H αυτονομία στην παιδεία ως οφθαλμαπάτη και παγίδα

Standard

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Οι αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης είναι ένα φαινόμενο σύνηθες στις σύγχρονες κοινωνίες. Οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις και οι αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών θεωρούνται ως η αναγκαία προσαρμογή στη μεταβολή των πραγματικών συνθηκών στις εκάστοτε κοινωνίες και των θεωρητικών αντιλήψεων για την εκπαίδευση. Οι αλλαγές αυτές γίνονται αντικείμενο δημόσιων συζητήσεων και οι αντιπαραθέσεις των απόψεων σε αρκετές περιπτώσεις είναι έντονες ή και βίαιες, όπως συμβαίνει, σε τακτά πλέον διαστήματα, στη Γαλλία. Αυτό που ξεχωρίζει την ελληνική περίπτωση από τις άλλες ευρωπαϊκές δεν είναι τόσο η συχνότητα των «μεταρρυθμίσεων», αλλά το γεγονός ότι κατά κανόνα αναγορεύονταν σε υπαρξιακό ζήτημα για την κοινωνία, παρόλο που μπορούσε να αφορούν ένα επιμέρους μόνο ζήτημα της εκπαίδευσης.

Οι υπεραντιδράσεις αυτές οφείλονταν στην παραδοσιακή ισχύ των ιδεοκρατικών αντιλήψεων στην ελληνική κοινωνία, οι οποίες από τη δεκαετία του 1990 και μετά ενισχύθηκαν μπροστά στις αυξανόμενες δυσκολίες αναπαραγωγής του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και στην αδυναμία της πολιτικής να τις αντιμετωπίσει, καθώς η ενσωμάτωση στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο της αφαιρούσε όλο και περισσότερα εργαλεία δράσης.

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Το μυστήριο και η  μελαγχολία ενός δρόμου", 1914

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Το μυστήριο και η μελαγχολία ενός δρόμου», 1914

Η παιδεία απέμενε ο μόνος τομέας στον οποίο μπορούσαν να επιχειρηθούν δομικές αλλαγές και εύλογα αναβαθμίσθηκε η σημασία της στη δημόσια συζήτηση. Σε αυτό συνέτεινε, την ίδια εποχή, και ο κυρίαρχος λόγος στην Ευρώπη περί οικονομίας και κοινωνίας της γνώσης. Ο τομέας της παιδείας θεωρείται έκτοτε η πηγή των προβλημάτων και ταυτόχρονα το κλειδί για τη λύση τους, αλλά καθώς η πολιτική αδυναμία γέννησε την κοινωνική ανασφάλεια οι αλλαγές που προτείνονταν για την παιδεία μέχρι και το 2014 στόχευαν κυρίως στην πειθάρχηση των νέων και στον έλεγχο των μηχανισμών παραγωγής ιδεολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Προς ένα χειραφετητικό ιδεώδες για την παιδεία

Standard

 του Κώστα Σταμάτη

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

 Το κείμενο γράφηκε με αφορμή το ζήτημα της σύνταξης ενός προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την παιδεία, ωστόσο, οι σκέψεις που διαλαμβάνει έχουν κατ’ ανάγκην ισχύ πολύ ευρύτερη από τη συγκεκριμένη συγκυρία. Για την οικονομία του χώρου, αφήνουμε κατά μέρος ένα τμήμα κριτικής στη νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης και επικεντρωνόμαστε κατευθείαν στο προγραμματικό σκέλος ενός παρόμοιου εγχειρήματος.

Η παιδεία ζήτημα αιχμής στον σύγχρονο κόσμο

 Στον σύγχρονο ιστορικό ορίζοντα τα ζητήματα της εκπαίδευσης προσλαμβάνουν ένα δραματικό, τετραπλό ενδιαφέρον: Συνέχεια ανάγνωσης

Ανώτατη παιδεία: Επωλήθη

Standard

ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΤΕΧΝΕΙΟΥ-1

του Στέφαν Κολίνι

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

1-emp Σαράντα χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, και ενώ συνεχίζεται η απεργία των διοικητικών υπαλλήλων, με την κυβέρνηση να απειλεί με εισαγγελείς και συλλήψεις (όπως και ότι θα στείλει τα ΜΑΤ εάν η ΕΡΤ εκπέμψει από το ΕΜΠ), δημοσιεύουμε μικρά αποσπάσματα από το εκτενές βιβλιοκριτικό δοκίμιο του καθηγητή λογοτεχνίας και ιστορίας των ιδεών στο  Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Stephan Collini («Sold out», London Review of Books, τχ. 20, 24.10.2013). Ξεκινώντας από τις πρόσφατες μελέτες των Roger Brown – Helen Caraso (Everything for Sale? The Marketisation of UK Higher Education) και του Andrew McGettigan (The Great University Gamble: Money, Markets and the Future of Higher Education), o Κολίνι μιλάει για την ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, στο Ηνωμένο Βασίλειο και γενικότερα. Τα δημοσιεύουμε, όχι μόνο ως προείκασμα ενός δυστοπικού μέλλοντος, αλλά και γιατί, παρά τις εθνικές ιδιαιτερότητες, ο αγώνας για την υπεράσπιση της δημόσιας παιδείας δεν μπορεί παρά να είναι κοινός, διαπερνώντας τα σύνορα.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 Ας ξεκινήσω από αυτό: Το να ασκούμε κριτική στην πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα στα πανεπιστήμια δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως παλιότερα όλα είχαν καλώς ή πως αναπολούμε κάποια χρυσή εποχή στην οποία πρέπει να επιστρέψουμε, ούτε, τέλος πως τα πανεπιστήμια δεν είναι υπόλογα στην κοινωνία — κατηγορίες, όλες αυτές, που απαγγέλλουν οι υπερασπιστές της  εν λόγω πολιτικής προκειμένου να απαξιώσουν τη δικαιολογημένη κριτική που τους γίνεται. Με άλλα λόγια, η επιλογή δεν έγκειται ανάμεσα στην υποστήριξη της σημερινής πολιτικής και σε κάποια αίσθηση κεκτημένων δικαιωμάτων που ισοδυναμεί με στρουθοκαμηλισμό. Δεύτερον, θα έπρεπε να είναι επίσης ξεκάθαρο ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις έπαιξαν τον ρόλο τους στην προώθηση των πολιτικών αυτών [της ιδιωτικοποίησης].  Οι αλλαγές που σημειώθηκαν μετά το 2010 είναι φυσικά πιο θεμελιακές από όλα όσα είχαν συμβεί νωρίτερα, αλλά στους κύκλους όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, και ειδικά μεταξύ των αρμόδιων παραγόντων, υπάρχει συνέχεια στην προσέγγιση τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Τρίτον, τη μοίρα των βρετανικών πανεπιστημίων δεν μπορεί κανείς να την εξετάσει απομονωμένα. Στις σύγχρονες δημοκρατίες της αγοράς, βαθιές δομικές αλλαγές ασκούν, διεθνώς, ισχυρότατες  πιέσεις στις αξίες που διατήρησαν ζωντανό το ιδεώδες της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Δυστυχώς, το Ηνωμένο Βασίλειο ανέλαβε την πιλοτική πειραματική εφαρμογή αυτών των αλλαγών. Οι άλλες χώρες παρακολουθούν την εξέλιξη του πειράματος με ένα μείγμα λύπησης και ανησυχίας: λύπησης, γιατί η πανεπιστημιακή εκπαίδευση στη Βρετανία ήταν κάτι που θαύμαζαν για πάρα πολλά χρόνια· και ανησυχίας, γιατί φοβούνται πως παρόμοιες πολιτικές μπορεί να ενσκήψουν σύντομα καταπάνω τους. Να το πούμε κι αλλιώς: σε πολλά μέρη του κόσμου τη βρετανική ανώτατη εκπαίδευση δεν τη αντιμετωπίζουν τόσο σαν ένα χρήσιμο πρωτοποριακό πείραμα όσο σαν παλιά εκείνα «καναρίνια στο ορυχείο».[1]

