Η μέθοδος του ασβού

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

 Έργο του Φίλιπ Μεντόζα, από την εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Κένεθ Γκράχαμ «Ο άνεμος στις ιτιές»


Έργο του Φίλιπ Μεντόζα, από την εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Κένεθ Γκράχαμ «Ο άνεμος στις ιτιές»

Πριν από δεκαέξι και κάτι χρόνια, το μακρινό 1999, μια γενιά μαθητών έδινε τις πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις με το «καινούργιο σύστημα»: χωρίς δέσμες δηλαδή, αλλά με κατευθύνσεις και με περισσότερα μαθήματα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ήταν η εποχή που η κοινωνία ζούσε στην παραζάλη του χρηματιστηρίου, της ΟΝΕ και της αναπτυξιακής φούσκας που επρόκειτο να σκάσει σύντομα, αρχής γενομένης με το χρηματιστηριακό κραχ του Σεπτεμβρίου· σκάνδαλο το οποίο αποτέλεσε την αρχή του τέλους παρά την τεχνητή διατήρησή της τα επόμενα χρόνια με ολυμπιακές ντόπες, ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον και στατιστικά μαγειρέματα. Τότε, ωστόσο, το όνειρο πολλών μαθητών (ή, ακριβέστερα, πολλών γονιών) ήταν να περάσουν σε ένα τμήμα οικονομικών επιστημών και να ξεκινήσουν μια λαμπρή καριέρα στα χρηματοοικονομικά ή τη διοίκηση επιχειρήσεων. Για να συμβεί αυτό, έπρεπε να γράψουν καλά στο ειδικό μάθημα «Αρχές Οικονομικής Θεωρίας» που θα τους έδινε τη δυνατότητα να επιλέξουν τις περιζήτητες σχολές του «5ου επιστημονικού πεδίου».

   Ήμουν κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Παρά την απροθυμία μου να σπουδάσω οικονομικά, τα είχα ως εναλλακτική επιλογή και προετοιμαζόμουν κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα με τον κ. Μανώλη. Ο κ. Μανώλης ήταν οικονομολόγος (ή κάτι τέτοιο), καλός δάσκαλος και μια καλτ φιγούρα της περιοχής: κοντός, καραφλός, με μυτερή μύτη και μεγάλα έξυπνα μάτια που έμοιαζαν ακόμα μεγαλύτερα μέσα απ’ τα χοντρά γυαλιά του. Φορούσε καφέ σακάκι, κυκλοφορούσε με ένα παλιό Audi, διάβαζε μόνο Έθνος και έπαιζε φανατικά «Στοίχημα». Ο κ. Μανώλης, αν υπάρχει ακόμα η παραμικρή αμφιβολία, ήταν ΠΑΣΟΚ. Συνέχεια ανάγνωσης

Μετά το 39% «Ναι» στο δημοψήφισμα

Standard

του Νίκου Χατζηνικολάου

Υπάρχει ένα νέο δεδομένο στην πολιτική μας ζωή. Πρόκειται για τη βαθμιαία ιδεολογικοπολιτική συγχώνευση τριών κομμάτων της Αντιπολίτευσης (της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του νεόφερτου Ποταμιού). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εν μέρει απευθύνονται σε διαφορετικές πελατείες. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητος ο καταμερισμός εργασίας ανάμεσά τους. Η γενική τάση δεν παύει όμως να είναι αυτή της άρσης των χαρακτηριστικών που τα διαφοροποιούσαν ακόμη πρόσφατα.

Η χρήση του όρου «η Αντιπολίτευση», ως ενιαίου υποκειμένου, είναι πλέον απαραίτητη για κάθε πολιτική ανάλυση.

Η εβδομάδα που κύλησε ανάμεσα στην προκήρυξη του Δημοψηφίσματος και στην ανακοίνωση του αποτελέσματος ήταν αποκαλυπτική. Στη διάρκειά της φάνηκε η κοινή πλατφόρμα στην οποία στηρίζονταν τα τρία κόμματα, σε σύμπνοια με τους δανειστές. Έτσι και ο όρος «Τρόικα εσωτερικού» έγινε πιο ξεκάθαρος στα μάτια του κόσμου. Έγιναν πράγματα που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν και τα οποία δεν μπορούν να ξεχαστούν. Συνέχεια ανάγνωσης

O αντιρατσισμός σαν μουρουνόλαδο – και ο ρατσισμός σαν σπάνια ζωονόσος

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο του Όσκαρ Κοκόσκα

Έργο του Όσκαρ Κοκόσκα

Την Τρίτη και την Παρασκευή παρακολούθησα, σχεδόν ολόκληρες, τις δύο συνεδριάσεις της Βουλής για το «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο». Αν κάτι μου έκανε εντύπωση στις τοποθετήσεις των κυβερνητικών βουλευτών, ήταν η γλώσσα: η γλώσσα του στόματος, αλλά και η γλώσσα του σώματος. Γιατί αυτές οι δύο γλώσσες μας λένε πολλά για τη στάση της κυβέρνησης.

Ήταν φανερό ότι βουλευτές της Ν.Δ. ένιωθαν άβολα· σφίγγονταν. Σαν να σε βάζουν να καταπιείς μια κουταλιά μουρουνόλαδο, που δεν το θέλεις, έχει απαίσια γεύση, αλλά τι να κάνεις; Είναι αναγκαίο και ωφέλιμο, έτσι λένε οι μεγαλύτεροι (εν προκειμένω, οι Ευρωπαίοι). Κι αν ήταν στο χέρι σου δεν θα το ’παιρνες – και γι’ αυτό κοιτάς γύρω γύρω, μόλις βρεθείς μόνος να τρέξεις να το φτύσεις. Σαν να έβαζες, ας πούμε, βουλευτές του ΚΚΕ ή του ΣΥΡΙΖΑ να επιχειρηματολογούν πόσο λαμπρή είναι η μείωση των μισθών και η ιδιωτικοποίηση των αιγιαλών. Και έτσι οι Νεοδημοκράτες έλεγαν περί εναρμονισμού της νομοθεσίας και συγχρόνου πλαισίου, για τη «μακρά γενεσιουργό δημοκρατική παράδοση» της χώρας, τα «ελάχιστα κρούσματα» και άλλα τέτοια, σαν σε σχολική έκθεση. Και, βέβαια, για τις γενοκτονίες, τις γενοκτονίες, τις γενοκτονίες. Αλλά γι’ αυτές θα πω παρακάτω.

