιμο στο κατατεθειμένο αρχείο των χειρογράφων του), το κείμενο αυτό απετέλεσε ένα βασικό τεκμήριο  της μεταμοντέρνας ερμηνείας  της σκέψης του ύστερου Αλτουσέρ που διατύπωσε ο Αντόνιο Νέγκρι το 1993[2] και άσκησε ισχυρή επίδραση σε όλη τη συζήτηση που ακολούθησε. Οι Θέσεις αυτές σίγουρα αποτυπώνουν μια θεωρητική μετατόπιση, ειδικά όταν διαγράφουν την ταξική πάλη ως κινητήρια ιστορική δύναμη, αλλά σχεδόν εξίσου και μια ριζοσπαστικοποιημένη εκδοχή του πυρήνα της αλτουσεριανής σκέψης, όταν π.χ. αποφαίνονται ότι «τα πάντα κρίνονται σε τελευταία ανάλυση στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης και της φιλοσοφικής παρέμβασης». Κυρίως όμως ξαναπιάνουν και ξετυλίγουν ένα βασικό νήμα του αλτουσεριανού έργου που αφορά τη σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική πρακτική, ένα νήμα που γνωρίζουμε τώρα ότι διαπερνούσε υπόγεια τη δουλειά του από τη δεκαετία του 1970 και ήρθε στο φως με τη μεταθανάτια δημοσίευση των εξαιρετικά σημαντικών κειμένων του για τον Μακιαβέλι. Αυτός είναι ο Αλτουσέρ που προσπαθεί να σκεφτεί την ιδιαιτερότητα της πολιτικής και την «αστάθμητη» τροχιά που χαράζουν οι διαδράσεις της ενδεχομενικότητας και των ιστορικά προσδιορισμένων καθορισμών. Είναι ο Αλτουσέρ της συγκυρίας, και όχι της δομής, του «κενού», δηλαδή της ενικότητας των συμβάντων, αλλά και της επανδιατύπωσης της κομμουνιστικής προοπτικής. Μια προοπτική που ορίζεται πλέον ως προσπάθεια μετασχηματισμού των «νησίδων κομμουνισμού» που εμπερικλείει ο σημερινός κόσμος σε ένα νέο απελευθερωτικό κίνημα, πέρα από τη μορφή-κόμμα, ίσως και πέρα από τον μαρξισμό, αλλά που, σε ρήξη με τη μεταμοντέρνα αντίληψη, επιμένει στον στόχο του «να κάνουμε το περιθώριο κέντρο».

Στο κείμενο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αλτουσέρ, ταυτιζόμενος πλήρως με την «μοναξιά» των στρατευμένων στοχαστών στους οποίους έχει ανεφερθεί, επιχειρεί, με μια ύστατη ζαριά, να σπάσει το τείχος της σιωπής και της απομόνωσης που τον περιέβαλλε και, όπως ο Μακιαβέλι που τόσο θαύμαζε, να «στοχαστεί το καινούργιο».

***

Η «ΑΝΑΦΟΡΑ» ΤΟΥ ΦΡΙΝΤΕΡ ΟΤΟ ΒΟΛΦ ΣΤΙΑ «ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ» ΤΟΥ ΑΛΤΟΥΣΕΡ

13974_althusser13ruedesarchivesΘέση 6

[…] «Υπάρχει η ιδέα στον Μαρξ, και πάνω από όλα στους Ένγκελς, Λένιν, Μάο, πως οι επιστημονικές έννοιες είναι έγκυρες μόνο όταν διαθέτουν ως υπόβαθρο μια σωστή φιλοσοφία» (γαλ. «philosophie juste»), και πως […] ενδέχεται να μπορούν χρησιμοποιηθούν μόνο στη βάση του σωστού προσανατολισμού που παρέχεται από μια τέτοια σωστή φιλοσοφία» (Θ6). Σε αυτή την μακροσκελή έκτη θέση, ο Aλτουσέρ πρώτα επισημαίνει πως μια τέτοια «σωστή φιλοσοφία» δεν μπορεί να βρεθεί «στον θεωρητικό ανθρωπισμό του νεαρού Μαρξ, δηλαδή στη φιλοσοφική θεωρία της φοϋερμπαχιανής αποξένωσης» και υπογραμμίζει ότι «ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του Μαρξ είναι η προϋπόθεση: 1) της επιστημονικής του θεωρίας των κοινωνικών σχηματισμών 2) του πρακτικού, αδελφικού ανθρωπισμού του κομμουνισμού». [3] Ο Αλτουσέρ ωστόσο επιμένει πως ο Μαρξ ποτέ «δεν είχε επιχειρήσει να συστηματοποιήσει αυτήν τη φιλοσοφία»: στη Γερμανική Ιδεολογία[4] (την οποία ο Αλτουσέρ διαβάζει ακολουθώντας την ανάλυση του Ζωρζ Λαμπικά)[5] «ο Μαρξ θεωρεί πως η φιλοσοφία είναι μόνο ιδεολογία, και ως εκ τούτου ψευδαισθητική». Κατόπιν, oΜαρξ «επαναπροσεγγίζει ανοικτά τον Χέγκελ “αντιστρέφοντάς” τον (όπως έχω επισημάνει πρόκειται για μια μάλλον ασαφή έννοια συντηρητικής φύσης)». Βασικά, ο Mαρξ ποτέ δεν εγκατέλειψε την ιδέα πως η φιλοσοφία ήταν μια μορφή ιδεολογίας» ή την ιδέα ότι ήταν ένας «θετικός επιστήμονας» (γαλ. «savant positif»), «στην παράδοση των επιστημόνων φυσικών και δαρβινιστών του 19ου αιώνα». Ο Αλτουσέρ περιγράφει τη χρήση του Χέγκελ [6] από τον Μαρξ με έννοιες που δανείζεται από τον Γκαστόν Μπασελάρ, ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον Χέγκελ «τόσο για να στηριχθεί ο ίδιος σε συγκεκριμένες έννοιες και την κίνηση τους (ως ένα είδος φιλοσοφικού στηρίγματος) όσο και για να καταπολεμήσει τις στρεβλωμένες εκδοχές τους (ως ένα είδος επιστημολογικού εμποδίου)», μόνο για να προσθέσει πως υπό αυτήν την οπτική για τον Marx «το εμπόδιο ήταν πάντα πιο καθοριστικής σημασίας από ό,τι ήταν το στήριγμα» – και ο Marx δεν ήταν ποτέ πραγματικά ικανός να «αναμετρηθεί ουσιωδώς με τον Χέγκελ», και ειδικότερα με την δική του σχέση με την φιλοσοφία του Χέγκελ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ξαναπιάνοντας τα κομμένα νήματα: Αριστερά και Μεταρρυθμίσεις

