Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και στον κόσμο

Standard

Οι βαθύτερες τάσεις και λογικές πίσω από το Σχέδιο Διαβούλευσης

Δεύτερο Μέρος

Νίκος Κοταρίδης: Ξαναγυρνάω στην αρχή, στην τοποθέτηση της Ιφιγένειας Καμτσίδου, σε σχέση με τα μοντέλα πανεπιστημίων που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη, όταν είπε ότι η επίκλησή τους δεν έχει άμεση-χρηστική αξία, καθώς και εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε αντινομικές κοινωνικές πραγματικότητες και ραγδαίες ιστορικές εξελίξεις. Φαντάζομαι ότι, όταν μιλάμε για αλλαγή μοντέλου, εννοούμε μάλλον μια ριζική τομή που έχει ήδη συντελεστεί και αναφέρεται περισσότερο στις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών και λιγότερο στην παράδοση, τα σταθερά δομικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Το δεύτερο μοντέλο, το λειτουργικό, εξελίχθηκε σε δημοκρατικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ομοιογενές ή ότι λειτουργεί απρόσκοπτα· έχει αντιφάσεις, οι οποίες έχουν οξυνθεί, με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να βρίσκεται σε κρίση. Τις τελευταίες δεκαετίες, όπως επισημαίνει ο Νίκος, επιχειρείται μια συνολική αναδιάρθρωση της παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας και επικοινωνίας, ενώ  η ηγεμονεύουσα τάξη επιδιώκει  να μεταλλάξει και το πανεπιστήμιο, ώστε αυτό να εξυπηρετεί άμεσα τις παρούσες ανάγκες της, δηλαδή να προσανατολιστεί στην κατάρτιση ατόμων που θα μπορούν να λειτουργούν ως προσωπικό με πιστοποιημένα προσόντα στις μετακινούμενες επιχειρήσεις: έτσι ώστε μια ευρωπαϊκή επιχείρηση να  μπορεί να μετεγκατασταθεί εύκολα και κερδοφόρα σε άλλη χώρα, βρίσκοντας εκεί καλά εκπαιδευμένους τεχνίτες, όχι επιστήμονες.

Ακόμη, η αναμόρφωση της πανεπιστημιακής νομοθεσίας φαίνεται να προβάλλει το μοντέλο της νέας διακυβέρνησης· οι σχετικοί κανόνες θα αποτελέσουν ένα χρήσιμο υπόδειγμα για το πώς οργανώνεται θεσμικά ένα πεδίο που ανήκει μεν στη δημόσια σφαίρα, αλλά καλείται να πραγματώσει σκοπούς που συνδέονται με τις επιδιώξεις  των αγορών ή των κυβερνώντων. Στο νέο αυτό πλαίσιο, το Πανεπιστήμιο έχοντας χάσει κάποια από τα δομικά του χαρακτηριστικά, θα τείνει να λειτουργεί κυρίως ως ιδεολογικός μηχανισμός της εξουσίας, να παράγει πρότυπα πολιτικής οργάνωσης και συλλογικής επικοινωνίας που δεν θα στηρίζονται σε ισότιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου και φορείς ίσης αξιοπρέπειας, αλλά σε πρόσωπα που, αντί για κριτική σκέψη, αναπτύσσουν δεξιότητες, και για τον λόγο αυτό συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο και λόγο διά της ομάδας στην οποία κάθε φορά εντάσσονται.

Ελένη Καλαφάτη: Σήμερα, αυτό που προτάσσεται είναι η «ατομική υπευθυνότητα», που συνοδεύεται από έννοιες όπως αυτονομία, αυτοδιαχείριση, αυτοαξιολόγηση. Έτσι, στην εκπαίδευση το ιεραρχημένο σχολικό σύστημα  αντικαθίσταται από την ατομική μαθησιακή πορεία, μέσα από τις πολιτικές της διά βίου μάθησης που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα, αν είσαι άνεργος, φταις εσύ, αφού δεν επέλεξες την μαθησιακή πορεία που θα σε καθιστούσε απασχολήσιμο.

 

Ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος

Ι. Καμτσίδου: Φαίνεται να διαμορφώνεται ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος. Ο πολίτης, που έχει κοινωνική καταγωγή και ιστορία, καθώς και τη δυνατότητα να θέτει και να διεκδικεί ατομικούς και συλλογικούς στόχους, χάνει την προτεραιότητά του ως υποκείμενο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Την θέση του καταλαμβάνει το άτομο επιτέλους ελεύθερο, όπως λέγεται, απαλλαγμένο από τον πατερναλισμό του κοινωνικού κράτους, υπεύθυνο για την προσωπική του πορεία,  ένας καταναλωτής γνώσεων, προϊόντων, παροχών, επικοινωνίας — δεν είναι τυχαίο ότι έχει επικρατήσει η αντίληψη πως τα ΜΜΕ είναι μια αγορά, την οποία ο καταναλωτής τη ρυθμίζει ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Το Πανεπιστήμιο, δεδομένης της αντίφασης που ενσωματώνει, καλείται να εξυπηρετήσει αυτή τη στόχευση της ηγεμονεύουσας ομάδας, να πάψει πια να προετοιμάζει επιστήμονες ικανούς να θεραπεύουν έναν κλάδο αναστοχαζόμενοι κριτικά τις μεθόδους και τα πορίσματα της επιστήμης τους, τις αξίες και τους θεσμούς της κοινωνίας για την ευημερία της οποίας ασκούν το επάγγελμά τους, αλλά άτομα τα οποία απλώς μπορούν να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις δεξιότητές τους.