Συνέχεια ανάγνωσης

Στα «Ενθέματα» αύριο Κυριακή 6 του Οκτώβρη

Standard

Kείμενα των: Στρατή Μπουρνάζου, Λορέτας Μακόλεϊ, Βασίλη Παπαστεργίου, Ταρίκ Αλί, Νίκου Σαραντάκου, Κώστα Γαβρόγλου, Κύρκου Δοξιάδη, Μάκη Κουζέλη, Μιχάλη Σπουρδαλάκη, Πολυμέρη Βόγλη

 graffitiΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ

Μια άλλη χώρα… Το Σάββατο το πρωί ήταν σαν να ξυπνήσαμε σε μια άλλη χώρα. Ο Στρατής Μπουρνάζος εξηγεί γιατί η ποινική δίωξη της Χρυσής Αυγής αποτελεί τομή, «μια τομή διόλου αναμενόμενη — ας σκεφτούμε ότι μέχρι προχθές βασικό αίτημα αλλά και φόβος μας ήταν “να μην περιοριστεί η υπόθεση στον Ρουπακιά και τρεις-τέσσερις ακόμα”. Kαι, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις, τις οποίες μπορούμε, αλλά και πρέπει να έχουμε, αυτό που γίνεται δεν είναι (μόνο) σόου, επικοινωνιακό «κόλπο» ή παιχνίδι: είναι, πρώτα απ’ όλα, πραγματικό».

Σαν να έφυγε ένα μαύρο σύννεφο… Η Λορέτα Μακόλεϊ, μετανάστρια από τη  Σιέρα Λεόνε, που ζει για χρόνια στην Ελλάδα, πρόεδρος της Ένωσης Αφρικανών Γυναικών, περιγράφει τι σήμαινε για τους μετανάστες η δράση της Χρυσής Αυγής και τι η σύλληψη Μιχαλολιάκου: «[Όταν συνέλαβαν τον Μιχαλολιάκο] αισθάνθηκα καλά, πολύ καλά. Και νιώθω ότι εκείνη η μέρα ήταν ιστορική για την Ελλάδα. Σαν να σηκώθηκε ένα μαύρο σύννεφο, που είχε κάτσει πάνω μας, και να έφυγε. Και έτσι μπορούμε και βλέπουμε τι γίνεται, αρχίζει να φαίνεται λίγο η δημοκρατία. Τώρα για το πώς θα εξελιχθεί… κρατάω μικρό καλάθι».

Υπόθεση “Χρυσή Αυγή”: η ώρα του κινήματος. Ο Βασίλης Παπαστεργίου αποτιμά συνολικά την κατάσταση που έχει διαμοφωθεί και εξηγεί γιατί τώρα είναι η στιγμή για το αντιφασιστικό κίνημα: «Η υπόθεση του αντιφασισμού είναι πολύ σημαντική για να αφεθεί στα χέρια εκείνων που τόσα χρόνια απέτυχαν να δουν και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Είναι υπόθεση των ανθρώπων του αντιφασιστικού κινήματος –όλων των τάσεων– να οργανωθούν, να συνεννοηθούν, να μην αφήσουν τη Χρυσή Αυγή να ανακάμψει, αλλά και να προσπαθήσουν τώρα να αλλάξουν την ατζέντα, να επιβάλουν θεσμικές και πολιτικές λύσεις για τη λειτουργία τη αστυνομίας, τη νομοθεσία για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας, τη μεταχείριση των μεταναστών/τριών».

Φασίνα στους φασίστες. Ο Νίκος Σαραντάκος, στη μόνιμη στήλη του «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» μας θυμίζει την ετυμολογία των λέξεων «φασισμός» και «φασίστες», φτάνοντας στην αρχαία Ρώμη και το λατινικό fascsis: «Ετυμολογικά η λέξη “φασισμός” έχει ξαδερφάκια στη γλώσσα μας, αφού από το ίδιο το λατινικό fascis ή μάλλον από το ιταλικό fascia (ταινία, λωρίδα) έχουμε τη φάσα, τη λωρίδα που βάζουμε στα ρούχα, τις φασκιές των μωρών, αλλά και τη φασίνα, επειδή αρχικά οι σκούπες φτιάχνονταν με δεμάτια από ξερόκλαδα. Οπότε το σύνθημα «φασίνα στους φασίστες», πέρα από πολιτικά είναι και ετυμολογικά εύστοχο. Πρέπει βέβαια να βρεθούν άξια χέρια να κρατήσουν τη σκούπα…».