Standard

 του Αντώνη Λιάκου

Roger de La Fresnaye, «Tα δεκατετράχρονα του Ιουλίου», 1914

Οι μεταρρυθμίσεις έχουν αναχθεί σε μείζον ζήτημα και βασικό κριτήριο για την πορεία της χώρας, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, η ανάγκη μεταρρυθμίσεων προβάλλεται ως επείγουσα, σε μια σειρά χώρες, σχεδόν στο σύνολο. Ποια χώρα δεν υπόκειται σε μεταρρυθμίσεις; Στο μέτρο βέβαια που ποτέ και πουθενά τα πράγματα δεν λειτουργούν τέλεια, πάντοτε θα χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Τι πιο φυσικό; Οι μεταρρυθμίσεις είναι έκφραση της νεωτερικότητας και της επιθυμίας βελτίωσης της κοινωνίας. Νεωτερικότητα σημαίνει την ικανότητα μιας χώρας να αυτορρυθμίζεται. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες γίνεται λόγος δεν αφορούν γενικώς βελτιώσεις και αλλαγές. Πρόκειται για συγκεκριμένο πακέτο πολιτικής, με συγκεκριμένη κατεύθυνση και στοχοθεσία. Παρά τις διαφορετικές ανάγκες, από χώρα σε χώρα, οι μεταρρυθμίσεις αυτές προκύπτουν από ενιαίο εγχειρίδιο: από μια πολιτική η οποία άρχισε να συγκροτείται ήδη ως απάντηση στις αλλεπάλληλες κρίσεις της δεκαετίας του ’70 και εκφράζουν μια ευρύτερη αλλαγή Παραδείγματος στην οικονομική και πολιτική φιλοσοφία, στις σχέσεις κράτους και πολίτη, διοίκησης και αγοράς.

Ποια είναι η κοινή συνισταμένη τους; Η προσομοίωση του κράτους στις λειτουργίες της αγοράς, η ιδιωτικοποίηση της ιδιότητας του πολίτη που αποσυνδέεται από κοινωνικά δικαιώματα, η απογύμνωση της εργασίας από τα θεσμικά της ερείσματα, γύρω από τα οποία συγκροτήθηκαν κοινωνικό κράτος και μαζικές δημοκρατίες. Πρόκειται για βαθιά αναμόχλευση της κοινωνίας, για ριζοσπαστικό πρόγραμμα χωρίς τέλος, για διαρκή επανάσταση των ελίτ. Η κρίση στην Ελλάδα ήταν η μεγάλη ευκαιρία να μπει η χώρα σε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, λέγεται. Tο Μνημόνιο μπορεί να απέτυχε, αλλά αυτό βαραίνει λιγότερο, αρκεί που η χώρα μπήκε στην πορεία των Μνημονίων, επομένως των μεταρρυθμίσεων.

Δεν υπάρχει επιστροφή στην κατάσταση προ κρίσης

 Το ζήτημα είναι οι πολιτικές της ανάταξης. Σε ποια κατεύθυνση και με ποιο σκεπτικό θα κινηθούν; Είναι σαφές πως η χώρα δεν μπορεί να επανέλθει στην προ κρίσης κατάσταση. Για δύο λόγους: Συνέχεια ανάγνωσης

Ευρώπη, ευρωπαϊκή ταυτότητα και διαφορετικότητα

Standard

H  συζήτηση πρωτοδημοσιεύθηκε στα «Ενθέματα» στις  7 Ιουνίου 2009

–Τι ενώνει την Ευρώπη; –Τι αντιλαμβανόμαστε ως ευρωπαϊκό πολιτισμό; –Ποια είναι η συνεισφορά της Ευρώπης στον παγκόσμιο πολιτισμό; –Ποιες φιλοσοφικές κατηγορίες ή ποιες νέες πολιτικές αρχές θα συνεισέφεραν στη δημιουργία μιας κοσμοπολίτικης, φιλόξενης και βαθιά δημοκρατικής Ευρώπης;