Με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ περνάγαμε σε άλλη επικράτεια. Εδώ κυριαρχούσε μια αίσθηση ανεμελιάς. Πλατσούριζαν ανάλαφρα στην καταγγελία του κακού –ή μάλλον κάκιστου– πράγματος που είναι ο ρατσισμός: πουλάκια (τσίου), λουλουδάκια, ένα προβατάκι που έβοσκε ξέγνοιαστο στο λιβάδι, μια λιμνούλα (αχ!), αντιρατσιστικά χαμομήλια και κυκλάμινα, λειμών θεσπέσιος ανθεάων, και κάπου στο βάθος, σαν καπνός, σαν ίσκιος, σαν δυσοίωνο μαύρο νέφαλο ο μπαμπούλας – εεε… συγγνώμη, ο Ρατσισμός (με ρω κεφαλαίο). Λες και δεν βρισκόμαστε στην Ελλάδα του 2014 με τη Μανωλάδα, τη δολοφονία του Λουκμάν, τα τάγματα της Χρυσής Αυγής και τόσα άλλα. Αν άκουγες λοιπόν μόνο τις ομιλίες των βουλευτών της συγκυβέρνησης είχες την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε άλλο χωροχρόνο, αφού ο ρατσισμός αντιμετωπιζόταν σαν κάποια σπάνια ζωονόσος, η λύσσα λ.χ. – λίαν επικίνδυνη, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτη πια στην Ελλάδα, καθώς από το 2012, σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ έχουν καταγραφεί όλα κι όλα 48 κρούσματα σε κόκκινες αλεπούδες, σκύλους, γάτες και βοοειδή. Συνέχεια ανάγνωσης

Το «ανοιχτό κόμμα» του Ευάγγελου Βενιζέλου

Standard

 του Στέφανου Δημητρίου

Σχέδιο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου (από το www.tovima.gr, 11.9.2012)

Σχέδιο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου (από το http://www.tovima.gr, 11.9.2012)

Η σχέση δημοκρατίας, λαϊκής κυριαρχίας και αντιπροσώπευσης καθορίζει τη θέση των κομμάτων στη δημοκρατία. Συνήθως, η λαϊκή κυριαρχία ανάγεται στην πολιτική αντιπροσώπευση και συνιστά την εξουσία εκλογής των αντιπροσώπων του λαού στο κοινοβούλιο. Με αυτή τη σημασιολόγηση της λαϊκής κυριαρχίας, η δημοκρατία ταυτίζεται με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ως δημοκρατία νοείται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία· συνεπώς, η λαϊκή κυριαρχία χάνει τη νοηματική της αυτοτέλεια, καθώς και το αντίστοιχο κανονιστικό της περιεχόμενο. Το τελευταίο ανάγεται απλώς στην εκλογική διαδικασία και την αντιπροσώπευση. Η κυριαρχία του λαού εξαντλείται στην έκφραση της βούλησής του, η οποία έχει σκοπό την εκλογή κυβέρνησης. Έτσι, η θεσμική και εννοιολογική διάκριση της κυριαρχίας από την κυβέρνηση, αλλά και του δημοκρατικού πολιτεύματος από το κυβερνητικό σύστημα, συσκοτίζεται και σχεδόν απαλείφεται.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα κόμματα συνιστούν συνταγματικώς αναγνωριζόμενους θεσμούς, αναγκαίους για τον καθορισμό και την κινητοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας. Οφείλουν να οργανώνουν την πολιτική και να εκφράζουν τη λαϊκή κυριαρχία, διότι συνιστούν το πεδίο για την ανάπτυξη αυτόβουλης πολιτικής δράσης. Συνδέουν την αντιπροσώπευση με τη συμμετοχή. Τα κόμματα είναι αντίβαρα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, επ’ ωφελεία της αμεσοδημοκρατικής πολιτικής. Όλα τα παραπάνω μετεωρίζονται εντός του ρευστού κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου. Σε αυτό, τα κόμματα διαμεσολαβούν τη σχέση κρατικής εξουσίας και αυτενέργειας των κοινωνικών δυνάμεων. Συνεπώς, τα κόμματα είναι διπλώς αναγώγιμα: και στο κράτος και στην κοινωνία. Σήμερα, η εξάρτηση των κομμάτων από ιδιώτες –κυρίως κρατικοδίαιτους ιδιοκτήτες ΜΜΕ και τραπεζίτες– βαθαίνει διαρκώς. Με το Μνημόνιο, εντάθηκε και η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Με την παρούσα κυβέρνηση, η δημοκρατία συρρικνούται και το Σύνταγμα υποκαθίσταται από το Μνημόνιο. Εκδόθηκαν περισσότερες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου σε όλη τη μεταπολίτευση. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ως υποκατάσταση της νομοθετικής εξουσίας από την εκτελεστική, παγιώνεται. Συνέχεια ανάγνωσης

Στήνοντας σημαίες στις κορφές μας

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Ρενέ Μαγκρίτ, "Κικέρων", 1947

Ρενέ Μαγκρίτ, «Κικέρων», 1947

Χρειάστηκαν τρεις μήνες. Τρεις μήνες με τα μεγαλύτερα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας κλειστά, με πολλές μικρές και μεγαλύτερες μάχες να δίνονται καθημερινά. Αφενός απέναντι στις εκστρατείες απαξίωσης εκ μέρους της κυβέρνησης και των ΜΜΕ και τα αρνητικά αντανακλαστικά ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας –πολλές φορές βασισμένα σε πραγματικές παθογένειες και περισσότερες σε χοντροκομμένα ψέματα και συκοφαντίες· αφετέρου στο εσωτερικό των σχολών. Άλλωστε «οι καθηγητές», «οι φοιτητές», όπως και όλες οι επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες, δεν είναι και δεν ήταν ποτέ ένα αμιγές και συμπαγές σύνολο με κοινή αντίληψη ως προς την ανάλυση της συγκυρίας, τις αντοχές, τις προσδοκίες και τα συμφέροντά τους. Τέλος, μάχες απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, όσων κρίνουμε την προσπάθεια απόκρουσης του μέτρου του Υπουργείου Παιδείας ως αναγκαιότητα, πέρα από τις προσωπικές ή συλλογικές προσεγγίσεις για το σημερινό πανεπιστήμιο.

