Ολιγάρχες του λιμανιού

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Αν σήμερα επανερχόμαστε στον Πειραιά (είχαμε μιλήσει και στις 11.5 με τον «Γαϊδούρειο ίππο»), δεν το κάνουμε μόνο επειδή τον αγώνα εκεί, κι ας μην κέρδισε, τον έδωσε με απαράμιλλο ήθος, μαχητικότητα και γνώση ένα λαμπρό αυτοδιοικητικό σχήμα, το «Λιμάνι της Αγωνίας», με επικεφαλής τον Θοδωρή Δρίτσα. Αλλά και επειδή το ζοφερό μοντέλο Μώραλη-Μαρινάκη –το οποίο βγάζει και παρακλάδια, όπως δείχνει και η περίπτωση Μπέου στον Βόλο–  όπου συμπλέκονται συμφέροντα, τραμπουκισμοί, ακροδεξιοί ιεράρχες, εξαγορά, χειραγώγηση μέσω του χρήματος και του ποδοσφαίρου, υπερβαίνει πολύ τον Πειραιά: πλήττει την καρδιά της δημοκρατίας. Με αυτά κατά νου, πριν την κάλπη –και ευχόμενοι ολόψυχα κάθε επιτυχία στον Μαργαρίτη Πατσιαντά στον Βόλο– ζητήσαμε από έναν καλό γνώστη της ιστορίας  και της πολιτικής ζωής του Πειραιά, τον Νίκο Μπελαβίλα, να μας αναλύσει το φαινόμενο.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

O Πειραιάς, όπως όλα τα λιμάνια του κόσμου, έχει μόρτες, μαστροπούς, λαθρέμπορους. Ήταν και είναι κομμάτι της καθημερινότητας και της κουλτούρας της πόλης αυτός ο υπόκοσμος, άλλοτε μάγκικος, γλυκός και τρυφερός, όπως εκείνος του κινηματογράφου του ’60 και των ρεμπέτικων, άλλοτε αποκρουστικός, γλοιώδης, απάνθρωπος.

Ο Πειραιάς είχε πάντα έναν τρόπο να κρατάει αυτό τον υπόκοσμό του στην άκρη. Στις αποβάθρες και στους δύο-τρεις δρόμους πίσω από το λιμάνι. Αυτό οφειλόταν, νομίζω, σε μια αστική τάξη της πόλης η οποία δεν διαπραγματευόταν ούτε την ηγεμονία της ούτε τον καθωσπρεπισμό της. Τις συνδιαλλαγές της με τον υπόκοσμο ή δεν τις έκανε ή τις έκανε υπόγεια. Οφειλόταν, επίσης, και σε εκείνη την πολύ μεγάλη κοινωνική τάξη των εργοστασιακών εργατών και των μικρασιατών προσφύγων που είχε αντίστοιχα επιβάλει τους κώδικες της δικής της συμπεριφοράς στις λαϊκές συνοικίες: κώδικες σεβασμού, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, που ίσχυαν ακόμη κι όταν φλεγόταν η πόλη από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Ώσπου στον Πειραιά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Τα πρώτα άγνωστα στην κοινή γνώμη λυντσαρίσματα μεταναστών στον Ρέντη, οι επιθέσεις στο Πέραμα και στην Κοκκινιά και, τέλος, η πολιτική δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους νεοναζί σήμαναν το τέλος της εποχής. Για πρώτη φορά περπατάει κόσμος φοβισμένος στην πόλη μας. Το λουμπεναριό σήκωσε τα καπάκια των υπονόμων βγαίνοντας στο φως. Χρυσαυγίτες, χούλιγκαν, μπράβοι νυχτερινών κέντρων. Η καθολική φτώχεια και τα τεράστια μεγέθη της ανεργίας, στις βόρειες κυρίως γειτονιές αποτέλεσαν το υπόβαθρο για να βρουν τόπο να πατήσουν. Συνέχεια ανάγνωσης

«Να τους πάρετε σπίτι σας!»