Συζητούν ο Έρικ Χομπσμπάουμ και ο Ντόναλντ Σασούν

Η συζήτηση που ακολουθεί ανάμεσα στους ιστορικούς Έρικ Χομπσμπάουμ και Ντόναλντ Σασούν έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2007 στο Κέντρο Σύγχρονου Πολιτισμού της Βαρκελώνης. Στους συζητητές είχαν τεθεί, ενδεικτικά,  οι παρακάτω ερωτήσεις: –Τι ενώνει την Ευρώπη; –Τι αντιλαμβανόμαστε ως ευρωπαϊκό πολιτισμό; –Ποια είναι η συνεισφορά της Ευρώπης στον παγκόσμιο πολιτισμό; –Ποιες φιλοσοφικές κατηγορίες ή ποιες νέες πολιτικές αρχές θα συνεισέφεραν στη δημιουργία μιας κοσμοπολίτικης, φιλόξενης και βαθιά δημοκρατικής Ευρώπης; Η συζήτηση δημοσιεύεται εδώ με  περικοπές, αναγκαίες για λόγους χώρους. Το πλήρες κείμενο είναι προσιτό στον ιστοχώρο Barcelona Metropolis.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ε. Χομπσμάουμ, Κέντρο Σύγχρονου Πολιτισμού της Βαρκελώνης, 12.11.2007

Έρικ Χομπσμπάουμ: Μπορούμε να δούμε την Ευρώπη με τρεις τρόπους. Καταρχάς, ως γεωγραφική περιοχή. Αυτή η οπτική είναι σχετικά ουδέτερη, αν μιλάμε με πολιτικούς και ιστορικούς όρους, αλλά σημαίνει ότι αντιλαμβανόμαστε τη Ρωσία, με γεωγραφικούς  όρους, ως τμήμα της Ευρώπης.

Δεύτερον, μπορούμε να θεωρήσουμε την Ευρώπη ως ένα σχέδιο, φτιαγμένο από μια λίγο πολύ σταθερή ομάδα κρατών και περιοχών που ανέκαθεν αυτοπροσδιορίζονταν, αποκλείοντας χώρες που δεν αποτελούσαν μέρος της Ευρώπης όπως την όριζαν.

Ο τρίτος τρόπος να κατανοήσουμε την Ευρώπη συνίσταται στο να τη δούμε ως ανολοκλήρωτη ιστορική διαδικασία που ξεκίνησε από κάποιες περιοχές της, τις οποίες και μετέτρεψε σε κινητήριες δυνάμεις του ιστορικού μετασχηματισμού του κόσμου και ηγετική πρωτοπορία παγκοσμίως. Για αιώνες, όλες οι αλλαγές εκκινούσαν από αυτό το μέρος του κόσμου.

Διαφοροποιήσεις και αντιφάσεις στο ευρωπαϊκό σχέδιο

Felix Vallotton, «Η αρπαγή της Ευρώπης»

Η διαδικασία δημιουργίας  εθνικών ταυτοτήτων ενεργοποιεί διασπαστικές δυνάμεις, σχετικά πρόσφατες στον σύγχρονο κόσμο. Έτσι, η τάση της ιστορικής εξέλιξης εναντιώνεται στον σχηματισμό μιας συγκεκριμένης ευρωπαϊκής ταυτότητας. Εντούτοις, η παγκοσμιοποίηση και τα πενήντα χρόνια της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχίζουν να δημιουργούν μια αίσθηση μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, όχι κοινής ταυτότητας βεβαίως, αλλά μεγαλύτερης διαφοροποίησης από τους κατοίκους άλλων περιοχών. Π.χ., από την εποχή του θριάμβου της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας μεταξύ των κυβερνήσεων έγινε σαφές ότι η Ευρώπη προσπαθεί ακόμα να παραμείνει πιστή σε μια ιδιαίτερη εκδοχή (ή εκδοχές) του κοινωνικού καπιταλισμού ή της κοινωνικής πρόνοιας, που δεν έχουν γίνει αντικείμενα τόσο αποτελεσματικής υπεράσπισης πουθενά αλλού παγκοσμίως. Δεν ισχυρίζομαι ότι ενυπάρχει εδώ μια αρχική αίσθηση ταυτότητας των Ευρωπαίων […] το γεγονός αυτό όμως έχει συμβάλλει στο να δημιουργηθεί μια αίσθηση ανωτερότητας απέναντι στο πλήθος των φτωχών χωρών που προσελκύονται απ’ ό,τι στα καθ’ ημάς θεωρείται ως εξαιρετικός πλούτος και υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Αυτή λοιπόν η ανωτερότητα έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη ξενοφοβία στην Ευρώπη, θα έλεγα ακόμα και σε μια βαθύτερη συνειδητοποίηση των φυλετικών διαφορών. Αυτή η ευρωπαϊκή ιδιομορφία βοηθά επίσης στο να διακρίνονται οι θεσμοί και ο τρόπος ζωής της από τους αντίστοιχους αντίπαλων πλούσιων χωρών, ειδικά των ΗΠΑ. Αυτή η αίσθηση της διαφοράς έχει ενισχυθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών για λόγους πολιτικούς και άλλους. Από την άλλη πλευρά, είναι πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς τις συνέπειες που θα έχει στην ευρωπαϊκή εμπειρία η άνοδος της Ασίας ως νέου παγκόσμιου οικονομικού κέντρου.