Ασφαλώς δεν είμαστε ικανοποιημένοι με το πανεπιστήμιο ως έχει. Όπως έγραφε ο Στέφαν Κολίνι σε ένα άρθρο του στο London Review of Books, για την ιδιωτικοποίηση των βρετανικών πανεπιστημίων (αποσπάσματα του οποίου δημοσίευσαν τα «Ενθέματα», 17.11.2013), «το να ασκούμε κριτική στην πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα στα πανεπιστήμια δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως παλιότερα όλα είχαν καλώς ή πως αναπολούμε κάποια χρυσή εποχή στην οποία πρέπει να επιστρέψουμε, ούτε, τέλος πως τα πανεπιστήμια δεν είναι υπόλογα στην κοινωνία».

Συνέχεια ανάγνωσης

Να ενισχύσουμε λοιπόν τον ριζοσπαστισμό του ΣΥΡΙΖΑ

Standard

Η κρυφή (αλλά λανθασμένη) γοητεία ενός «συνεχούς του ριζοσπαστισμού»

 

του Γ.Π. Στάμου

Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Ομολογώ ότι, τόσο κατά τις διαδικασίες του προσυνεδριακού διαλόγου όσο και κατά τις εργασίες του ίδιου του συνέδριου, με εντυπωσίασε η συχνή επίκληση στην ανάγκη περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Με μια πρώτη ματιά, τούτη η επίκληση ασφαλώς και δεν ανήκει στα κομβικά στοιχεία του συνεδριακού δαλόγου, είμαι όμως της γνώμης ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν συχνά το ζήτημα σηματοδοτεί κάτι σημαντικό και συνάμα επικίνδυνο. Με άλλα λόγια, θεωρώ προϊόν πλήρους συγχύσεως το γεγονός ότι η σχετική ρητορική εικονογραφούσε ένα «συνεχές του ριζοσπαστισμού». Συγκεκριμένα, προβαλλόταν, και μάλιστα με μια αίσθηση κρυφής γοητείας, ότι το θετικό, το αριστερό άκρο τού συνεχούς το κατέχει το ΚΚΕ. Στο αντίθετο, το δεξιό άκρο του συνεχούς, ταξιθετείται το απόλυτο κακό που ταυτίζεται με τη σοσιαλδημοκρατία: στα καθ’ ημάς την «αποτρόπαια ΔΗΜΑΡ» ή, ακόμα χειρότερα, τα «ρετάλια του ΠΑΣΟΚ». Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να καταλαμβάνει θέση κάπου ανάμεσα στα δύο άκρα.

Είμαι της γνώμης ότι η εμμονή σε αυτή τη γραμμή προσέγγισης του ριζοσπαστισμού ενέχει τον κίνδυνο εκτροπής του διαλόγου από το όντως ζητούμενο, δηλαδή την ενίσχυση του κινηματικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρώ, δηλαδή, την εικόνα του «συνεχούς» με τα δύο αντιδιαμετρικά άκρα να κατέχονται από το ΚΚΕ και τη σοσιαλδημοκρατία παραπλανητική. Αντίθετα, εκτιμώ ότι οι δύο αυτοί σχηματισμοί μοιράζονται μια κοινή βάση πάνω στην οποία οικοδομούν μια στατική εικόνα για τους κοινωνικούς αγώνες, πράγμα εντελώς ξένο προς την κινηματική λογική που κυριαρχεί στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, τον χαρακτηρίζει και τον έφερε ως εδώ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο σαμαράς και οι παρτσινέβελοι (*)

Standard

ΕΡΤ: Η ΟΘΟΝΗ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ, ΣΑΛΕΥΕΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ-2

του Νίκου Θεοτοκά

Ράινερ Φέτινγκ, «Ντράμερ και κιθαρίστας», 1949

Ράινερ Φέτινγκ, «Ντράμερ και κιθαρίστας», 1949

Ο Σαμαράς, συνειδητά και με σχέδιο, ταπεινώνει τα υποζύγια της συγκυβέρνησής του. Και τους φορά στενό σαμάρι. Οι επικοινωνιακοί του σύμβουλοι τον έχουν πείσει ότι, αν οι παρτσινέβελοι υποταγούν, θα τους κρατά μέχρι τέλους εξουδετερωμένους στο τσεπάκι του. Κι αν πάλι νοιώσουν πως δεν πάει άλλο και πούνε «ως εδώ», τότε θα κάνει εκλογές και θα λεηλατήσει την εκλογική τους βάση. Θα χρεώσει, δηλαδή, στους συνεταίρους ότι αθέτησαν ιδιοτελώς τη συμφωνία κι έριξαν μια κυβέρνηση που τη στήριξαν από ευθύνη «για τη σωτηρία της πατρίδας».