Κουρτ Σβίττερς, «Πίνακας με τροχό», 1920

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Η ελπίδα, πάντως, βρίσκεται στο ότι δεν φαίνεται ακόμη πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, ότι χωρίς ίχνος έστω δημιουργικότητας το σύστημα δεν λειτουργεί. Ωστόσο ποιος είναι αυτός ο νέος τύπος ανθρώπου που αναφέρει η Ιφιγένεια, ποιο είναι το νέο εγώ του ύστερου καπιταλισμού, που πρέπει να «κατασκευάσει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, ώστε να επιβιώσει στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία;

Είναι δυνατόν να περιγράψουμε, με τη βοήθεια του Σένετ, τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του: Καταρχάς, το νέο εγώ θα έχει βραχυπρόθεσμο προσανατολισμό και στόχους, θα  εντάξει στη λογική του ότι θα πρέπει να μετακινείται από το ένα καθήκον στο άλλο, από τη μια δουλειά στην άλλη. Φυσικά, θα  έχει πάρει απόφαση ότι η δουλειά του είναι κατά πάσα πιθανότητα πρόσκαιρη. Στη συνέχεια, θα πρέπει να είναι εστιασμένο στη δυνητική ικανότητα, δεν θα του ζητά κανείς να ξέρει κάτι καλά και σε βάθος, να είναι «μάστορας». Θα πρέπει να  μπορεί να αντιδρά στο συνεχώς νέο, το μη γνωστό, το δυνητικό. Αν σταματήσει μια δουλειά, θα πρέπει να μπορεί να ενταχθεί, για να επιβιώσει, σε μια άλλη. Τέλος, θα πρέπει να είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει την εμπειρία του παρελθόντος, να μην τον ενδιαφέρει η ιστορία της δραστηριότητας που επιτελεί, να αντιδρά μόνο στο σήμερα με «δεξιότητα», να μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα χωρίς να τον ενδιαφέρει από πού προήλθαν, να εντάσσεται σε μια πραγματικότητα που αλλάζει συνεχώς, χωρίς να ρωτά το γιατί. Συνέχεια ανάγνωσης

Και τώρα, τι;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

 

Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ, "Οι τρεις μάγοι", 1917

Τέσσερις είναι οι κυριότεροι τρόποι να συμμετάσχεις σε έναν «διάλογο», όσο προσχηματικός» κι αν είναι από την πλευρά αυτών που τον εγκαινιάζουν. Ο πρώτος είναι να αυτοαποκλεισθείς διατυπώνοντας με «καθαρότητα» τους λόγους αυτής της επιλογής.  Μόνο που κινδυνεύεις, αντί να αποσείσεις, να πάρεις μάλλον στους ώμους σου την ευθύνη επιβολής των προτάσεων που παρέκαμψες. Ο δεύτερος αποκρυσταλλώνεται ως συναίνεση, μέσα από πολλές πρακτικές γνωστοποίησης μιας τέτοιας επιδοκιμασίας. Ο τρίτος στοιχειοθετείται με το να αρκείσαι στην αυτοδυναμία του μονολόγου, επαρκούς ή όχι, χωρίς να απαντάς ή να ανταπαντάς κατευθείαν σε ό,τι από την πλευρά της κρατικής εξουσίας προβάλλεται ως «ατζέντα» ή ως «ημερήσια διάταξη» του «διαλόγου».  Μόνο που κι εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος, ιδίως στο πεδίο της δημοσιότητας, να εμφανισθείς  ότι προκρίνεις το «άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε». Για την ώρα δεν συμπεριλαμβάνω εδώ το «Ψήφισμα» της 65ης Συνόδου των Πρυτάνεων, η οποία «δεσμεύθηκε» να καταθέσει «ολοκληρωμένη πρόταση που θα αφορά στην  ανασυγκρότηση του Πανεπιστημίου με γνώμονα το συμφέρον της Παιδείας και της Ελληνικής Κοινωνίας», ιδίως αν η πρόταση αυτή επαναλαμβάνει –αυτολεξεί ή όχι– τις «αλλαγές στη λειτουργία των Πανεπιστημίων» που προτάθηκαν από Επιτροπή της 63ης Συνόδου.

Ο τέταρτος προϋποθέτει διαρκή εγρήγορση για να αιτιολογείς, αναλυτικά όσο γίνεται, την άρνησή σου να συγκατανεύσεις στις προτάσεις που «κατατίθενται σε διάλογο και δημόσια διαβούλευση», απογυμνώνοντας έτσι τον εξουσιαστικό λόγο που έχει σχεδιασθεί να απολήξει σε νομοθέτημα, μάλιστα με την ανάκληση της ποδοσφαιρικής φρασεολογίας (μια και αλλού δεν χρησιμοποιείται πια) ότι θα διεξαχθεί η «μητέρα όλων των μαχών».  Συνέχεια ανάγνωσης