Ε. Χομπσμάουμ, Ντ. Σασούν, Κέντρο Σύγχρονου Πολιτισμού της Βαρκελώνης, 12.11.2007

Ντόναλντ Σασούν: Συμφωνώ επί της ουσίας με τον Έρικ Χομπσμπόμ για τις τρέχουσες αντιφάσεις στο ευρωπαϊκό σχέδιο. Αλλά η εκδοχή μου είναι κάπως λιγότερο απαισιόδοξη. Σε τελευταία ανάλυση, ο βαθμός σύγκλισης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων είναι εξαιρετικά απροσδόκητος. Πώς ήταν η Ευρώπη πριν πενήντα χρόνια; Διαιρεμένη ανάμεσα στην Ανατολική Ευρώπη των αριστερών αυταρχικών καθεστώτων, στη Νότια Ευρώπη […] των δεξιών δικτατοριών, ενώ ακόμη και στη δημοκρατική Ευρώπη ήταν εμφανείς βαθιές διαφορές ανάμεσα στις χώρες της βόρειας ακτής της Μεσογείου, όπως η Γαλλία ή η Ιταλία αφενός, και τις σκανδιναβικές κοινωνικές δημοκρατίες αφετέρου. Υπήρξαν, επίσης, έντονες διαφορές ανάμεσα στα αντίπαλα πολιτικά κόμματα, ειδικά τους κομμουνιστές στη Γαλλία και την Ιταλία, τους φαινομενικά ριζοσπάστες σοσιαλιστές αλλού και, τελικά, τους πιο μετριοπαθείς και αφοσιωμένους στο δόγμα του κράτους πρόνοιας σοσιαλδημοκράτες στο βόρειο τμήμα της Ευρώπης. Έκτοτε, έχει υπάρξει μια ιδιαίτερη σύγκλιση. Για παράδειγμα, όλοι σχεδόν προσυπογράφουν το δόγμα του φιλελεύθερου καπιταλισμού και, με μερικές εξαιρέσεις, μια μορφή κοινωνικού καπιταλισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Η απρόσωπη δικτατορία των αγορών στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία»

Standard

συνέντευξη του οικονομολόγου Γιώργου Δουράκη στον Γιώργο Κατσαμπέκη και τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή

 

Ότο Ντιξ, "Στην Ομορφιά", 1922

Έχετε υποστηρίξει ότι η κρίση την οποία διέρχεται το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ξεκινά περίπου το 2008 και έκτοτε εκδηλώνεται σε διαφορετικά επίπεδα και διακριτά στάδια. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για αυτά τα στάδια/επίπεδα;

 Η κρίση μπαίνει αισίως στον πέμπτο χρόνο της. Ξεκίνησε επισήμως από τις ΗΠΑ τον Δεκέμβρη του 2007. Στο χρονικό αυτό διάστημα έχει περάσει από διαφορετικές φάσεις. Ξεκινάει ως πιστωτική κρίση των τραπεζών και της Γουόλ Στρητ στις ΗΠΑ, μετεξελίσσεται σε κρίση της πραγματικής οικονομίας, σε οικονομική ύφεση δηλαδή, που σημαίνει άνοδο της ανεργίας και πτώση του ΑΕΠ. Σε μια τρίτη φάση παίρνει τα χαρακτηριστικά της δημοσιονομικής κρίσης των κρατών και, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει και μια τέταρτη φάση, η οποία είναι σε λανθάνουσα μορφή αυτή τη στιγμή. Πρόκειται για τη φάση του συναλλαγματικού πολέμου, που είναι και η πιο επικίνδυνη, επειδή μπορεί να μετατρέψει το διεθνές εμπόριο σε συγκρουσιακό και να μετεξελιχτεί σε εμπορικό πόλεμο. Δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη ανοιχτά –έχουμε σποραδικά επεισόδια–, αλλά υπάρχει ένα κλίμα γενικότερο. Έστω και αν οι κυβερνήσεις των διαφόρων κρατών έχουν συναίσθηση του κινδύνου λόγω της επώδυνης ιστορικής εμπειρίας της δεκαετίας του ’30, εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα μπορέσουν να τον αποφύγουν. Όλες οι δυτικές χώρες πλέον, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, έχουν παραιτηθεί από τα εσωτερικά μέτρα οικονομικής πολιτικής υπό τον φόβο των ελλειμμάτων και των χρεών, και αυτό σημαίνει ότι δεν μένει άλλος δρόμος για να αντιμετωπίσουμε την κρίση παρά μόνο οι εξαγωγές. Αλλά δεν μπορούν όλες οι χώρες να έχουν εμπορικά πλεονάσματα. Για να υπάρχουν εμπορικά πλεονάσματα, πρέπει συγχρόνως να υπάρχουν εμπορικά ελλείμματα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορίζοντας την παγκοσμιοποίηση