Οι αριθμοί που του δίνουν οι σύμβουλοί του ενσωματώνουν κάτι από τα πασοκοδημαρικά ψηφαλάκια, κάτι από τη συμφωνημένη μεταγραφή Καρατζαφέρη, κάτι από τα φασιστοειδή, κάτι από τη μαύρη μαυρίλα που φυτρώνει στην απελπισία. Και υποβάλλουν στον αρχηγό της Πολιτικής Άνοιξης μια εικόνα νίκης για το κόμμα που διοικεί, τη Νέα Δημοκρατία. Αν κάτι πάει στραβά, «απευκταίο αλλά όχι απίθανο ενδεχόμενο», καθώς γράφτηκε ότι είπε ο γραμματέας της κυβέρνησης Παναγιώτης Μπαλτάκος, η Χρυσή Αυγή θα είναι εδώ, να δώσει τη λύση. Συνέχεια ανάγνωσης

Κινδυνεύει η δημοκρατία;

Standard

 του Στέφανου Δημητρίου

 Η αυταρχική διακυβέρνηση

6-DIMITRIOU-b

Έργο του Φράνσις Μπέικον, 1969

Είναι κοινός τόπος η κρίση της δημοκρατίας. Η κυβέρνηση Σαμαρά συνδέει την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας με την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Η επίκλησή της είναι ένσκοπη ενέργεια, που σχετίζεται με την παραβίαση μιας αρχής συστατικής για το κοινωνικό κράτος δικαίου: το κράτος δεν δικαιούται να εγκαταλείπει τον ρυθμιστικό ρόλο του και τη συναφή εξουσία, που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα, να μεριμνά για την ίση και ευχερή πρόσβαση όλων στα δημόσια κοινωνικά αγαθά, όπως είναι η κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, η παιδεία, η υγεία και η εργασία ως προϋπόθεση για αξιοπρεπή ζωή. Η αποσάθρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων προϋποθέτει την επίκληση της «έκτακτης ανάγκης».

Η ηθικοπολιτική δικαιολόγηση αυτών των δικαιωμάτων γίνεται σε αναφορά προς την αξία της ίσης αξιοπρέπειας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το εναγκαλιζόμενο με τον εσμό της ακροδεξιάς πρωθυπουργικό επιτελείο κηρύττει τον αναγκαίο περιορισμό αυτών των αρχών, τις οποίες διασύρει ως απολιθώματα της μεταπολίτευσης. Προφανώς και έχουν πρόβλημα με τη μεταπολίτευση όσοι δεν είχαν πρόβλημα με τη χούντα — με τη θρασεία αρωγή των ΜΜΕ, ορισμένα από τα οποία εξακολουθούν να δανείζονται από τις τράπεζες, όταν ένας μικροεπαγγελματίας δεν μπορεί. Ο τελευταίος πρέπει να πιστέψει ότι του φταίνε οι «Μεχμέτ» και οι «Χασάν» — απλώς και μόνο επειδή δεν τους λένε «Γιάννη» ή «Κώστα»–, αυτοί που σταυρώνονται από τους επανακάμψαντες Χίτες, οι οποίοι υψώνουν σβάστικες στις συνοικίες της Αθήνας. Η αυταρχική εκτροπή του νεοφιλελευθερισμού έχει ανάγκη τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής, προκειμένου να πλήξει τη δημοκρατία και την Αριστερά, για να επιτύχει την υποταγή της δυσπραγούσας κοινωνίας.

 Η ιδεολογική ταύτιση ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. και η συνεργασία με την Ακροδεξιά

Ας αναρωτηθούμε: η διακυβέρνηση ασκείται δημοκρατικά ή αυταρχικά; Εάν ισχύει το δεύτερο, τότε, ως αξιωματική αντιπολίτευση, καλώς στηρίζουμε όσους δικαίως διαμαρτύρονται. Η ειρηνική διαμαρτυρία είναι έκφραση της δημοκρατικής νομιμότητας και του συλλογικού δημοκρατικού αυτοκαθορισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ εντέλλεται να εκφράσει αυτή την αγανάκτηση, να τη θέσει εντός του αντιπολιτευτικού και προγραμματικού του λόγου και να την αναδείξει στο κοινοβούλιο και την κοινωνία. Όσοι λοιδορούν τον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή στηρίζει τη διαμαρτυρόμενη κοινωνία, παραβλέπουν ότι αυτός πράττει με σεβασμό στην αντιπροσωπευτική μορφή του πολιτεύματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ασκώντας αντιπολίτευση, πράττει το καθήκον του. Αντιπροσωπεύει αυτούς που τον όρισαν αξιωματική αντιπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Είναι αδύνατος σήμερα ένας «ιστορικός συμβιβασμός»

Standard

 «Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το υπαρκτό, αλλά για να το αλλάξουμε, όχι για να υποταχθούμε σ’ αυτό»

 Συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 spasdΑς ξεκινήσουμε από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Πώς κρίνετε την τωρινή τους θέση;

 Για το ΠΑΣΟΚ δεν θα είχα να πω κάτι άλλο, πέραν του ότι ακολούθησε τη μοίρα των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, από τη στιγμή που εγκολπώθηκαν σαν αναλυτικό εργαλείο, αλλά και σαν εργαλείο άσκησης πολιτικής εξουσίας, τον νεοφιλελευθερισμό.

Ως προς τη ΔΗΜΑΡ, θα έλεγα ότι είναι το λυπηρό απομεινάρι ενός σημαντικού εγχειρήματος – εννοώ τον ευρωκομμουνισμό. Οι εποχές βεβαίως είναι πολύ διαφορετικές· οι απολήξεις όμως σημαδεύουν την αναποτελεσματικότητα, εκ των υστέρων, του μεγάλου σχεδίου του Μπερλινγκουέρ και του Άλντο Μόρο για τον ιστορικό συμβιβασμό. Δεν νομίζω ότι σήμερα είναι εφικτός ένας «ιστορικός συμβιβασμός», ούτε στην Ιταλία ούτε φυσικά στην Ελλάδα. Η ΔΗΜΑΡ εικονογραφεί την αποτυχία ενός μεγάλου για την εποχή του σχεδίου, και αν αναφέρομαι σε αυτή την απόληξη είναι γιατί αποτελεί δείκτη μιας μεγάλης κρίσης.

