Σαν τα καλοκαιρινά πρωιά

Standard

της Κατερίνας Γκίκα

Βίντσεντ βαν Γκογκ, «Οι ψαρόβαρκες στην ακτή των Saintes-Maries», Ιούνιος 1888

«H ώρα του έτους που αγαπώ είναι το καλοκαίρι. T’ αληθινά καλοκαίρια όμως της Aιγύπτου ή της Eλλάδος — με τον δυνατόν ήλιο, με τα θριαμβευτικά μεσημέρια, με τες εξηντλημένες Aυγουστιάτικες νύχτες. Δεν μπορώ να πω όμως που εργάζομαι (καλλιτεχνικώς, εννοώ) περισσότερο το καλοκαίρι. Eντυπώσεις με δίδουν πολλές οι καλοκαιρινές μορφές κ’ αισθήσεις […]»: την περίοδο 1892-1911 το καλοκαίρι υπήρξε σταθερά η δημιουργικότερη περίοδος για τον Καβάφη· το καλοκαίρι του 1909 είναι μάλλον που εκφράζει ρητά αγάπη για τη συγκεκριμένη εποχή· και στρέφει την προσοχή μας στην επαναφορά των καβαφικών ποιημάτων στη ρητή αναφορά του θέρους σε συνάφεια με τη νεότητα. Επαναφορά, όχι επανάληψη, ένα πιθανό πλαίσιο για το μη τυχαίο, για μια σειρά από ίχνη.

«Μα κιόλας / είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ, / που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις. // Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν / γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας», γράφει ο Καβάφης στο ποίημα «Να μείνει», το 1918. O γαλλισμός ακατάλληλος που είχε υποψιαστεί ο Μίμης Σουλιώτης («incapable de se contenir/ακρατής της ορμής»), μπορεί να συναφθεί με συμφραζόμενα του ακατάσχετος· με κορυφαία, ίσως, τη διατύπωση του Νικολάου Μεσαρίτη για τον Παντοκράτορα, «κατά τους σφοδρούς και ακατασχέτους των εραστών» – στο γύρισμα προς τον 13ο αιώνα. Η ευρύτερη εικόνα δείχνει μια εποχή που οδήγησε στη σφαγή της νεολαίας της Ευρώπης. Και τίποτα δεν θα είναι ίδιο πια, «το κορμί και ο νους έμοιαζαν σχισμένα κομματάκια χαρτιού», παρατηρεί η Ορλάντο. Συνέχεια ανάγνωσης

Λαμέντο

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Δεν ξέρω γιατί επιστρέφω τόσο συχνά στην ποίηση του Τούμας Τράνστρεμερ, του Σουηδού ποιητή που πέθανε την περασμένη εβδομάδα.

Ίσως επειδή τα ποιήματά του είναι σαν μακριά καλώδια που κάποιος τ’ ανοίγει και από μέσα βγαίνουν κάτι εξαιρετικά λεπτά σύρματα, λεπτά σαν ίνες, ίνες που μερικές φορές είναι χρυσές ή ασημένιες (ή χάλκινες).

Τα καλώδια βρίσκονται κάτω απ’ το χώμα, και αυτός που βρίσκει τα καλώδια έχει σκάψει το χώμα με τα χέρια του.

14.00-conosΠροχθές ξαναείδα μια συνέντευξή του στις Κεραίες της εποχής μας, εκπομπή του 2013. Ο Τράνστρεμερ δεν μιλάει. Ο δημοσιογράφος (ο Ανταίος Χρυσοστομίδης) κάνει την ερώτηση στα ελληνικά, ο Βασίλης Παπαγεωργίου (ο μεταφραστής του στη γλώσσα μας) την αποδίδει στα σουηδικά, και μετά ο Τούμας βγάζει απ’ το στόμα του κάτι αργόσυρτους αλλά σύντομους φθόγγους, λες και βγαίνουν από στόμα ξωτικού. Και ύστερα, η Μόνικα, η γυναίκα του εδώ και δεκαετίες, απαντά στη θέση του άντρα της, γιατί η Μόνικα ξέρει τις απαντήσεις, ενώ εγώ αμφιβάλλω, και ίσως αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που με σπρώχνει να φωνάξω, «Σκάσε Μόνικα!». Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ομηρικός «οίνοψ πόντος»: τα χρώματα στους αρχαίους

Standard

του Στυλιανού Αλεξίου

Στυλιανός Αλεξίου

Στυλιανός Αλεξίου

Ο μέγας Στυλιανός Αλεξίου μας αποχαιρέτισε για πάντα το απόγευμα της Τρίτης 12 Νοεμβρίου, σε ηλικία 92 ετών. Αντί άλλων, και καθώς  για τους μεγάλους δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια, δημοσιεύουμε σήμερα ένα σημείωμά του για τον ομηρικό «οίνοπα πόντο».