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Μπομπ Τζέσοπ

μετάφραση: Χρήστος Μπουκάλας

Έργο του Τζωρτζ Γκρος

Κυκλοφορεί, αυτές τις μέρες, από τις «Εκδόσεις του 21ου αιώνα», σε μετάφραση Χρήστου Μπουκάλα, το βιβλίο του Βοb Jessop Κρατική εξουσία: μια στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση. Στο έργο αυτό ο Τζέσοπ, ένας από τους γνωστότερους μαρξιστές θεωρητικούς του κράτους σήμερα,  εστιάζεται στη διαλεκτική μεταξύ δομής και στρατηγικής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, αναπτύσσοντας τη δική του «στρατηγική-σχεσιακή» προσέγγιση. Το  βιβλίο, ξεκινώντας από τις μεγάλες θεωρητικές αναγνώσεις του κράτους (Μαρξ, Γκράμσι, Πουλαντζάς, Φουκώ) προχωράει στην εφαρμογή της στρατηγικής-σχεσιακής προσέγγισης σε σημαντικά ζητήματα του σύγχρονου κράτους (την έμφυλη επιλεκτικότητά του, το μέλλον του εθνικού κράτους, τη χρονική επικυριαρχία του κράτους, τη σημασία της πολυκλιμακικής μεταδιακυβέρνησης στην Ευρώπη), ενώ ολοκληρώνεται με μια σειρά προτάσεων για  τη μελλοντική  έρευνα στην πολιτική οικονομία και τη θεωρία του κράτους.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 Η «παγκοσμιοποίηση» είναι μια πολύσημη, ετερόκλιτη, αμφιλεγόμενη λέξη, που συχνά συσκοτίζει αντί να διαφωτίζει τα όσα αφορούν στις πρόσφατες οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές. Στην καλύτερη χρήση της υποδηλώνει μια πολυκεντρική, πολυκλιμακική, πολυχρονική, πολυαιτιακή και πολύμορφη διαδικασία. Η διαδικασία είναι πολυκεντρική διότι προκύπτει από δραστηριότητες σε πολλούς τόπους και όχι από ένα μοναδικό κέντρο. Είναι πολυκλιμακική διότι προκύπτει από δράση σε πολλές κλίμακες –που δεν εννοούνται πλέον εγκατεστημένες σε μια σαφή ιεραρχία, αλλά φαίνεται ότι συνυπάρχουν και αλληλοδιεισδύουν με μπερδεμένο και συγχεχυμένο τρόπο–, και διότι αναπτύσσει και επιτείνει τον κλιμακικό και τον χωρικό καταμερισμό εργασίας. Άρα αυτό που από μια οπτική γωνία περιγράφεται ως παγκοσμιοποίηση, θα μπορούσε από άλλη κλιμακική προοπτική να παρουσιαστεί διαφορετικά (και, ίσως, ακριβέστερα) ως, φέρ’ ειπείν, διεθνοποίηση τριαδοποίηση, οικοδόμηση περιφερειακών μπλοκ, οικοδόμηση δικτύων παγκοσμίων πόλεων, διασυνοριακή συνεργασία, διεθνής τοπικοποίηση, glocalization, glurbanization,  διεθνικοποίηση). Είναι πολυχρονική διότι εμπλέκει προοδευτικά συνθετότερη αναδόμηση και αναδιάρθρωση χρονικοτήτων και χρονικών οριζόντων. Αυτό το στοιχείο αποτυπώνεται στις έννοιες της χωροχρονικής απόκλισης και χωροχρονικής συμπύκνωσης. Από αυτές τις διαδικασίες, η πρώτη έγκειται στην έκταση των κοινωνικών σχέσεων στον χρόνο και τον χώρο, ώστε να μπορούν να ελέγχονται για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους (συμπεριλαμβανομένου ενός όλο και πιο απόμακρου μέλλοντος) και σε μεγαλύτερες αποστάσεις και περιοχές, και σε περισσότερες κλίμακες δραστηριότητας. Η χωροχρονική συμπύκνωση έγκειται στην εντατικοποίηση διακριτων γεγονότων σε ακαριαίο χρόνο, ή/και στην αυξημένη ταχύτητα υλικών και άυλων ροών σε μια δεδομένη απόσταση. Η παγκοσμιοποίηση είναι σαφώς πολυαιτιακή, αφού προκύπτει από τη σύνθετη, απρόοπτη αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών αιτιακών διαδικασιών. Είναι επίσης πολύμορφη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πανεπιστήμιο στον 21ο αιώνα: σκέψεις για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίησή του

Standard

του Μποαβεντούρα ντε Σούζα Σάντος

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Ο Boaventura de Sousa Santos, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα της Πορτογαλίας, είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους διεθνώς  πορτογάλους κοινωνικούς επιστήμονες.  Βασικά θέματα με τα οποία ασχολείται είναι η παγκοσμιοποίηση, η κοινωνιολογία του δικαίου και του κράτους και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό δίκτυο περιοδικών Eurozine την 1.7.2010, αναζητάει τους δρόμους για μια ριζοσπαστική δημοκρατική μεταρρύθμισης που θα υπερασπίζεται το πανεπιστήμιο ως δημόσιο αγαθό, ενάντια στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Στο φόντο των συνεχιζόμενων κινητοποιήσεων ενάντια στον νόμο Διαμαντοπούλου, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το αξιόλογο αυτό κείμενο (πλήρες, στα αγγλικά, είναι προσιτό στο /www.eurozine.com/articles/2010-07-01-santos-en.html), με την πρόθεση να βοηθήσουμε στο άνοιγμα της συζήτησης στις διεθνείς της διαστάσεις.