Ο Ταρίκ Αλί ως λογοτέχνης. Συνέντευξη του Ταρίκ Αλί. Ο Γιάννης Αλμπάνης συνάντησε τον Ταρίκ Αλί στην Αθήνα και μίλησε μαζί του για το συγγραφικό του έργο, τα μυθιστορήματά του, τη γραφή, την ιστορία και τον πολιτισμό του Ισλάμ: «Είμαι ένας κοσμοπολίτης χωρίς ρίζες. Σε όλη μου τη ζωή υπήρξα και παραμένω διεθνιστής. Γνωρίζω βεβαίως αυτές τις κουλτούρες γιατί μέχρι τα είκοσί μου έζησα σε μια ισλαμική χώρα και μετά σε μια δυτική χριστιανική. Το κυρίαρχο κίνητρό μου όμως είναι να αμφισβητήσω βαθιά ριζωμένες κυρίαρχες πεποιθήσεις. Αυτό κάνω και στα λογοτεχνικά και στα πολιτικά γραπτά μου».

Πανεπιστήμιο της κοινωνίας. Οι διδάσκοντες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κώστας Γαβρόγλου, Κύρκος Δοξιάδης, Μάκης Κουζέλης και Μιχάλης Σπουρδαλάκης, σε ένα συνολικό κείμενο αποτιμούν την κατάσταση στο πανεπιστήμιο, εξηγούν γιατί το υπερασπιζόμαστε και ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε: «[…] είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναφέρουμε το πανεπιστήμιο στην πρώτη γραμμή της μάχης για δημοκρατική κοινωνία, να φέρουμε το πανεπιστήμιο στην κοινωνία και την κοινωνία στο πανεπιστήμιο. Χωρίς να κουκουλώνουμε τις αθλιότητες αλλά και χωρίς να υποβαθμίζουμε τις τόσο σημαντικές κατακτήσεις του. Η έρευνα αλλά και η διδασκαλία θα πρέπει να έχει ως πρώτο της αντικείμενο, ως κοινό της αλλά και ως εντολοδόχο της αυτή την κοινωνία της κρίσης. […] δικαιούμαστε αλλά είμαστε και υποχρεωμένοι να αποδώσουμε στην κοινωνία ό,τι της οφείλουμε, να απευθυνθούμε σε αυτήν. Κοινωνικό πανεπιστήμιο».

4η Αυγούστου: ένα πείραμα εκφασισμού. Με την ευκαιρία του συνεδρίου που οργάνωσε το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, ο Πολυμέρης Βόγλης μιλάει στον Μάνο Αυγερίδη και τον Στρατή Μπουρνάζο για την έλξη που ασκεί ο φασισμός στις κοινωνίες του Μεσοπολέμου, την αυταρχική και αντιδημοκρατική παράδοση στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, τις ρίζες της Ακροδεξιάς, τις συνέχειες στις οποίες εντάσσεται η Χρυσή Αυγή και τα ποιοτικά νέα στοιχεία της.

Ο Τρυγητής των σχολείων

Standard

O νέος νόμος και το «νέο λύκειο»

του Στρατή Μπουρνάζου

O Ιούνης ήταν ο Θεριστής, ο Ιούλης ο Αλωνάρης, ο Αύγουστος ο Συκολόγος και ο Σεπτέμβρης ο Τρυγητής. Και απ’ όταν οι κοινωνίες μας άρχισαν να μπαίνουν στον ρυθμό της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ο Σεπτέμβρης έγινε, αναντίρρητα, ο μήνας του σκολειού: της νέας χρονιάς, των σχολικών ειδών, του αγιασμού, των καινούργιων βιβλίων κ.ο.κ. Φέτος όμως

Από το "Αλφαβητάρι με τον ήλιο", 1919

Από το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο», 1919

έχουμε και άλλους –λιγότερους ρουτινιάρικους, μα και λιγότερους ευχάριστους– λόγους, να το λέμε: «διαθεσιμότητα» και μετατάξεις, καταργήσεις ειδικοτήτων στα τεχνικά λύκεια, νέος νόμος για το λύκειο, ολοήμερα σχολεία που καταργούνται, ΑΕΙ που αναστέλλουν τη λειτουργία τους και, βέβαια, η απεργία διαρκείας των καθηγητών από αύριο: ένα φάσμα καταιγιστικό, που κάνει, χωρίς καμιά αμφιβολία, τον Σεπτέμβρη που διανύουμε μήνα της παιδείας.

Ξεκινάω από τον νόμο για την «αναδιάρθρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», που ψηφίστηκε την Τρίτη. Ας διακρίνουμε, σύμφωνα με όσα μάθαμε από την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, τέσσερα πεδία στα οποία μπορούμε να τον αποτιμήσουμε. Πρώτον, όσα διακηρύσσει ότι προτίθεται να κάνει. Δεύτερον, εκείνα που πραγματικά κάνει, πέρα από τις εξαγγελίες. Τρίτον, αυτά που δεν κάνει, τα ζητήματα που αφήνει απέξω. Τέταρτον, η πραγματικότητα στην οποία θα εφαρμοστεί. Σημείο, το τελευταίο, ιδιαίτερα κρίσιμο: στον πρόσφατο νόμο για τα ναρκωτικά, λ.χ., το μείζον δεν ήταν οι αδυναμίες ή οι ελλείψεις του, αλλά ότι με τις δεδομένες συνθήκες (συρρίκνωση κονδυλίων, κατάρρευση των δομών ψυχικής υγείας και εν γένει των δομών πρόνοιας, συνωστισμός στις φυλακές) οι θετικές διατάξεις του θα μείνουν, πιθανότατα, γράμμα κενό.

Και στα τέσσερα πεδία, ο νόμος και η κυβέρνηση παίρνουν πολύ χαμηλό βαθμό. Θα εξηγήσω αμέσως το γιατί.

α) Η συνολική κατεύθυνση του νόμου. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ο νέος Μπουρντιέ, αλλά απλώς προσεκτικός αναγνώστης της αιτιολογικής έκθεσης, για να αντιληφθεί την απουσία οράματος και συνεκτικής κατεύθυνσης. Ετερόκλητες διατάξεις, πασπαλισμένες με τις γνωστές αβλαβείς γενικότητες («αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας» των νέων, «ένα σχολείο φιλικό προς τον μαθητή και ευχάριστο» κλπ. κλπ.), αοριστολογίες («θα πρέπει, βέβαια, να τονισθεί, ότι θα ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες»), μαζί με κάμποσες αντιδραστικούρες — δεν ξέρω πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω την απόφανση: «Δεν είναι παιδαγωγικώς και ηθικώς αποδεκτό να επιβραβεύεται στο σχολείο η οκνηρία» (προφανώς, εικονογραφείται εδώ η αντίληψη του «φιλικού» και «ευχάριστου» σχολείου, που αναφέρθηκε παραπάνω…).