Και από το μικρό  αυτό κείμενο ο καθένας, και ο μη ειδικός, μπορεί να εκτιμήσει  το σφρίγος της γραφής και της σκέψης του Αλεξίου. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 2 (1986) του  περιοδικού Παλίμψηστου, της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου Κρήτης. Για λόγους χώρου,  απαλειφθεί οι υποσημειώσεις. Ο τίτλος είναι των Ενθεμάτων

Στρ. Μπ.

 Κρήτη τις γαῖ’ ἔστι μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
καλὴ καὶ πίειρα, περίῤῥυτος.

 Είναι μια γη στους ρόδινους ορίζοντες, η Κρήτη

Όμορφη, πλούσια, ολόγυρα λουσμένη από το κύμα.

(Οδύσσεια τ 172)

2-alexioy 1

Οι κροκοσυλλέκτριες.Τοιχογραφία από το Ακρωτήρι της προϊστορικής Σαντορίνης

Το επίθετο οίνοψ σημαίνει κατά λέξιν «κοκκινωπός», «όμοιος περίπου στο χρώμα με κόκκινο κρασί». Επειδή αυτό φαίνεται αταίριαστο για τη θάλασσα, οι σχολιαστές και μεταφραστές ερμηνεύουν «σκούρος, μαύρος, σπινθηρίζων, αφρισμένος, κόκκινος από την ανατολή και δύση του ήλιου» κτλ. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η φράση είναι ταυτόσημη με το επίσης ομηρικό ιοειδής πόντος (από το χρώμα του ίου, της βιολέτας) δηλαδή «μωβ». Για την  κατανόηση των φαινομενικά περίεργων επιθέτων αυτών, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψει ότι η αρχική σημασία της λ. πόντος δεν είναι γενικά «θάλασσα», αλλά «πέλαγος, η θάλασσα στα ανοιχτά, η απομακρυσμένη από την ξηρά, η θάλασσα κοντά στον ορίζοντα».

Πραγματικά στο Αιγαίο, όλους τους καλοκαιρινούς και φθινοπωρινούς μήνες, όταν το φως του ήλιου είναι έντονο, η θάλασσα κοντά στον ορίζοντα έχει πολύ συχνά μια απόχρωση μωβ, ενώ ο ορίζων ελαφρά ροδίζει. Αυτό είναι ιδιαίτερα αντιληπτό από την ακτή σε μέρες μελτεμιού και τρικυμίας. Η θάλασσα χωρίζεται τότε σαφώς σε ζώνες, που η καθεμιά τους, από την ξηρά προς τον ορίζοντα, είναι κιτρινωπή, πράσινη, βαθιά μπλάβη και μωβ. Η αντίθεση αυτή αυξάνει την εντύπωση του ελαφρά κοκκινωπού και μωβ χρώματος της πιο μακρινής ζώνης. Γι’ αυτό λέει «μαβί» το πέλαγος και ο Σεφέρης στο Μυθιστόρημα (ΙΓ΄):

«Το πέλαγο τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε

σήκωνε τα πολύχρωμα κι αστραφτερά καράβια,

λύγιζε, τα κλυδώνιζε, κι όλο μαβί μ’ άσπρα φτερά,

τόσο  πικρό για την ψυχή σου κάποτε,

τώρα γεμάτο χρώματα στον ήλιο».

Οι κυανοπίθηκοι. Τοιχογραφία από το Ακρωτήρι της προϊστορικής Σαντορίνης

Οι κυανοπίθηκοι. Τοιχογραφία από το Ακρωτήρι της προϊστορικής Σαντορίνης

Αλλά και ο Καβάφης, παλαιότερα, στη «Θάλασσα του πρωιού» έγραφε:

«Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ τη φύση λίγο,

θάλασσας του πρωιού  κι ανέφελου ουρανού

λαμπρά μαβιά και κίτρινη όχθη

όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα».

Αιώνες πριν από τον Καβάφη και τον Σεφέρη και αιώνες μετά τον Όμηρο έγραφε ο Μέγας Βασίλειος στην Ομιλία δ’ εις την Εξαήμερον: «ηδύ (θέαμα θάλασσα) όταν  πραείαις αύραις τραχυνομένη τα νώτα πορφύρουσαν χρόα ή κυανήν τοις ορώσι προβάλλη».