 Και ας προχωρήσουμε στον ΣΥΡΙΖΑ…

 Ας δούμε καταρχάς την πρόσληψη του λόγου του ΣΥΡΙΖΑ από το εκλογικό σώμα. Ο λόγος αυτός είναι διηθημένος από τα κρατούντα μέσα ενημέρωσης, τα οποία, όταν δεν είναι απροκάλυπτα αρνητικά ή εχθρικά, είναι μεροληπτικά. Στους πολλούς αποδέκτες, ο λόγος της Αριστεράς, φτάνει παρηλλαγμένος. Κάποτε, η παραλλαγή γίνεται και από τα αριστερά. Θα αναφερθώ σε ένα ενδεικτικό παράδειγμα: το περίφημο «Δεύτερο Σχέδιο», το γνωστό, αγγλιστί, Plan B — βλέπετε, η αγγλική, μια ορισμένη μορφή της συγκεκριμένα, έχει γίνει η κοινή γλώσσα. Δεν έχει η Αριστερά δεύτερο σχέδιο, μας λένε. Ρωτήθηκαν ποτέ η Δεξιά και τα κεντροαριστερά παραβλαστήματα αν έχουν δεύτερο σχέδιο στην περίπτωση κατά την οποία αποτύχει –και έχουμε ουκ ολίγες ενδείξεις γι’ αυτό– το σχέδιο το οποίο εφαρμόζουν; Κανείς δεν θέτει το ζήτημα αυτό· το πρόβλημα τίθεται μόνο για την Αριστερά, και μάλιστα και από καλόβολους αριστερούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ξένοι ολετήρες

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Οι Μεγάλες Δυνάμεις ετοιμάζονται, αυτή τη φορά, να καταβροχθίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 Ο δημόσιος λόγος και η πολιτική συζήτηση των δύο αιώνων που μεσολαβούν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως σήμερα έχει σφραγιστεί από την παρουσία των «ξένων», των εκτός Ελλάδος δυνάμεων (κρατών, κυβερνήσεων, προσωπικοτήτων, οικονομικών παραγόντων και συμφερόντων), που αποτέλεσαν κοινό στόχο μιας αντιφατικής, αλλοπρόσαλλης κριτικής, η οποία εκκινούσε από διαφορετικές προελεύσεις και κατέληγε συνήθως στην αδιαφοροποίητη καταγγελία του ρόλου που διαδραμάτισαν στα ελληνικά πράγματα. Σύμφωνα με τις εδραίες αυτές αντιλήψεις, «οι ξένοι», συλλήβδην, πρόδιδαν, υπονόμευαν, εκμεταλλεύονταν, εκβίαζαν το μικρό και πτωχό, πλην τίμιο και ηρωικό, ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως νεο-ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά: Θέλει; Μπορεί; Έχει σημασία;

Standard

του Γιώργου Παπανάγνου

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ – Μπρεσόν, 1936

Απο τις εκλογές του Ιούνη έχει αρχίσει ένας έντονος διάλογος γύρω από το αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, μπορεί, ή ακόμα και αν θα έπρεπε να προσδοκά να γίνει το νέο ΠΑΣΟΚ. Για πολλούς, η ενδεχόμενη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα νεο-ΠΑΣΟΚ είναι κάτι αναπόφευκτο, κυρίως επειδή δείχνει να το θέλει. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης συνήθως προβάλλουν με χαιρεκακία την υιοθέτηση από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ ορισμένων παραδοσιακών σημαινόντων του πολιτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να γίνει συστημικό κομμάτι του πολιτικού σκηνικού. Από τη άλλη, υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει νεο-ΠΑΣΟΚ, είτε διότι (για μερικούς) παραμένει στην «άκρα» κινηματική Αριστερά είτε επειδή (για άλλους) οι εποχές δεν είναι οι ίδιες. Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι κρίσεις αυτές αποτελούν συνάρτηση του πώς αντιλαμβάνεται κανείς το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικό μόρφωμα. Για μια καλύτερη εικόνα, μια σφαιρικότερη προσέγγιση είναι απαραίτητη. Συνέχεια ανάγνωσης

Γράμμα σ’ αυτούς που δεν πρόκειται να το διαβάσουν

Standard

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

Πάουλ Φλόρα, «Μισθοφόροι», 1962

Γράφω σε σας που χτες και σήμερα ηγηθήκατε των δύο κομμάτων που κυβέρνησαν αυτή τη χώρα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο, έπεφτε η Δικτατορία. Κι από τότε μεγάλωσαν κοντά δύο γενιές. Θα ήθελα να σας θυμίσω ποιοι είσαστε· να σας θυμίσω γιατί αυτή η κοινωνία θα πήγαινε στο γκρεμό, δίχως να έχει ανάγκη καμία κρίση· να σας θυμίσω γιατί τα αφεντικά του κόσμου διάλεξαν ετούτη τη χώρα για να ξεκινήσουν την κινεζοποίηση της Ευρώπης.·

Αυταπάτες δεν έχω: ξέρω ότι δεν έχετε ούτε τον τρόπο ούτε τη διάθεση να διαβάσετε αυτά που σας γράφει ένας «ανώνυμος». Αλλά, για μας τους ανώνυμους, για μας που νιώσαμε την ασφυξία, τη ντροπή και τον εξευτελισμό κάτω από την πελατειακή εξουσία σας, ο λόγος είναι απελευθέρωση, ο λόγος είναι η ίδια η ελευθερία. Συνέχεια ανάγνωσης

Όπισθεν ολοταχώς; ο Κώδικας ιθαγένειας ενώπιον του ΣτΕ, η Ακροδεξιά στην κυβέρνηση

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Παρίσι, 1949. Φωτογραφία του Έλιοτ Έρβιτ