β) Τα συγκεκριμένα μέτρα. Συνοψίζοντας με λίγες λέξεις το νομοθέτημα, θα λέγαμε: Εξετάσεις, Εξετάσεις, Εξετάσεις. Αυτή είναι η βασική του αντίληψη: περισσότερες εξετάσεις, αυστηρότερες εξετάσεις. Είναι απολύτως βέβαιο, με βάση όλη την προγενέστερη εμπειρία, ότι η αντίληψη αυτή οδηγεί σε αποστέωση του λυκείου, στην ενίσχυση των πάσης φύσεως φροντιστηρίων, σε απώλεια του όποιου αυτόνομου ρόλου του, στον ακόμα εντονότερο ετεροπροσδιορισμό και την πρόσδεσή του στις εισαγωγικές για τα ΑΕΙ — κι ας λέει η αιτιολογική έκθεση ότι θέλει να του «προσδώσει παιδευτική αυτονομία»!

γ) Τι δεν κάνει. Αρκεί μια ματιά στα μαθήματα για να αντιληφθούμε πόσο απουσιάζουν από το «νέο λύκειο» οι ανάγκες της κοινωνίας του 21ου αιώνα. Φυσικά, είναι μεγάλη και απαιτητική συζήτηση ποιες είναι αυτές οι ανάγκες, ποιος τις καθορίζει, ποιους εξυπηρετούν κ.ο.κ. Ωστόσο, με όποιο κριτήριο και αν τις καθορίσουμε, οι δύο ώρες ξένης γλώσσας, οι δύο (προαιρετικές) ώρες πληροφορικής και η μία ή δύο ώρες «ερευνητικής εργασίας», σε σύνολο 35 ωρών, απεικονίζουν μια αντίληψη μακριά από τις υπαρκτές πραγματικότητες: τόσο της ανοιχτής γνώσης και πληροφορίας (κατά τη γνώμη μου, και από τις ανάγκες της αγοράς), όσο και μιας κοινωνίας σε βαθιά κρίση. Συνέχεια ανάγνωσης

Καταστολή, αναστολή και ματαιώσεις

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Σχέδιο του Γιόζεφ Νέμες Λάμπεθ, 1913

Σχέδιο του Γιόζεφ Νέμες Λάμπεθ, 1913

Για τον κόσμο της Αριστεράς (και πολλούς άλλους, βέβαια) ένα ήταν το ζήτημα, τις τελευταίες μέρες: η απεργία των καθηγητών, η επιστράτευση και το άδοξο –αν μη τι άλλο– τέλος της απεργίας προτού καν αρχίσει. Το συζητήσαμε και συνεχίζουμε να το συζητάμε, με πάθος και ένταση, όλοι μας, αριστεροί και αριστερές όλων των αποχρώσεων και τάσεων. Και αυτή η σχεδόν περιγραφική διατύπωση υποδεικνύει αμέσως και ένα μείζον πρόβλημα: ενώ η απεργία και η επιστράτευση ήταν το ζήτημα για όλους μας, ως Αριστερά και ως αριστεροί, δεν καταφέραμε να κάνουμε κάτι πολύ περισσότερο (αν εξαιρέσουμε την πορεία της Δευτέρας)  από το να το συζητήσουμε.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να καταγγείλουμε την απερίγραπτη στάση της ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, ούτε να εκφράσουμε την οργή μας για το ότι η προληπτική επιστράτευση αποφασίστηκε από μια κυβέρνηση που έχει μέσα ένα κόμμα που λέγεται –κατά διπλή αντίφραση, πλέον– Δημοκρατική Αριστερά κ.ο.κ. Όλα αυτά, και πολλά άλλα, είναι αναγκαία, αλλά είναι τα δεδομένα και τα «εύκολα». Χρειάζεται να μπούμε στα δύσκολα: στον βαθμό που είμαστε κομμάτι αυτής της υπόθεσης (όχι ως εκπαιδευτικοί, αλλά ως Συριζαίοι, ως αριστεροί, ως πολίτες που αγωνίζονται) να αναζητήσουμε τις δικές μας ευθύνες, όσα κάναμε και δεν  όσα κάναμε, όσα έκαναν και  όσα δεν έκαναν οι χώροι που ανήκουμε. Σκέψεις, λοιπόν, σε αυτή την κατεύθυνση:

1. Αν αποτιμήσουμε συνολικά το τελευταίο δεκαήμερο, είχαμε μια σοβαρή ήττα: όχι μόνο για την ΟΛΜΕ και τους καθηγητές, αλλά και για το συνδικαλιστικό κίνημα, γενικότερα για το κίνημα και την Αριστερά, και ακόμα γενικότερα για τη δημοκρατία. Το γεγονός ότι όχι μόνο «δεν ξεσηκώθηκαν οι πέτρες, δεν άνοιξαν οι ουρανοί, δεν σχίστηκε το καταπέτασμα του ναού» ενάντια στο τερατώδες μέτρο της «προληπτικής επιστράτευσης» (όπως έγραφε η Αυγή την Πέμπτη), αλλά ότι τελικά οδηγηθήκαμε στην αναστολή της απεργίας, συνιστά ξεκάθαρη ήττα για μας – και επιτυχία της κυβέρνησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Εργασία, κοινωνική προστασία και δημοκρατική αρχή

Standard

του Μανόλη Αγγελίδη

Roger de la Frasnaye, «Η κατάκτηση του αέρα», 1913

Πριν ακόμη εκδηλωθεί η κρίση στη σημερινή της μορφή, είχαν προβληθεί διάφοροι τόποι που συνέδεαν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας και τις κοινωνικές πολιτικές με αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς βεβαίως να διευκρινίζονται αυτά τα καθεστώτα. Έτσι, κάθε αναδιανεμητική πολιτική εθεωρείτο εξ ορισμού συνδεδεμένη με μορφές αναγκασμού. Αυτές οι πολιτικές θα έπρεπε να ανασταλούν για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε πολιτικές που ευνοούν τον ανταγωνισμό, ο οποίος περίπου αυτομάτως θα επέλυνε και τα ζητήματα της κοινωνικής προστασίας. Tαυτοχρόνως, στο εσωτερικό αυτών των τόπων διαπιστώνει κανείς την απώθηση των ζητημάτων σύνδεσης της κοινωνικής πολιτικής με τη δημοκρατική αρχή. Η δογματική προσήλωση σε αυτές τις αντιλήψεις και οι απόπειρες πραγματοποίησής τους σε πολιτικές οδήγησαν σε όσα βιώνουμε σήμερα: από τη μια μεριά, στην πλήρη αποσύνθεση των δικτύων κοινωνικής προστασίας και, από την άλλη μεριά, στην άσκηση πολιτικών δημευτικής φορολογίας των πολιτών.

