Ψήφος μη εμπιστοσύνης

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Γιάννης Μόραλης, «Ερωτικό» (1988)

Γιάννης Μόραλης, «Ερωτικό» (1988)

Δεν ξέρω αν αιφνιδίασε η κίνηση της κυβέρνησης, που ανακοινώθηκε μάλιστα όχι από τον πρωθυπουργό αλλά από τον αντιπρόεδρό της, να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, μια διαδικασία που θα αρχίσει τις αμέσως επόμενες μέρες, ούτε ξέρω αν θα αποφέρει τα προσδοκώμενα· πάντως το απτό αποτέλεσμα που πέτυχε προς το παρόν ήταν να φέρει στην επικαιρότητα τη λέξη «εμπιστοσύνη», που θα είναι το αντικείμενο του σημερινού μας σημειώματος.

Η λέξη εμπιστοσύνη δεν είναι αρχαία. Πλάστηκε στα μεσαιωνικά χρόνια, όπως άλλωστε και η λέξη «έμπιστος». Στα αρχαία υπήρχε το ρήμα «εμπιστεύω» (που σήμαινε «αναθέτω κάτι σε έμπιστο πρόσωπο»), και που ο μέσος τύπος του, «εμπιστεύομαι», στα ελληνιστικά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως αποθετικό, με ενεργητική δηλαδή σημασία, «δείχνω εμπιστοσύνη».

Πηγαίνοντας προς την αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας φτάνουμε στη λ. πίστη, πίστις στα αρχαία, η οποία παράγεται από το ρήμα πείθω (αρχαιότερος ήταν ο μέσος τύπος: πείθομαι), θέμα πιθ- με συριστικοποίηση του θ πριν από το τ (πιθ-τις), που ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bheidh- απ’ όπου και το λατινικό fides (πίστη και εμπιστοσύνη, εξού και το bona fide — με καλή πίστη, αλλά τελικά και το χάι φάι της υψηλής πιστότητας) ή το αλβανικό be (όρκος, εξού και η δική μας μπέσα). Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή τις πρόσφατες εγκλήσεις σε δημόσια πρόσωπα επί «αθεΐα»: Ομολογημένη πίστη, ανομολόγητες προθέσεις

Standard

του Στάθη Λιανού Λιάντη

Λέγουσι γαρ, και ου ποιούσι

Κατά Ματθαίον 23,3

 

Παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό, Επταπύγιο της Γαλιλαίας.

Παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό, Επταπύγιο της Γαλιλαίας.

Σε μια επιστολή προς τον Απόλλωνα Μάικωφ ο Ντοστογιέφσκυ έγραφε ότι στο τελευταίο του έργο, τον Ηλίθιο, προσπάθησε να επικεντρώσει σε ένα ερώτημα: στο ερώτημα «με το οποίο βασανίστηκα, συνειδητά ή ασυνείδητα, όλη μου τη ζωή· κι αυτό είναι η ύπαρξη του Θεού». Αυτές οι λέξεις βγήκαν από τη γραφίδα του ίδιου ανθρώπου που διεκήρυττε ότι αν κάποιος του αποδείκνυε ότι ο Χριστός ήταν ψέμα, αυτός θα διάλεγε τον Χριστό και όχι την αλήθεια. Η κραταιά θέση της πίστης κλονίζεται και στην καρδιά των πιο πιστών, κι αυτή είναι παράμετρος της ελεύθερης προαίρεσης, της ιδιότητας που ο χριστιανικός Θεός αποδίδει ως βασικό χαρακτηριστικό στον άνθρωπο. Ο Ιησούς είπε «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια», αλλά συμπλήρωσε: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Στη χριστιανική διδασκαλία δεν μπορεί να υπάρξει καταναγκαστική πίστη, γιατί αυτό, ακριβώς, θα ακύρωνε την ουσία της, τη συνειδητή και ελεύθερη αποδοχή του σωτηριολογικού της μηνύματος. Ο άνθρωπος θεώνεται, καθίσταται δηλαδή ομόθεος, εκκινώντας από τη δική του ελεύθερη βούληση. Συνέχεια ανάγνωσης