Η δημιουργία της κυβέρνησης Παπαδήμου μας έθεσε ενώπιον ενός ερωτήματος στο οποίο δύσκολα μπορούμε να απαντήσουμε ακόμη από μια μακροϊστορική διάσταση: Με ποιον τρόπο η Ακροδεξιά κατάφερε να γίνει τμήμα της ελληνικής κυβέρνησης; Επί των χειρισμών που έφεραν την Ακροδεξιά στην κυβέρνηση ακούστηκαν οι εξής θέσεις: πρώτον, φταίει η Νέα Δημοκρατία, διότι ο πρόεδρός της επ’ ουδενί δεν επιθυμούσε να υποστεί το πολιτικό κόστος της διαχείρισης του μνημονίου μόνος του. Έβαλε έτσι ως όρο τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ, για να περιορίσει την εκλογική αφαίμαξη της ΝΔ προς το υπόγειο της δεξιάς πολυκατοικίας, το οποίο βλέπει πλέον για τα καλά και τους παραπάνω ορόφους. Η ερμηνεία αυτή μπορεί και να στέκει, πλην όμως είναι ασφυκτικά ελλιπής κατά το ότι βλέπει μόνο στο φωτοφίνις, το τέλος της κούρσας του ΛΑΟΣ προς την εξουσία. Για να φτάσει όμως το κόμμα αυτό εκεί χρειάστηκε σπρώξιμο που δόθηκε γενναιόδωρα από την ίδια την προηγούμενη κυβέρνηση, προκειμένου η Ακροδεξιά να μπορεί να εμβολίζει την πολιτική δύναμη της Δεξιάς. Ακόμη, όπως έχει τεκμηριώσει ο Δ. Ψαρράς στο τελευταίο βιβλίο του,[1] ήταν τέτοια η υποδοχή του «χωρατατζή» προέδρου του ΛΑΟΣ στα τηλεοπτικά σαλόνια τα δελτίων των οχτώ και όχι μόνο, ώστε το όλο πολιτικό και τηλεοπτικό περιβάλλον λειτούργησε σαν το τέλειο πλυντήριο της Ακροδεξιάς ταυτότητάς του. Έτσι, η μετέπειτα συμμετοχή του κόμματος αυτού στην κυβέρνηση εμφανίστηκε ως μια φυσική πολιτική διέξοδος για το ξέπλυμα (όχι του βρόμικου χρήματος, αλλά) της πιο βρόμικης ιδεολογίας. Μιας ιδεολογίας την οποία εύκολα μπορεί κανείς να την ανιχνεύσει στις επερωτήσεις των βουλευτών του κόμματος αυτού στη διάρκεια της τελευταίας κοινοβουλευτικής θητείας — και όχι μόνο. Μιας ιδεολογίας την οποία φυσικά το ΛΑΟΣ δεν απαρνείται. Απλώς την καμουφλάρει και το ομολογεί: «ο λόγος μας ήταν πιο εύγευστος και εύπεπτος. Δεν αλλάξαμε αυτά που σερβίραμε! Αλλάξαμε τον τρόπο που τα σερβίρουμε», έλεγε ο αρχηγός του το 2006, όπως μας θυμίζει ο Ψαρράς. Ορθά λοιπόν επισημαίνει το πρώην πλέον στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ο Ν. Μπίστης: «Σε αυτή τη “λαϊκή νομιμοποίηση” του κ. Καρατζαφέρη συνέβαλε το ΠΑΣΟΚ χαρίζοντάς του γενναιόδωρα τον τίτλο του υπεύθυνου χαριτωμένου συνομιλητή, σε αντίθεση συνήθως με τον αδιάλλακτο και πάντα κατσούφη Σαμαρά. Για να χτυπήσουν τον τελευταίο, χάιδευαν τον πρώτο. Η ΝΔ έκανε κάτι χειρότερο. Στον ανταγωνισμό της με το ΛΑΟΣ για τις ψήφους της λαϊκής Δεξιάς εγκολπώθηκε τα συνθήματα, το αντιμεταναστευτικό και εθνικιστικό του πάθος».[2] Έτσι λοιπόν διαμορφώθηκε αυτό που εύστοχα αναγνωρίστηκε ως η «Ακροδεξιά του μεσαίου χώρου» (κατά τον Δ. Αναγνωστόπουλο-Παπαδάτο), υπό την έννοια ότι και η Ακροδεξιά θεσμοποιείται, αλλά και τα μέινστριμ κόμματα και μίντια ενστερνίζονται τις πολιτικές παραδοχές της.

Φραντς Μαρκ, «Η κίτρινη αγελάδα», 1911

Δεύτερο επιχείρημα, επίσης οικείο στο χώρο της κυβερνητικής παράταξης, ήταν πως η Aριστερά δια της a priori κατακραυγής της όποιας κυβερνητικής επερχόμενης σύνθεσης κατ’ ουσίαν λειτούργησε ως ηθικός αυτουργός για τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ, καθώς δια της αποχής της έσπρωξε το ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση δίνοντάς του το ζωτικό χώρο που του έλειπε και που διακαώς αναζητούσε. Εφόσον, κατά το επιχείρημα αυτό, η Αριστερά λέει συνέχεια «όχι», κατ’ ουσίαν αφήνει το πολιτικό βαρόμετρο να γέρνει προς τα Δεξιά με τα γνωστά αποτελέσματα. Το επιχείρημα προσωπικά δεν με αφήνει αδιάφορο και θα επιχειρηματολογήσω στη συνέχεια για ποιο λόγο υπάρχουν διαφορετικές διαβαθμίσεις του «όχι», δηλαδή αυξομειούμενης έντασης αρνήσεις οι οποίες συγκροτούν διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές.