Μια ορισμένη θεωρητική παράδοση της κοινωνικής πολιτικής έχει αναπτύξει μια αμιγώς εργαλειακή μεθοδολογία, η οποία αναπτύσσεται βάσει της σχέσης κόστους/οφέλους ως προς τα μέτρα κοινωνικής προστασίας που είναι δυνατόν να υιοθετηθούν έναντι των ασθενέστερων τάξεων. Αυτή η μεθοδολογία επιτρέπει και δικαιολογεί την προϊούσα συρρίκνωση των δικτύων προστασίας της κοινωνικής εργασίας, με πρώτα θύματα τις δαπάνες για τη δημόσια υγεία, παιδεία κλπ. Ωστόσο, ένα άλλο θύμα αυτών των αντιλήψεων είναι η δημοκρατική αρχή κατά την εφαρμογή της, καθώς η συρρίκνωση των κοινωνικών πολιτικών συρρικνώνει ταυτοχρόνως και την αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί το υπόστρωμά τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Στις πλατιές λεωφόρους της Χιλής

Standard

Το φοιτητικό κίνημα και η κληρονομιά του Αλιέντε

του Βικτόρ ντε λα Φουέντε

απόδοση από τα γερμανικά: Ίων Δραγουμάνος

Καθώς στη Χιλή συνεχίζονται, για έκτο μήνα, οι μεγάλες διαδηλώσεις φοιτητών  υπέρ της δημόσιας παιδείας, δημοσιεύουμε ένα κατατοπιστικό σχετικό άρθρο  του διευθυντή της χιλιάνικης έκδοσης της «Monde diplomatique»· το κείμενο δημοσιεύτηκε στο φύλλο Σεπτεμβρίου της γερμανικής έκδοσης της «Monde diplomatique».

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Μαραθώνιος φιλιού, 7.7.2011: με πάθος για την εκπαίδευση (πηγή: http://www.vitrinasur.cl)

 Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι διαδηλώνουν στους δρόμους — για πρώτη φορά από τα χρόνια της δικτατορίας. Οι φοιτητές της Χιλής μεταμόρφωσαν την εικόνα της χώρας με τις διαδηλώσεις τους και έφεραν τη δεξιά κυβέρνηση Πινιέρα σε δύσκολη θέση. Κάτι αρχίζει να κινείται ξανά στη χιλιάνικη κοινωνία, έπειτα από δύο δεκαετίες κατά τις οποίες δεν υπήρχε εναλλακτική απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό.

Από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, Σαντιάγκο, 26.9.2011. Φωτογραφία του Nacho Errázuriz (nerraz), από το flickr

Τι απέγινε το πρότυπο «χιλιάνικο μοντέλο», τι απέγινε ο «ιαγουάρος της Λατινικής Αμερικής»; Πριν από σαράντα χρόνια, όταν η χώρα ήταν σαφώς φτωχότερη, η παιδεία ήταν δωρεάν. Τι απέγινε η πρόοδος, οι υψηλοί δείκτες ανάπτυξης; Πού πήγαν όλα αυτά τα λεφτά, αναρωτιούνται οι φοιτητές. Στις 28 Απριλίου οι φοιτητές κατέβηκαν για πρώτη φορά στους δρόμους σε ολόκληρη τη χώρα για να διαμαρτυρηθούν επειδή είναι αναγκασμένοι να καταχρεωθούν προκειμένου να σπουδάσουν.

Άνοιξε έτσι η βαλβίδα και ξέσπασε η λαϊκή δυσαρέσκεια: διαδηλώσεις άρχισαν να οργανώνονται και σε άλλες περιοχές της χώρας, για διάφορους λόγους (κατασκευή κολοσσιαίου ενεργειακού έργου, αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου, μεγαλύτερη συμμετοχή στα κέρδη των τοπικών ορυχείων χαλκού, επιστροφή της γης στους αυτόχθονες Μαπούτσε, αποζημιώσεις για τα θύματα του πρόσφατου σεισμού, απεργίες των χαλκωρύχων, διαδηλώσεις για το δικαίωμα στον σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό). Όμως, τη νέα διάσταση στις διαμαρτυρίες την έδωσαν οι μαθητές και οι φοιτητές με τις καταλήψεις, τις αποχές και τις διαδηλώσεις τους, στις οποίες διεκδικούσαν δωρεάν και αναβαθμισμένη εκπαίδευση. Υψώνοντας δυνατά τη φωνή τους για παιδεία χρηματοδοτούμενη από το κράτος και την απαίτηση να μην αντιμετωπίζεται πια η μόρφωση ως εμπόρευμα, εξαπέλυσαν μετωπική επίθεση στο νεοφιλελευθερισμό. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου

Standard

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Διαμαντής Διαμαντόπουλος, "Τα καρπούζια" (λεπτομέρεια)

Η επιχείρηση της δυσφήμησής μας (και επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι μπορώ ακόμα να νιώθω μέλος της πληττόμενης ακαδημαϊκής κοινότητας) έχει αρχίσει εδώ και αρκετά χρόνια. Εν χορώ, επίσημα υπουργικά χείλη και ανεπίσημες διαρροές και υπηρεσιακές αναφορές, κουστωδίες ανεύθυνων αναλυτών και εμπαθών δημοσιολογούντων συναγωνίζονται για να καταγγείλουν την αναποτελεσματικότητα, τον αναχρονισμό, τη σπατάλη, τη διαφθορά και τον ανορθολογισμό του δημόσιου πανεπιστημίου. Και, όπως γνωρίζουμε από την εποχή του αείμνηστου Γκαίμπελς, όταν το ψεύδος και η αλήθεια συμπλέκονται επιτήδεια, η επαναλαμβανόμενη συκοφαντία πείθει. Είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει ήδη εθισθεί στην ιδέα πως τα κρατικά ΑΕΙ πάσχουν αθεράπευτα. Επικαλούμενοι ορισμένες αναμφισβήτητες και απαράδεκτες όψεις της πανεπιστημιακής ζωής –από τη συναλλαγή με τις φοιτητικές οργανώσεις μέχρι το όνειδος του ενός και μοναδικού συγγράμματος– και κραδαίνοντας τους ούτως ή άλλως διαβλητούς διεθνείς πίνακες συγκριτικής αξιολόγησης, οι νέοι κήνσορες υβρίζουν, λοιδορούν, κατακεραυνώνουν και ρίχνουν συλλήβδην στο πυρ το εξώτερον ολόκληρο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι κοινός παρανομαστής είναι ένας και μόνο: Ιδιωτικοποιηθείτε!