Στρ. Μπ.

Έγκον Σίλε, «Τρία κορίτσια», 1911

Εντοπίζω δύο φάσεις στη διαδικασία εμπορευματοποίησης του δημόσιου πανεπιστημίου. Στην πρώτη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η εθνική  αγορά πανεπιστημιακής εκπαίδευσης  επεκτείνεται και ενοποιείται. Στη δεύτερη φάση, μαζί με την εθνική αγορά, αναδύεται με μεγάλο δυναμισμό μια διακρατική αγορά ανώτερης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, την οποία, στα τέλη της δεκαετίας, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου αρχίζουν να προωθούν ως  παγκόσμια λύση για τα προβλήματα της εκπαίδευσης. Με άλλα λόγια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση του πανεπιστημίου βρίσκεται σε εξέλιξη. Πρόκειται νέο φαινόμενο. Βεβαίως, η διεθνοποίηση των πανεπιστημιακών ανταλλαγών είναι μια παμπάλαιη διαδικασία, αφού τη συναντάμε ήδη στα μεσαιωνικά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (για να μη μιλήσουμε για τα πρώτα ισλαμικά πανεπιστήμια στην Αφρική). Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πήρε τη μορφή της επιμόρφωσης, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, φοιτητών από τις χώρες της περιφέρειας και της ημιπεριφέρειας στα πανεπιστήμια των μητροπολιτικών χωρών, καθώς και  της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων από διαφορετικές χώρες. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, τέτοιες διακρατικές σχέσεις έχουν φτάσει σε ένα νέο επίπεδο. Η νέα διεθνοποίηση είναι πολύ ευρύτερη από την προγενέστερη και η λογική της είναι, σε αντίθεση με εκείνην, αποκλειστικά εμπορική.

Οι δύο καθοριστικές διαδικασίες της δεκαετίας  του 1990 –η απόσυρση του κράτους από τη χρηματοδότηση του  δημόσιου πανεπιστήμιο και η εμπορευματική παγκοσμιοποίηση του πανεπιστημίου– αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι οι δύο πυλώνες ενός μεγάλου παγκόσμιου μοντέλου εκπαιδευτικής πολιτικής, που επιδιώκει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο έχει συγκροτηθεί το πανεπιστήμιο ως δημόσιο αγαθό, μετατρέποντάς το σε ένα τεράστιο και εξαιρετικά κερδοφόρο πεδίο για το εκπαιδευτικό καπιταλισμό. Αυτό το μεσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο περιλαμβάνει διάφορα στάδια και μορφές εμπορευματικοποίησης του πανεπιστημίου. Στο αρχικό στάδιο, το δημόσιο πανεπιστήμιο, προκειμένου να ξεπεράσει την οικονομική κρίση, αναγκάζεται να εξεύρει δικούς του οικονομικούς πόρους, συμπράττοντας δηλαδή με το βιομηχανικό κεφάλαιο. Σε αυτό το επίπεδο, το δημόσιο πανεπιστήμιο διατηρεί την αυτονομία  και τη θεσμική του ιδιαιτερότητα, ιδιωτικοποιώντας μέρος των υπηρεσιών που παρέχει. Το δεύτερο στάδιο  είναι η μεθοδευμένη εξάλειψη της διάκρισης μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων, και  η μετατροπή έτσι του πανεπιστήμιου, εν συνόλω, σε επιχείρηση: έναν οργανισμό που όχι μόνο παράγει για την αγορά, αλλά και αναπαράγεται ο ίδιος ως αγορά, μια αγορά πανεπιστημιακών υπηρεσιών που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα,  από τη διοίκηση, τη διδασκαλία και την υλικοτεχνική υποδομή, μέχρι την πιστοποίηση των σπουδών, την κατάρτιση των καθηγητών, την αξιολόγηση καθηγητών και φοιτητών. Το εάν μπορούμε πλέον να μιλάμε για το πανεπιστήμιο ως δημόσιο αγαθό, όταν έχουμε περάσει σε αυτό το δεύτερο στάδιο, αποτελεί καθαρά ρητορική ερώτηση. Συνέχεια ανάγνωσης

Η παρούσα γεωγραφική-οικονομική κρίση, τα προβλήματα της «παγκοσμιοτοπικοποίησης» και οι εναλλακτικές στρατηγικές της Αριστεράς

Standard

συνέντευξη του  Έρικ Σβεϊνχντάου

Τη συνέντευξη πήραν και μετέφρασαν ο Χάρης Κωνσταντάτος και η Δήμητρα Σιατίτσα

 