Η λύση βρίσκεται λοιπόν στην  προσεκτική παρατήρηση της φύσης στην ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, καθώς και των τρόπων με τους οποίους εκφράστηκαν για την ίδια φύση άνθρωποι του ίδιου χώρου και της ίδιας γλώσσας, έστω κι αν τους χώριζαν αιώνες από τον Όμηρο.

Με την κλίμακα εννοιών του κοκκινωπού, ρόδινου, σκούρου κόκκινου και μωβ χρώματος χρησιμοποίησαν τις λέξεις οίνοψ και οινωπός και οι Έλληνες των κλασικών και μετακλασικών χρόνων. Σχεδόν όλες οι χρήσεις επιβεβαιώνουν την ερμηνεία αυτή, όπως οινωπός βότρυς («κόκκινο σταφύλι») στον Σιμωνίδη τον Αμοργίνο, οινωπός γένυς («κόκκινο μάγουλο») στις Βάκχες του Ευρiπίδη, οινωπός άχνη («ο κόκκινος αφρός» του κρασιού) στον Ορέστη του ίδιου, οινωποί οφθαλμοί στα Φυσιογνωμικά του Αριστοτέλη (πβ. πάλι τα μαβιά μάτια στο ποίημα «Μακρυά» του Καβάφη), οίνοπα πήχυν (για το ρόδινο χέρι της νύμφης που υψώνει έναν πυρσό) στον Τρυφιόδωρο, οίνοπα χιτώνα (για την  πορφύρα του Χριστού) στον Νόννο, οινόχροα τρίχα («κόκκινα μαλλιά» στον Σχολιαστή του Ορέστη του Ευριπίδη κ.ά. Η κυκλαμίς ιοειδής (το μωβ κυκλάμινο») των ορφικών Αργοναυτικών βεβαιώνει τη χρωματική έννοια και του επιθέτου αυτού (πβ. σήμερα «cyclamin» για το ανοιχτό μωβ προ το ρόδινο).

Συνέχεια ανάγνωσης

Occupy Wall Street: Eίμαστε η ποίηση επί τοις εκατό

Standard

 της Κατερίνας Σταυρούλα

«Εύχομαι τα ποιήματά μου

τοποθετημένα σε στρατηγικές

θέσεις

να ανατινάζονταν

σαν βόμβες»

Από το ποίημα  «Για τον  Dennis Brutus» του Austin Straus

Το εξώφυλλο της «Occupy Wall Street Poetry Anthology».

Υπάρχει τρόπος να μετρήσει κανείς την πραγματική επιρροή ενός κινήματος; Αν υπάρχει, τότε θα πρέπει να μετράται η βαθιά αλλαγή στην πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας. Και με βεβαιότητα αυτή η βαθιά αλλαγή δεν μπορεί να συμβεί χωρίς να αποτυπωθεί στην τέχνη. Άλλωστε, τα παραδείγματα του «αιώνα των επαναστάσεων» που γέννησε ρεύματα ανθρώπινης έκφρασης δεν είναι και τόσο μακρινά. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα που διανύουμε, η κρίση παράγει νέα κινήματα, με παγκόσμια δικτύωση και πολλά νέα εργαλεία έκφρασης. Η διαφοροποίηση των εργαλείων δεν διαφοροποιεί, παρ’ όλα αυτά,  τις πηγές. Από την Τυνησία μέχρι την Μαδρίτη, ο εξεγερμένος άνθρωπος χρειάζεται την τέχνη για να εκφραστεί. Και τη δημιουργεί.

Στρέφοντας το βλέμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κίνημα που ξεκίνησε σαν Occupy Wall Street για να πάρει διαστάσεις που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει, κρύβει στο οπλοστάσιό του αναπάντεχα όπλα. Ίσως τα ισχυρότερα. Αυτά που δημιουργούνται από λέξεις, χρώματα, νότες και φαντασία. Και ο πλούτος τους είναι τόσο απροσδόκητος όσο και το γεγονός μιας κατάληψης στην καρδιά της οικονομίας του «αμερικάνικου ονείρου».