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

«Να τους πάρετε σπίτι σας!». Αγαπημένη και μόνιμη επωδός κάθε αξιοσέβαστου ακροδεξιού, προς την Αριστερά, στις συζητήσεις για το μεταναστευτικό: «Αφού τους αγαπάτε τόσο τους μετανάστες, να τους βάλετε σπίτι σας!». Το έχουμε ακούσει πάμπολλες φορές σε καφενεία, στην τηλεόραση, στη Βουλή. Δεν θέλω φυσικά να αναλύσω τον παραλογισμό και τη δημαγωγία αυτής της επωδού. Με βάση την ίδια λογική, όποιος ζητάει να κυκλοφορεί το μετρό το βράδυ πρέπει να γίνει τραμβαγέρης και να οδηγεί τους συρμούς, όποιος ζητάει φαρμακευτική περίθαλψη πρέπει να γίνει ο ίδιος φαρμακοτρίφτης και να φτιάνει τα φάρμακα, όποιος ζητάει να βελτιωθούν τα σχολικά εγχειρίδια πρέπει να τα συγγράφει ο ίδιος κλπ. Η επωδός, ωστόσο, συνήθως πετυχαίνει τον στόχο της, δυσκολεύοντας τον αριστερό συνομιλητή. Με κάποιες απολαυστικές εξαιρέσεις. Πριν κάποια χρόνια στην τηλεόραση κάποιος επιφανής φασίστας (δεν θυμάμαι αν ήταν ο Α. Γεωργιάδης ή ο Μ. Βορίδης) «στρίμωχνε» τον Νάσο Θεοδωρίδη, επιμένοντας: «Εσείς του ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν τους παίρνετε σπίτι σας τους λαθρομετανάστες, αφού τους αγαπάτε;», «Εσείς, κ. Θεοδωρίδη, θα τους παίρνατε σπίτι σας;». Η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Βεβαίως και θα τους έπαιρνα, με χαρά! Τους φασίστες σαν κι εσένα δεν θα ’παιρνα!».

Δεν τα θυμήθηκα όλα αυτά για να ευθυμήσουμε. Αντιθέτως. Τα θυμήθηκα επειδή, στην υπόθεση των ναυαγών της Σάμου, το ελληνικό κράτος φάνηκε να έχει υιοθετήσει πλήρως τη λογική «Να τους πάρετε σπίτι σας». Επί ένα διήμερο, μέχρι να έρθουν οι ναυαγοί από τη Σάμο στην Αθήνα, οι μόνοι που ασχολούνταν με το πού θα πάνε αυτοί οι άνθρωποι όταν φτάσουν στον Πειραιά ήταν βουλευτές της Αριστεράς και στελέχη ανθρωπιστικών οργανώσεων. Το κράτος και οι ποικίλοι φορείς όχι μόνο δεν δραστηριοποιήθηκαν, αλλά και κώφευαν –ή έστω ημικώφευαν– στις εκκλήσεις, πάντως λύση δεν βρισκόταν. Συνέχεια ανάγνωσης

Γαϊδούρειος ίππος

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

1-marinakis

Δεν είναι πολλά αυτά που ξέρω για τον Πειραιά. Έχω διαβάσει για την ιστορία της πόλης, έχω κάνει ωραίες βόλτες με καλούς φίλους, παρακολουθώ (συνήθως μέσω αυτών των φίλων) τα πολιτικά δρώμενα στο λιμάνι. Και όμως, σήμερα, για τον Πειραιά θέλω να γράψω, κι ας μην τον ξέρω καλά. Γιατί αυτό που επιχειρείται να γίνει, με την υποψηφιότητα Μαρινάκη, ξεπερνά τα όρια της πόλης, τα δημοτικά πράγματα και πρόσωπα: εισάγει ένα νέο μοντέλο πολιτικής, πολύ επικίνδυνο αν επικρατήσει.

Ασφαλώς, δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Το σύμπλεγμα οικονομικοί παράγοντες-επαγγελματικό ποδόσφαιρο-πελατειακές σχέσεις-μήντια-χειραγώγηση δεν εκβάλλει για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή. Ωστόσο, αν και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της υποψηφιότητας Μαρινάκη είναι παλιά, η υποψηφιότητά του συνιστά, ποιοτικά, νέο φαινόμενο. Όλα όσα γίνονταν μέχρι σήμερα παρασκηνιακά ή στο ημίφως, τώρα (χωρίς να σταματήσουν βέβαια να γίνονται παρασκηνιακά) εμφανίζονται θριαμβευτικά στο προσκήνιο. Χωρίς προσχήματα, στο πρόσωπο ενός ισχυρού υποψηφίου, που δεν το κρύβει, αλλά διαλαλεί: Ναι, είμαι ο εκλεκτός του κεφαλαίου, της μπάλας, του μητροπολίτη.

Η βιτρίνα είναι υπερκομματική, απολιτική: Ο Πειραιάς, του Πειραιά, τον Πειραιά, ω Πειραιά, ζήτω ο Πειραιάς, ζήτωσαν οι Πειραιάδες: «Πάμε να νικήσουμε. Να κάνουμε έργα. Με πράξεις, όχι με λόγια. Τα ψέματα τελειώνουν. Φτάνει η μιζέρια, η ανεργία και η υποβάθμιση. Αλλάζουμε τον Πειραιά, το λιμάνι της καρδιάς μας. Να αισθανθούμε ξανά Περήφανοι Πειραιώτες!»: λόγια του Β. Μαρινάκη στην παρουσίαση του ψηφοδελτίου (27.4.2014). Συνέχεια ανάγνωσης