Ο Έρικ Σβεϊνχντάου (Erik Swyngedouw) είναι καθηγητής Γεωγραφίας στη Σχολή Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ. Επικεντρώνεται στο ζήτημα της πολιτικής οικονομίας και των χωρικών αναδιαρθρώσεων του σύγχρονου καπιταλισμού, με δεκάδες εργασίες για την οικονομική παγκοσμιοποίηση, την περιφερειακή ανάπτυξη, την αστικοποίηση. Το τελευταίο διάστημα καταπιάνεται με ζητήματα πολιτικής οικολογίας και μετασχηματισμών των σχέσεων φύσης και κοινωνίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη διακυβέρνηση, την πολιτική και τα οικονομικά των υδάτινων πόρων διεθνώς. Περισσότερες πληροφορίες για το έργο του: http://staffprofiles.humanities.manchester.ac.uk/Profile.aspx?Id=Erik.Swyngedouw Ο Ε. Σβεϊνχντάου βρέθηκε στην Αθήνα στα μέσα Δεκεμβρίου, για να συμμετάσχει σε εκδήλωση με θέμα «Το μέλλον της γεωγραφίας στην Ευρώπη», στο πλαίσιο του εορτασμού των 20 χρόνων από την ίδρυση του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Με την ευκαιρία αυτή μίλησε στα «Ενθέματα».

 

Σάντορ Τσίφφερ, «Πλοίο στον Σηκουάνα», 1911

Μιλώντας για την παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, συνήθως την ορίζουμε σαν οικονομική και δημοσιονομική. Άλλες πλευρές της –χωρικές, γεωγραφικές ή οικολογικές– φαίνεται να αγνοούνται στον κυρίαρχο λόγο, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι λόγοι και οι συνέπειες μιας τέτοιας κατανόησης της κρίσης;

Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να αναστοχαστούμε πάνω στην έννοια της κρίσης που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ και με διαφορετικούς τρόπους.

Η λέξη κρίση έχει κανονικοποιηθεί, με την έννοια ότι ζούμε σε συνθήκες κρίσης εδώ και πολύ καιρό: τη δεκαετία του 1990 είχαμε μια σειρά διαδοχικών κρίσεων στη Νοτιοανατολική Ασία, τη φούσκα των «dot-com», και το 2001 την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Οι συνθήκες της κρίσης έχουν γίνει οι κανονικές συνθήκες της καθημερινής ζωής. Αυτό συνδέεται στενά με εκείνο που ο Αλαίν Μπαντιού και άλλοι έχουν ονομάσει καλλιέργεια της πολιτικής του φόβου. Η συνεχής υπόμνηση ότι ο κίνδυνος είναι εκεί, ότι οι κίνδυνοι της καθημερινής ζωής δεν σταματούν να υπάρχουν. Η κανονικότητα δεν υπάρχει πια.

Πρώτο σημείο λοιπόν είναι ότι η κρίση έχει κανονικοποιηθεί, έχει γίνει ένα δεδομένο όχημα Λόγου (standard discursive vehicle) των ελίτ. Στο ερώτημα γιατί καλλιεργείται μια κουλτούρα και πολιτική του φόβου, η απάντηση είναι ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διατήρησης μιας συγκεκριμένης πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής τάξης. Η επίκληση της έννοιας της κρίσης είναι εκείνη ακριβώς που κάνει τους ανθρώπους να φοβούνται οποιαδήποτε αλλαγή.

Δεύτερον, προχωρώ στη σύγχρονη μορφή της κρίσης, που, παρεμπιπτόντως, δεν είναι παγκόσμια, καθώς η Κίνα και η Ινδία αναπτύσσονται ραγδαία· είναι μια δική μας «ατλαντική» –βορειοαμερικανική και ευρωπαϊκή– κρίση που αναπαρίσταται ως παγκόσμια. Αν διαβάσετε την World Street Journal ή τους Financial Times, δηλαδή την τρέχουσα κατασκευή του κυρίαρχου λόγου, ανακαλύπτεις, μέσα από τη φωνή των ελίτ, ότι είναι εκείνες που συστηματικά καλλιεργούν και αναπαράγουν αυτή την έννοια της κρίσης. Γιατί αυτοί, τελικά, έχουν να χάσουν τα περισσότερα.

Τρίτον, είναι προφανές ότι οι πολιτικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι ελίτ προσπαθούν να μετριάσουν για τις ίδιες τις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης που δημιούργησαν, ρίχνουν το βάρος στους φτωχούς και αδύναμους, που πλήττονται δυσανάλογα από την κρίση.

Μια κρίση γεωγραφική-οικονομική

Αν αναλογιστούμε τη δημιουργία αυτού που σήμερα αποκαλούμε οικονομική κρίση, θα υποστήριζα ότι σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με τη γεωγραφία, και ιδιαίτερα με μια συγκεκριμένη γεωγραφική μορφή αυτή της πόλης, του αστικού. Θα θυμάστε ότι όταν ξέσπασε η κρίση, το 2008, κάποιοι αναλυτές είπαν ότι αιτία ήταν τα τοξικά ενυπόθηκα δάνεια. Δηλαδή δάνεια για την αγορά ενός τμήματος πόλης –ενός σπιτιού, ενός διαμερίσματος, ενός οικοπέδου– που αναπτύχθηκαν με κερδοσκοπικό τρόπο, με τη μορφή εικονικού κεφαλαίου (fictitious capital) σε γιγαντιαία κλίμακα, στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία. Αυτό οδήγησε στη σπειροειδή κατασκευή εκείνου που ο Μαρξ ονόμασε εικονικό κεφάλαιο, κάτι που στην καθομιλουμένη ονομάζουμε κερδοσκοπικό κεφάλαιο. Η δημιουργία κερδοσκοπικού κεφαλαίου είναι ιστορικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δεν είναι κάτι καινούργιο. Σε συγκεκριμένες περιόδους μετατρέπεται στην κεντρική στρατηγική συσσώρευσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990-αρχές του 2000, το πεδίο δημιουργίας κερδοσκοπικού κεφαλαίου ήταν ο χώρος, η γεωγραφία, η κατασκευή του αστικού χώρου. Συνέχεια ανάγνωσης