Δεν είναι τυχαίο πως η πλειονότητα των αυτόκλητων κηνσόρων δεν επιδιώκει καν την άρση ή άμβλυνση των δυσλειτουργιών μιας «ανίατης» δημόσιας εκπαίδευσης μέσα από επιμέρους αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Αυτό που πρωτίστως στοχεύεται είναι η υπονόμευση της ιδέας μιας δημόσιας εκπαίδευσης που εμφανίζεται ανίατη, και η πλήρης αντικατάστασή της από την ιδέα της ελεύθερης και ανεξέλεγκτης ιδιωτικής εκπαίδευσης. Θεωρείται αξιωματικά δεδομένο ότι ο στόχος της «αριστείας» δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον αν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα πάψει να είναι δημόσιο. Αυτό ακριβώς είναι το προσδοκώμενο αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης ιδεολογικής εκστρατείας. Η συλλογιστική είναι άλλωστε απλή. Από τη στιγμή που όλοι θα έχουν πεισθεί πως rien ne va plus, έπεται πως tout va, ή, κατά το αγγλοσαξωνικότερον, anything goes. Αρκεί βέβαια αυτό το anything να είναι ιδιωτικό, άρα και εν δυνάμει προσοδοφόρο, για ποιους δεν έχει (ακόμα) σημασία. Είναι βέβαιο πως κάποιοι επιτήδειοι θα αναλάβουν τις κατάλληλες πρωτοβουλίες.

Καταργήστε τους φοιτητές, καταργήστε τους νέους!

Υπό τους όρους αυτούς, ακόμα και όταν αγγίζουν τα όρια του γελοίου, όλες οι ρητορικές επιλογές είναι ευπρόσδεκτες αν εμφανίζονται επικοινωνιακά τελεσφόρες. Δεν είναι τυχαίο ότι ψηλά στην ατζέντα βρίσκονται οι οιμωγές ότι φαίνεται να μας έχουν υποσκελίσει, άκουσον άκουσον, ακόμα και οι μέχρι πρόσφατα βάρβαροι Τούρκοι(!). Γρηγορείτε λοιπόν, ω Έλληνες! Διανθισμένο με εθνικιστικές κορώνες, το εκπαιδευτικό «αίσχος» οφείλει να αφυπνίσει όλες τις καλώς ή κακώς νοούμενες εθνικές συνειδήσεις. Και, όπως συνέβη και με το 1897, έτσι και σήμερα η εθνική μειονεξία θα πρέπει να ξεπλυθεί μέσα από νέο συμβολικό Γουδί. Για να υπάρξει Κάθαρση, πρέπει να προηγηθεί Νέμεση για την έσχατη Ύβρη. Ως μόνα υπεύθυνα, τα αισχρά ΑΕΙ πρέπει να «τιμωρηθούν» παραδειγματικά και αμείλικτα.

Όσκαρ Κοκόσκα, "Γυναίκα που διαβάζει", 1921

Ελπίζω, βέβαια, κύριοι πρυτάνεις, να μην υπάρχει (ακόμα) θέμα εκτελεστικού αποσπάσματος. Στις μέρες μας εξάλλου, οι πιο έλλογες και αποτελεσματικές θεραπευτικές τιμωρίες είναι εκείνες που επιβάλλονται με βίαια «σοκ». Παραλύοντας τη βούληση και την κρίση, ελπίζεται πως οι αναπάντεχοι κλυδωνισμοί θα καταλύσουν τις αντιστάσεις. Μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι, όπως διάβασα προχθές, μέσα σε δύο μόνο χρόνια, η τακτική χρηματοδότηση του Πανεπιστημίου Αθηνών περιορίστηκε από 45 σε 25 εκατ., του Αριστοτέλειου από 45 σε 29,5 εκατ., του Πολυτεχνείου από 21 σε 15 εκατ. Αλαζονεία, μαζί και απόλυτη ανευθυνότητα: Κόψτε τα όλα, και, μαζί με όλα τα άλλα, και το λαιμό σας. Περιορίστε τον αριθμό των φοιτητών, ψαλιδίστε τον αριθμό των διδασκόντων –στην ανάγκη μην τους πληρώνετε, μην τους διορίζετε ή ακόμα, ίσως, απολύστε τους–, καταργήστε τη σίτιση, τα αναγνωστήρια, τις φοιτητικές εστίες, τις υποτροφίες, τις βιβλιοθήκες. Κοντολογίς, καταργήστε τους φοιτητές, καταργήστε τους νέους. Οι φωνακλάδες που μπορεί ακόμα να πιστεύουν ότι έχουν δικαιώματα και που βαυκαλίζονται πως η κοινωνία οφείλει να τους εκπαιδεύσει πρέπει να μάθουν ότι οι καιροί άλλαξαν. Το δίλημμα είναι απλό: Ή θα ιδιωτικοποιηθείτε, ή θα εξαφανισθείτε από προσώπου γης.