Για να προϊδεάσω λίγο για τα συμπεράσματα, πιστεύω ότι είναι διαφορετικής έντασης το «όχι» στην κυβέρνηση Παπαδήμου με το ΛΑΟΣ από το «όχι» στην ίδια κυβέρνηση χωρίς το ΛΑΟΣ. Επιχειρηματολογώ δηλαδή για λόγους αρχής υπέρ της αυτόνομης πολιτικής απαξίας της συμμετοχής της Ακροδεξιάς στο κυβερνητικό μπλοκ εντός ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Επανέρχομαι όμως στο προηγούμενο επιχείρημα που ρίχνει το ανάθεμα στην Αριστερά. Το αντεπιχείρημα εδώ δεν είναι δύσκολο: κανείς δεν είχε ανάγκη την κοινοβουλευτική ομάδα του ΛΑΟΣ για να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης η νέα κυβέρνηση. Αυτή είναι η ελληνική ιδιομορφία την οποία νομίζω θα πασχίζουν οι πολιτικοί επιστήμονες να τυποποιήσουν και να ταξινομήσουν στο μέλλον. Δεν είναι όμως μόνον ότι το ΛΑΟΣ δεν ήταν κοινοβουλευτικά αναγκαίο. Εκ των πραγμάτων φαίνεται πως η συμμετοχή του αντιμετωπίστηκε ως μια κατεξοχήν επιθυμητή επιλογή, πριν μάλιστα από τη συμμετοχή οποιουδήποτε άλλου κόμματος. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού θα αναφερθώ σε ένα ενδιαφέρον απόσπασμα μιας πρόσφατης συνέντευξης του Φώτη Κουβέλη (Τα Νέα, 26-27.11.11). «ΕΡ.: Ο Παπανδρέου δεν σας πρότεινε να συμμετέχετε στην κυβέρνηση; ΑΠ.: Όχι […] ΕΡ.: Αν ο Παπανδρέου πριν συμφωνήσει με το ΛΑΟΣ σάς είχε πει να συζητήσετε το ενδεχόμενο μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης με τη συμμετοχή και της Νέας Δημοκρατίας θα το συζητούσατε; ΑΠ.: Με τα χαρακτηριστικά της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ναι». Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Η απολογία της Μαρίνας Δημητριάδου

Standard

Στις 25 Σεπτεμβρίου, η Μαρίνα Δημητριάδου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης, πέταξε ένα αυγό εναντίον του υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη Μανώλη Όθωνα. Συνελήφθη, προπηλακίστηκε από την οθωνική ασφάλεια και κρατήθηκε στο Τμήμα κατόπιν μηνύσεως του υφυπουργού, για «απρόκλητη λόγω και έργω εξύβριση». Στις 10 Οκτωβρίου, το δικαστήριο του Ρεθύμνου, αν και έκρινε ότι η πράξη δεν ήταν απρόκλητη, καταδίκασε τη Μ. Δημητριάδου σε φυλάκιση πέντε μηνών με αναστολή. Το γεγονός είναι πρωτοφανές στα μεταπολιτευτικά χρονικά: όχι βέβαια της ρίψης αυγών (και γιαουρτιών, αλευριού, ντοματών κλπ.), αλλά της μήνυσης και της καταδίκης· εκατοντάδες τέτοιες ενέργειες θεωρούνταν μέχρι σήμερα πράξεις πολιτικής διαμαρτυρίας, και όχι αντικείμενο του Ποινικού Κώδικα. Δεν χρειάζεται κανείς να συμφωνεί με την «αυγοβολή» για να καταλάβει ότι η δίωξη και καταδίκη, σε μια εποχή μάλιστα που η κοινωνική διαμαρτυρία εντείνεται, στρέφεται ευθέως κατά της πολιτικής έκφρασης και ταυτόχρονα δείχνει έλλειψη συναίσθησης εκ μέρους της κυβέρνησης. Συμπαραστεκόμενοι στη Μ. Δημητριάδου, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από την απολογία της (ολόκληρη, καθώς και άλλες πληροφορίες για το συμβάν, στο μπλογκ της http://augobolos.blogspot.com/2011/10/blog-post.html).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 […] Είναι, θαρρώ, φανερός ο εμπαιγμός του κ. Όθωνα σε βάρος μου και σε βάρος όλων των κατοίκων του Ρεθύμνου, ψηφοφόρων του και μη, καθώς άλλα τον ακούγαμε να λέει προεκλογικά και άλλα λέει και πράττει πλέον που είναι στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με τα λόγια του μετά το συμβάν για το οποίο δικάζομαι δήλωσε ότι «η έκφραση αντίθεσης και διαμαρτυρίας στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική είναι όχι μόνο θεμιτή, αλλά αποτελεί και θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη.» Ωστόσο, σπεύδει να διευκρινίσει ποιοι είναι εκείνοι που δικαιούνται να εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους. Όχι οι «παγκοσμίως και τουλάχιστον πανρεθυμνίως άγνωστοι». Μας θυμίζει τις δηλώσεις του μετά τη φετινή μαθητική παρέλαση της 25ης Μαρτίου κατά την οποία ενεργοί πολίτες του Ρεθύμνου τόλμησαν να εκφραστούν ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης. Χαρακτηρίστηκαν ως «ομάδα πολιτών άνευ σημασίας» και δύο από αυτούς, προσωπικοί μου φίλοι, ξυλοκοπήθηκαν με ιδιαίτερο μένος από τα σώματα προστασίας του πολίτη. Στο ίδιο μήκος κινήθηκε και ο [δήμαρχος Ρεθύμνου] κύριος Μαρινάκης, συμπληρώνοντας τις απαξιωτικές δηλώσεις του κ. Όθωνα, λέγοντας ότι «άκουσε» πως την επίθεση έκανε μια «τριαντατριάχρονη Κύπρια φοιτήτρια, και αυτό τα λέει όλα». Πόσες γενιές πίσω άραγε οφείλω να έχω ρεθυμνιώτικο αίμα, για να δικαιούμαι να διαμαρτύρομαι στο Ρέθυμνο; Πόσο χρονών έπρεπε να είμαι; […]. Συνέχεια ανάγνωσης

Από γενιά σε γενιά

Standard

αναδημοσίευση από την Καθημερινή,  16.7.2011

του Παντελή Μπουκάλα

Τώρα το γράφουν ειρωνικά και στην Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι φεουδαρχική δημοκρατία, με τη σκυτάλη της εξουσίας να περνάει μονότονα όχι από κόμμα σε κόμμα, αλλά από τη μία οικογένεια στην άλλη. Θαρρείς και έχουμε δυο-τρεις βασιλικούς οίκους που, αποθεώνοντας τον νεποτισμό, ετοιμάζουν τους βλαστούς τους για τα υψηλά αξιώματα και τους τα παραδίδουν ακόμα και αν δεν ενδιαφέρονται οι ίδιοι (όπως θρυλείται ότι συνέβη στην περίπτωση του Κ. Καραμανλή του Β΄) ή ακόμα κααι αν η αξιοσύνη τους δεν είναι ιδιαίτερη, όπως στην περίπτωση του Γ. Παπανδρέου, Β΄ και αυτού, ο οποίος, σύμφωνα με όσα έλεγε κάποτε ο νυν αντιπρόεδρός του κ. Πάγκαλος, δεν ήταν για τα δύσκολα.