Διακήρυξη για μια ευρωπαϊκή ανάπτυξη

Standard

Κύκλος των Οικονομολόγων: Οικονομικές Συναντήσεις του Αιξ, 2010

Έργο του Ανρί Ματίς

Το τριήμερο 2-4 Ιουλίου ο Κύκλος των Οικονομολόγων (Cercle des Economistes) πραγματοποίησε για πέμπτη φορά στο Αιξ της Προβηγκίας την ετήσια Οικονομική Συνάντησή  του, με τη συμμετοχή πολλών γάλλων επιστημόνων και επισκεπτών από όλο τον κόσμο.

Ο «Κύκλος των Οικονομολόγων» συγκροτήθηκε από γάλλους πανεπιστημιακούς, σε θέσεις δημόσιας ευθύνης άλλοτε ή και τώρα, με την επιδίωξη να προαγάγουν με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια μιαν εναλλακτική συζήτηση για την οικονομική πολιτική. Μέλη του είναι οι Patrick Artus, Agnes Benassy-Quere, Francoise Benhamou, Jean-Paul Betbeze, Laurence Boone, Anton Brender, Pierre Cahuc, Andre Cartapanis, Jean-Michel Charpin, Jean-Marie Chevalier, Benoit Coeure, Christian De Boissieu, Lionel Fontagne, Pierre Jacquet, Bertrand Jacquillat, Jean-Dominique Lafay, Jean-Herve Lorenzi (Πρόεδρος), Catherine Lubochinsky, Jacques Mistral, Olivier Pastre, Anne Perrot, Jean Pisani-Ferry, Jean-Paul Pollin, Dominique Roux, Christian Saint-Etienne, Christian Stoffaes, David Thesmar, Philippe Trainar, Alain Trannoy, Daniel Vitry. Στη φετινή «Συνάντηση» στο Αιξ συμμετείχαν πολλές δεκάδες οικονομολόγοι ακόμα, από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ μέχρι τον καθηγητή Μισέλ Αλιετά, ή τον αμερικανό Ρόμπερτ Ράιχ από το Μπέρκλεϊ.

Το ενδιαφέρον φέτος επικεντρώθηκε στην προσπάθεια να διατυπωθούν προτάσεις για μια νέα ανάπτυξη στην Ευρώπη μετά τη μεγάλη κρίση, που πηγαίνουν πολύ πέρα από την τρέχουσα αντιπαράθεση νεοκεϋνσιανών και δημοσιονομικά συντηρητικών για τα ελλείμματα: aναζητούν τους κλάδους, πράσινους και άλλους, τις καινοτομίες,  τα επιχειρηματικά πρότυπα που χρειάζεται να αναπτύξει η Ευρώπη, τρόπους χρηματοδότησης που να υπερβαίνουν την κυρίαρχη βραχυπρόθεσμη οπτική στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, ένα νέο ρόλο για το κράτος. Τις προτάσεις αυτές, όπως συνοψίζονται στην τελική Διακήρυξη της φετινής «Συνάντησης», παρουσιάζουν σήμερα τα «Ενθέματα».

Ελίζα Παπαδάκη

Έργο του Ζωρζ Μπρακ

Αντικείμενο αυτής της διακήρυξης είναι να περιγράψει και να προτείνει τους όρους με τους οποίους οι χώρες του ΟΟΣΑ, και πρωτίστως η ευρωπαϊκή ήπειρος, μπορούν να ξαναβρούν μια μείζονα θέση στην παγκόσμια οικονομία μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Η αποφασιστικά αισιόδοξη οπτική μας για το μέλλον της Ευρώπης δεν προκύπτει αυτόματα. Για να επιτύχουμε το στόχο χρειάζονται πολύ περισσότερα από διακηρύξεις· χρειάζονται επενδύσεις σε ανθρώπινους πόρους και κεφάλαια χωρίς προηγούμενο. Και χωρίς να υποπίπτουμε σε μιαν απλοϊκή θεώρηση της αειφόρου ανάπτυξης, είναι προφανές ότι η Ευρώπη πρέπει να συγκεντρώσει μέρος των προσπαθειών της σε περιοχές, περιορισμένου βαρύτητας σήμερα, οι οποίες θα επεκταθούν και όπου τα αφετηριακά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα είναι ισχυρά: στις τεχνολογίες και τις αγορές της πράσινης επιχειρηματικότητας (green business). Ας μη χάσουμε το προνόμιο ότι πρώτοι αντιληφθήκαμε το βάρος των νέων περιβαλλοντικών πιέσεων, και αναδειχθήκαμε σε ηγετική δύναμη στον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση ο κόσμος δεν θα μπορούσε να γνωρίσει πραγματική ανάπτυξη αν η Ευρώπη, και ακόμα περισσότερο οι ΗΠΑ, αναστείλουν τη μεγέθυνσή τους. Συνέχεια ανάγνωσης