Και δεν είναι μόνο θέμα δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, όπως ίσως ισχυριστούν μερικοί. Ήδη πριν να ενσκήψει η κρίση, ακόμα και υπό το κράτος της σύντομης μεταολυμπιακής ευφορίας, η άρχουσα γνώμη προετοίμαζε την ιδιωτικοποίηση. Για να υπηρετηθεί ο νεοφιλελευθερισμός, τα δημόσια ΑΕΙ πρέπει να βουλιάξουν. Και, για να γίνει αυτό, πρέπει να προηγηθεί μια μακρά περίοδος εκ των έσω υπονόμευσης ή ακόμα και αυτομαστίγωσης. Το κοινωνικό σώμα θα πρέπει να πεισθεί ότι το «κοινό μέλλον» μπορεί να προωθηθεί επιτυχώς μόνο αν η εκπαίδευση ανανήψει ως ιδιωτική, αποκεντρωμένη και ανταγωνιστική. Και επειδή, σε αντίθεση με τον κοινωνικό προγραμματισμό που έρχεται μόνος του, η θέσπιση της ελεύθερης αγοράς πρέπει πάντα να σχεδιάζεται εκ των άνω, η επιχείρηση ιδιωτικοποίησης πρέπει να προετοιμαστεί υπομονετικά με όλους τους τρόπους, θεμιτούς η αθέμιτους. Σε αυτό ακριβώς εντοπίζεται η χίμαιρα που ονομάζεται «εκσυγχρονισμός». Από την άποψη αυτή λοιπόν, για ορισμένους τουλάχιστον, η τρέχουσα δημοσιονομική κρίση είναι θεόπεμπτη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και στον κόσμο

Standard

Οι βαθύτερες τάσεις και λογικές πίσω από το Σχέδιο Διαβούλευσης

Δεύτερο Μέρος

Νίκος Κοταρίδης: Ξαναγυρνάω στην αρχή, στην τοποθέτηση της Ιφιγένειας Καμτσίδου, σε σχέση με τα μοντέλα πανεπιστημίων που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη, όταν είπε ότι η επίκλησή τους δεν έχει άμεση-χρηστική αξία, καθώς και εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε αντινομικές κοινωνικές πραγματικότητες και ραγδαίες ιστορικές εξελίξεις. Φαντάζομαι ότι, όταν μιλάμε για αλλαγή μοντέλου, εννοούμε μάλλον μια ριζική τομή που έχει ήδη συντελεστεί και αναφέρεται περισσότερο στις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών και λιγότερο στην παράδοση, τα σταθερά δομικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Το δεύτερο μοντέλο, το λειτουργικό, εξελίχθηκε σε δημοκρατικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ομοιογενές ή ότι λειτουργεί απρόσκοπτα· έχει αντιφάσεις, οι οποίες έχουν οξυνθεί, με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να βρίσκεται σε κρίση. Τις τελευταίες δεκαετίες, όπως επισημαίνει ο Νίκος, επιχειρείται μια συνολική αναδιάρθρωση της παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας και επικοινωνίας, ενώ  η ηγεμονεύουσα τάξη επιδιώκει  να μεταλλάξει και το πανεπιστήμιο, ώστε αυτό να εξυπηρετεί άμεσα τις παρούσες ανάγκες της, δηλαδή να προσανατολιστεί στην κατάρτιση ατόμων που θα μπορούν να λειτουργούν ως προσωπικό με πιστοποιημένα προσόντα στις μετακινούμενες επιχειρήσεις: έτσι ώστε μια ευρωπαϊκή επιχείρηση να  μπορεί να μετεγκατασταθεί εύκολα και κερδοφόρα σε άλλη χώρα, βρίσκοντας εκεί καλά εκπαιδευμένους τεχνίτες, όχι επιστήμονες.

Ακόμη, η αναμόρφωση της πανεπιστημιακής νομοθεσίας φαίνεται να προβάλλει το μοντέλο της νέας διακυβέρνησης· οι σχετικοί κανόνες θα αποτελέσουν ένα χρήσιμο υπόδειγμα για το πώς οργανώνεται θεσμικά ένα πεδίο που ανήκει μεν στη δημόσια σφαίρα, αλλά καλείται να πραγματώσει σκοπούς που συνδέονται με τις επιδιώξεις  των αγορών ή των κυβερνώντων. Στο νέο αυτό πλαίσιο, το Πανεπιστήμιο έχοντας χάσει κάποια από τα δομικά του χαρακτηριστικά, θα τείνει να λειτουργεί κυρίως ως ιδεολογικός μηχανισμός της εξουσίας, να παράγει πρότυπα πολιτικής οργάνωσης και συλλογικής επικοινωνίας που δεν θα στηρίζονται σε ισότιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου και φορείς ίσης αξιοπρέπειας, αλλά σε πρόσωπα που, αντί για κριτική σκέψη, αναπτύσσουν δεξιότητες, και για τον λόγο αυτό συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο και λόγο διά της ομάδας στην οποία κάθε φορά εντάσσονται.

Ελένη Καλαφάτη: Σήμερα, αυτό που προτάσσεται είναι η «ατομική υπευθυνότητα», που συνοδεύεται από έννοιες όπως αυτονομία, αυτοδιαχείριση, αυτοαξιολόγηση. Έτσι, στην εκπαίδευση το ιεραρχημένο σχολικό σύστημα  αντικαθίσταται από την ατομική μαθησιακή πορεία, μέσα από τις πολιτικές της διά βίου μάθησης που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα, αν είσαι άνεργος, φταις εσύ, αφού δεν επέλεξες την μαθησιακή πορεία που θα σε καθιστούσε απασχολήσιμο.

 

Ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος

Ι. Καμτσίδου: Φαίνεται να διαμορφώνεται ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος. Ο πολίτης, που έχει κοινωνική καταγωγή και ιστορία, καθώς και τη δυνατότητα να θέτει και να διεκδικεί ατομικούς και συλλογικούς στόχους, χάνει την προτεραιότητά του ως υποκείμενο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Την θέση του καταλαμβάνει το άτομο επιτέλους ελεύθερο, όπως λέγεται, απαλλαγμένο από τον πατερναλισμό του κοινωνικού κράτους, υπεύθυνο για την προσωπική του πορεία,  ένας καταναλωτής γνώσεων, προϊόντων, παροχών, επικοινωνίας — δεν είναι τυχαίο ότι έχει επικρατήσει η αντίληψη πως τα ΜΜΕ είναι μια αγορά, την οποία ο καταναλωτής τη ρυθμίζει ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Το Πανεπιστήμιο, δεδομένης της αντίφασης που ενσωματώνει, καλείται να εξυπηρετήσει αυτή τη στόχευση της ηγεμονεύουσας ομάδας, να πάψει πια να προετοιμάζει επιστήμονες ικανούς να θεραπεύουν έναν κλάδο αναστοχαζόμενοι κριτικά τις μεθόδους και τα πορίσματα της επιστήμης τους, τις αξίες και τους θεσμούς της κοινωνίας για την ευημερία της οποίας ασκούν το επάγγελμά τους, αλλά άτομα τα οποία απλώς μπορούν να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις δεξιότητές τους.

