Διασχίζοντας τη Μεσόγειο στην εποχή της Frontex και του Τέκνικουμ

Standard

Φουσκωτές βάρκες από την Ερυθραία και τη Σομαλία
 

της Φράνσις Στόνορ Σόντερς

μετάφραση: Δάφνη Λάππα

A dinghy overcrowded with Syrian refugees drifts in the Aegean sea between Turkey and Greece after its motor broke down off the Greek island of Kos, August 11, 2015. (Photo by Yannis Behrakis/Reuters)

A dinghy overcrowded with Syrian refugees drifts in the Aegean sea between Turkey and Greece after its motor broke down off the Greek island of Kos, August 11, 2015. (Photo by Yannis Behrakis/Reuters)

Διαβατήρια κάποιας μορφής υπήρχαν από πολύ παλιά, ωστόσο μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η χρήση τους δεν ήταν καθόλου συστηματική. Πριν τον πόλεμο, μας λέει ο Στέφαν Τσβάιχ, «ο καθένας μπορούσε να ταξιδέψει χωρίς έλεγχο […], τα σύνορα ήταν όρια συμβολικά που μπορούσε κανείς να τα περάσει χωρίς να το σκεφτεί, σαν να περνάει τον Μεσημβρινό στο Γκρίνουιτς. Ο ίδιος ταξίδεψε από την Ευρώπη στην Ινδία και την Αμερική χωρίς ποτέ να έχει δικό του διαβατήριο, αλλά ούτε και είχε δει ποτέ κανένα διαβατήριο. Με τον πόλεμο όμως, συνεχίζει,

«ξεπρόβαλε ο εθνικισμός και αναστάτωσε τον κόσμο […] και η πρώτη ορατή συνέπεια αυτής της διανοητικής επιδημίας του αιώνα μας ήταν η ξενοφοβία, η νοσηρή αντιπάθεια, ή έστω ο φόβος, απέναντι στους ξένους. Ο κόσμος βρισκόταν σε άμυνα, παντού τους φέρονταν άσχημα. Οι ταπεινώσεις, που παλιότερα επιφυλάσσονταν στους εγκληματίες, τώρα επιβάλλονταν στους ταξιδιώτες, πριν και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους. Φωτογραφίες και από τις δύο μεριές, προφίλ και ανφάς, με τα μαλλιά αρκετά κομμένα για να φαίνονται καθαρά τα αυτιά. Δαχτυλικά αποτυπώματα, στην αρχή μόνο του αντίχειρα, μετά και από τα δέκα δάχτυλα. Επιπλέον έπρεπε να παρουσιάσεις πιστοποιητικά υγείας και εμβολιασμού, πιστοποιητικό έντιμου βίου από την Αστυνομία, συστατικές επιστολές και πρόσκληση για να επισκεφτείς μια χώρα. Να δώσεις τη διεύθυνση των συγγενών σου, ηθικές και οικονομικές εγγυήσεις, και να συμπληρώσεις ερωτηματολόγια και φόρμες σε τριπλά και τετραπλά αντίτυπα, και αν ένα από όλα αυτά τα έγγραφα χάνονταν, ήσουν κι εσύ χαμένος».

Η σχέση του Τσβάιχ με το διαβατήριό του ήταν κακή — κάθε σφραγίδα ήταν ένα στίγμα, κάθε συνέντευξη με συνοριακό υπάλληλο μια ταπείνωση. Ωστόσο, για άλλους τα διαβατήρια ήταν μια πόρτα στον κόσμο. Η Ναόμι Μίτσισον (Naomi Mitchison) έγραφε ότι το βρετανικό της διαβατήριο την έκανε να νιώθει ως «η πνευματική κληρονόμος όλων εκείνων των μυλόρδων που, στη διάρκεια του μεγαλοπρεπούς εμπορικού παρελθόντος, ταξίδεψαν την Ευρώπη». Δεν το έχω επιβεβαιώσει, ωστόσο νομίζω ότι το βρετανικό διαβατήριο είναι το μόνο όπου αναγράφονται οι κληρονομικοί τίτλοι ή οι τίτλοι τιμής ως επιβεβαίωση της ταυτότητας. Οι κυβερνητικές οδηγίες για τη σωστή χρήση των τίτλων στα διαβατήρια είναι πολύ αστείες. Για παράδειγμα, οι υπάλληλοι που εκδίδουν τα διαβατήρια πρέπει να γνωρίζουν ότι η κόρη ενός βαρώνου ή κάποιου με επίκτητο τίτλο τιμής, αν είναι ανύπαντρη, πρέπει να αναγράφεται ως «Hon[ourable]» (Αξιότιμος) και μετά να ακολουθεί το όνομα και το επώνυμό της. Αλλά, εάν έχει παντρευτεί με ιππότη ή βαρονέτο, τότε πρέπει να αναγράφεται «Hon[ourable] Lady» και μετά να ακολουθεί μόνο το επίθετό της. Και αν είναι παντρεμένη με απλό πολίτη, τότε  αναγράφεται ως «Hon[ourable] Mrs». Έχουν γραφτεί σελίδες επί σελίδων με τέτοιες ανοησίες για τους τίτλους των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και όσων φιλοδοξούν να ενταχθούν σε αυτές. Οι οδηγίες λένε επίσης ότι «οι τίτλοι ευγενείας πρέπει πάντα να επαληθεύονται και ο υπάλληλος οφείλει να ανατρέχει στις σχετικές εκδόσεις – στο Peerage (Τίτλοι ευγενείας) των εκδόσεων Debrett, στην τελευταία έκδοση του Who’s Who ή στη London Gazette. Αν έχουν αμφιβολίες, οι υπάλληλοι πρέπει να απευθυνθούν σε ανώτερό τους, ο οποίος μάλλον θα πρέπει να έχει λάβει ειδική εκπαίδευση πάνω στο θέμα από την Νάνσυ Μίτφορντ (Nancy Mitford). Συνέχεια ανάγνωσης