Επί χρόνια έγραφαν αρκετοί και εδώ για το περίεργο πολίτευμα κληρονομικής δημοκρατίας που παραμένει ασάλευτο επί δεκαετίες, σαν να βάλτωσε ο πολιτικός χρόνος. Οι «τρεις οικογένειες» δεν είναι κουβέντα του καφενείου, όπως θα έλεγαν οι «σοβαροί αναλυτές». Είναι ύλη για μελετητές που πρέπει να εξηγήσουν πώς εδώ έφτασε στην κορύφωσή του ένα φαινόμενο που παρατηρείται και αλλού (Μπους Α΄ εγέννησε Μπους Β΄), αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό. Και, εξετάζοντας την κορυφή του πολιτικού δυναμικού, ας εξετάσουν και τη βάση, όπου πολλές βουλευτικές έδρες υπακούουν στο κληρονομικό δίκαιο, όπως άλλωστε και πανεπιστημιακές. Συνέχεια ανάγνωσης

Σοσιαλδημοκρατία; Όχι ακριβώς

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Σαλβαντόρ Νταλί, "Αταβιστικό δειλινό"

Ακόμα συναντά κανείς αναλύσεις για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα του τελευταίου χρόνου που θέτουν το πρόβλημα της «κυβέρνησης Παπανδρέου» με τους κλασικούς όρους της αριστερής κριτικής. Για παράδειγμα, αναγνωρίζοντας την διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά, την παθητική προσαρμογή των κυβερνώντων στα διεθνή κέντρα της χρηματοπιστωτικής οικονομίας, μια περαιτέρω «σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη» και πάει λέγοντας.

Νομίζω ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι ακατάλληλες για να ερμηνεύσουμε το παρόν σύστημα εξουσίας και το βασικό του υποκείμενο. Είναι διαπιστώσεις οι οποίες προϋποθέτουν ότι το υπάρχον μοντέλο διακυβέρνησης υπακούει σε οικείες ιστορικές-ιδεολογικές κινήσεις, αντίστοιχες με αυτές που σημειώνονται εδώ και χρόνια σε όλη την Ευρώπη. Μια παρόμοια θεώρηση δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στο υπό κρίση φαινόμενο. Διότι, από πολλές απόψεις, το μνημονιακό ΠΑΣΟΚ είναι μια μοναδική ιστορία, μια μη συγκρίσιμη δημόσια και πολιτική εμπειρία. Όπως ήταν και το παλαιό «εθνικολαϊκιστικό» ΠΑΣΟΚ, το ΠΑΣΟΚ της ευημερίας και της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Δεν συνιστά απλώς ένα πλέγμα πολιτικών, ένα άθροισμα δημοσιονομικών μέτρων αλλά κάτι πολύ περισσότερο: μια ιδιαίτερη διάταξη λόγου και εξουσίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Μορφές «διαλεκτικής» ή «διαλογισμού»;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

 Τα δύο κυβερνητικά κόμματα (η ιδιότητα αυτή προκύπτει με βάση και τον ισχύοντα εκλογικό νόμο) της χώρας διαγκωνίζονται ποιο θα εκφράσει καλύτερα την «επανάσταση του αυτονόητου». Δεν αποκλείεται μέτριοι σύμβουλοι, ελληνικής ή όχι καταγωγής, να την εισηγούνται. Δηλαδή, στα γραπτά σχέδια των ομιλιών που παραδίδονται στον πρωθυπουργό και στον υποψήφιο πρωθυπουργό να ενυπάρχουν τέτοιες εύκολες ετικέτες.  Ο δεύτερος όρισε τη «Νέα Μεταπολίτευση» (αφού απαλλάχθηκε από το βάρος της «επανίδρυσης του κράτους») ως «επανάσταση του αυτονόητου», κατά το 8ο συνέδριο του κόμματός του.  Η επεξήγηση ήταν να «στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις για να ξεπεράσουμε την κρίση», ό,τι δηλαδή στην «Ελλάδα παραμένει αδιανόητο» (25.6.2010).

Αντίστοιχα, ο πρωθυπουργός κατονομάζοντας σειρά «αυτονόητων» της εγχώριας οικονομικής ζωής («γραφειοκρατία», «φοροδιαφυγή», «κλειστά επαγγέλματα») υποσχέθηκε στην Κρήτη ότι θα κάνει πράξη την «επανάσταση του αυτονόητου» (2.8.2010). Ό,τι ακριβώς επανέλαβε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (11.9.2010), εξαίροντας ως «επαναστάτες του αυτονόητου» τους επιχειρηματίες που συμβάλλουν στη «βιώσιμη ανάπτυξη». Όσο για τη συνάντηση των Δελφών (26.9.2010), εκεί ζήτησε να εγκαταλειφθούν οι «προκαταλήψεις» και να διανοίγεται «μπροστά μας» ό,τι θα έπρεπε να μας «καθοδηγεί» («πραγματική εσωτερική δημοκρατία», «αριστεία», «αξιολόγηση», «πιστοποίηση» κλπ.), εγκαινιάζοντας έναν «διάλογο» που επιβάλλεται να καταλήξει σε «ένα αποτέλεσμα». Έτσι, οι δύο πολιτικοί λόγοι από τη μια θέτουν το «αυτονόητο» στο παρελθόν και από την άλλη στο μέλλον, με την «επανάσταση» που θα μεσολαβεί να έχει διττό προσανατολισμό. Συνέχεια ανάγνωσης