Κουρτ Σβίττερς, «Πίνακας με τροχό», 1920

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Η ελπίδα, πάντως, βρίσκεται στο ότι δεν φαίνεται ακόμη πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, ότι χωρίς ίχνος έστω δημιουργικότητας το σύστημα δεν λειτουργεί. Ωστόσο ποιος είναι αυτός ο νέος τύπος ανθρώπου που αναφέρει η Ιφιγένεια, ποιο είναι το νέο εγώ του ύστερου καπιταλισμού, που πρέπει να «κατασκευάσει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, ώστε να επιβιώσει στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία;

Είναι δυνατόν να περιγράψουμε, με τη βοήθεια του Σένετ, τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του: Καταρχάς, το νέο εγώ θα έχει βραχυπρόθεσμο προσανατολισμό και στόχους, θα  εντάξει στη λογική του ότι θα πρέπει να μετακινείται από το ένα καθήκον στο άλλο, από τη μια δουλειά στην άλλη. Φυσικά, θα  έχει πάρει απόφαση ότι η δουλειά του είναι κατά πάσα πιθανότητα πρόσκαιρη. Στη συνέχεια, θα πρέπει να είναι εστιασμένο στη δυνητική ικανότητα, δεν θα του ζητά κανείς να ξέρει κάτι καλά και σε βάθος, να είναι «μάστορας». Θα πρέπει να  μπορεί να αντιδρά στο συνεχώς νέο, το μη γνωστό, το δυνητικό. Αν σταματήσει μια δουλειά, θα πρέπει να μπορεί να ενταχθεί, για να επιβιώσει, σε μια άλλη. Τέλος, θα πρέπει να είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει την εμπειρία του παρελθόντος, να μην τον ενδιαφέρει η ιστορία της δραστηριότητας που επιτελεί, να αντιδρά μόνο στο σήμερα με «δεξιότητα», να μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα χωρίς να τον ενδιαφέρει από πού προήλθαν, να εντάσσεται σε μια πραγματικότητα που αλλάζει συνεχώς, χωρίς να ρωτά το γιατί. Συνέχεια ανάγνωσης

Εξαγγελίες Διαμαντοπούλου: Πανεπιστήμια αλά μπολονέζ

Standard

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Γκέοργκ Τάππερτ, "Καν-καν", 1911

Η κυβέρνηση, διά στόματος της αρμόδιας υπουργού, εκδήλωσε στην 64η Σύνοδο των Πρυτάνεων τις προθέσεις της για την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας. Τα όσα είπε η κ. Διαμαντοπούλου δεν διαφοροποιούνται ούτε στο ελάχιστο από αυτά που επιτάσσει η πολυθρύλητη διαδικασία της Μπολόνια· απλώς τα εξειδικεύουν στα καθ’ ημάς.

Η άμοιρη πόλη της Ιταλίας συμβολίζει, εδώ και καιρό, τη νεοφιλελεύθερη επίθεση ενάντια στο δημόσιο και ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο. Συμβολίζει την αντίληψη ότι η εκπαίδευση είναι ένα κοινό εμπόρευμα, όπως οι οδοντόβουρτσες, τα φασολάκια κ.ά. Και ένα εμπόρευμα πρέπει να παράγεται από ανθρώπους που ξέρουν από εμπορεύματα, να είναι ευπώλητο και, βέβαια, ο καταναλωτής χρήστης να έχει τον παρά για να το αγοράσει.

Αυτήν τη «φιλοσοφία» –που το μέγεθος της απλοϊκότητάς της μόνον με το μέγεθος της επαπειλούμενης καταστροφής μπορεί κανείς να συγκρίνει– προσπάθησε με τις προτάσεις της να προωθήσει η κ. υπουργός.

Boards of trustees και στα ελληνικά πανεπιστήμια;

Με το πρόσχημα «της σύνδεσης με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα», η Α. Διαμαντοπούλου προτίθεται να αναθέσει τη διοίκηση του πανεπιστημίου-επιχείρησης σε ένα Συμβούλιο Διοίκησης, διευκρινίζοντας ότι, εκτός από την «επιστημονική», θα υπάρχει και «κοινωνική συμμετοχή» σε αυτό. Όλα αυτά θα συμβούν κατά «τα πρότυπα των καλύτερων πανεπιστημίων στον κόσμο», διευκρινίζει η υπουργός. Με άλλα λόγια, το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, που αιώνες ακαδημαϊκής εμπειρίας είχαν καθιερώσει, καταλύεται. Τα πανεπιστήμια θα διοικούνται από Συμβούλια στα οποία επιχειρηματίες θα παίζουν καταλυτικό ρόλο, σύμφωνα με το πρότυπο των boards of trustees των αμερικανικών πανεπιστημίων. Η διεθνής βιβλιογραφία κατακλύζεται από αναφορές για τις συνέπειες τέτοιων οργανωτικών σχημάτων: τα συμβούλια, στα οποία κυριαρχούν επιχειρηματίες, θέτουν σε δυσμένεια και σταδιακά περιθωριοποιούν εκείνα τα μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού τα οποία διατύπωναν την οποιαδήποτε κριτική προς την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, με τελικό αποτέλεσμα το φίμωμα κάθε κοινωνικής κριτικής.[1]

Ρόυ Λιχτενστάιν, «Γυάλα με χρυσόψαρα ΙΙ», 1978

Τα πανεπιστήμια δεν θα διοικούνται, όμως, μόνο από ανθρώπους της αγοράς, αλλά, αυτονοήτως, θα λειτουργούν και με όρους αγοράς. Με δεδομένη τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και εφόσον «τα πανεπιστήμια που διαπρέπουν στο εξωτερικό στηρίζονται λίγο ή και καθόλου στην απευθείας κρατική χρηματοδότηση», τα ελληνικά πανεπιστήμια θα είναι υποχρεωμένα να στραφούν στην αγορά για να ανεύρουν πόρους. Θα είναι, με άλλα λόγια, υποχρεωμένα  να παράγουν εμπορικά προϊόντα ελκυστικά για τους «πελάτες». Ο μηχανισμός είναι απλός, και οι ιδέες της κ. Διαμαντοπούλου διόλου καινοτόμες, καθώς ακολουθεί κατά πόδας την κ. Γιαννάκου. Τα πανεπιστήμια-επιχειρήσεις θα υπογράφουν με το κράτος προγραμματικές συμφωνίες.

Συνέχεια ανάγνωσης