Αφίσα της Favianna Rodriguez

Οι άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, πρώτα αλλάζουν τα ονόματα τοποθεσιών, επανανοηματοδοτώντας τα. Το Ζουκότι Παρκ πολύ γρήγορα μετονομάστηκε σε Πάρκο Ελευθερίας και πήρε τη θέση του δίπλα στην Πλατεία Ελευθερίας, στο κέντρο του Καΐρου. Η βίαιη εκκένωσή του από την αστυνομία της Νέας Υόρκης, κατ’ εντολήν του δημάρχου Μπλούμπεργκ είχε σαν αποτέλεσμα μια απώλεια που πέρασε σχετικά απαρατήρητη: η ανοιχτή βιβλιοθήκη της κατάληψης, που αριθμούσε ήδη τρεις χιλιάδες βιβλία, καταστράφηκε από τις αρχές. Η βιβλιοθήκη, που είχε το όνομα «Λαϊκή Βιβλιοθήκη», ήταν μια πρωτοβουλία στο πνεύμα και το γράμμα της κινητοποίησης: μια υπαίθρια βιβλιοθήκη, ανοιχτή και ελεύθερη σε όλους, που δημιουργήθηκε από δωρεές και περιείχε κάθε είδους έντυπα. Η ομάδα που την οργάνωσε, πέρα από τα χιλιάδες βιβλία που συγκέντρωνε και διακινούσε, πήρε και μια πρωτότυπη πρωτοβουλία: κάλεσε επανειλημμένα σε ανοιχτές βραδιές ποίησης, που πραγματοποιήθηκαν με το συγκινητικό σύστημα του «ανθρώπινου μικροφώνου». Το κάθε ποίημα περνούσε από τον απαγγέλλοντα σε όλα τα στόματα, για να το ακούσουν όλοι. Και όταν η ποίηση άρχισε να κυλάει, το επόμενο βήμα ήρθε πια φυσιολογικά. Το κάλεσμα στη δημιουργία της ποίησης του Occupy ήταν γεγονός. Ήταν ένα κάλεσμα που έφυγε μέσω του διαδικτύου και ταξίδεψε γρήγορα, ένα κάλεσμα χωρίς σύνορα. Και το αποτέλεσμα είναι η πρώτη, πιθανότατα, ανοιχτή και εξελισσόμενη ποιητική συλλογή που καταγράφεται στην ιστορία των κινημάτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα εγκαίνια της κοριτσίστικης ελικιάς: ένα αθησαύριστο (;) νεανικό ποίημα του Κ. Βάρναλη

Standard

 του Νίκου Σαραντάκου

Ο Κώστας Βάρναλης το 1914 (ΕΛΙΑ)

Αθησαύριστο ποίημα είναι το ποίημα που δεν έχει καταγραφεί μετά την πρώτη του δημοσίευση σε περιοδικό ή εφημερίδα — αν δεν έχει καν εκδοθεί και το βρίσκουμε στα χαρτιά του ποιητή, πρέπει να το πούμε, θαρρώ, ανέκδοτο. Βέβαια, επειδή για τους περισσότερους ποιητές μας δεν υπάρχει πλήρης βιβλιογραφία, πάντοτε έχουμε μια επιφύλαξη αν κάποιο έργο τους είναι όντως αθησαύριστο — εξού και το ερωτηματικό στον τίτλο.

Ο Κώστας Βάρναλης (1883-1974) ποτέ δεν προχώρησε σε συγκεντρωτική έκδοση των νεανικών ποιημάτων του που βρίσκονταν σκορπισμένα σε διάφορα έντυπα, δηλαδή που δεν είχαν συμπεριληφθεί σε κάποια συλλογή του (Κηρήθρες, 1904, μέχρι πριν από λίγα χρόνια λάνθανε· Πυθμένες, 1905) ή στις μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις. Όταν το 1956 εξέδωσε τα Ποιητικά του στον Κέδρο, πλάι στις δυο μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις (Το φως που καίει και Σκλάβοι πολιορκημένοι) παρέθεσε και μια εκλογή από τα άλλα ποιήματά του, «όσα νόμιζα πως μπορούσανε να δούνε το φως», μεταξύ των οποίων «μερικά νεανικά (ξαναδουλεμένα, όσο σηκώνανε) που χαραχτηρίζουνε την πνευματική πορεία όχι μόνο τη δικιά μου παρά και της εποχής εκείνης».

Σε αυτή την εκλογή ο Βάρναλης στάθηκε εξαιρετικά φειδωλός, αφήνοντας απέξω πολλά εξαιρετικά ποιήματα· ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου θυμάται πως ο Βάρναλης «με πολλούς δισταγμούς, φοβερά δύσπιστος, αποφάσιζε να συμπεριλάβει κάποιο απ’ αυτά τα παλιά» ποιήματα στα Άπαντά του, που ο ίδιος ο Παπαϊωάννου κρίνει πως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «άπαντα». Αιτία των δισταγμών δεν ήταν τόσο η αισθητική αξία των ποιημάτων όσο το γεγονός ότι ο ποιητής, μετά την ιδεολογική του στροφή απέρριπτε το προηγούμενο έργο του. Συνέχεια ανάγνωσης

Βραδιά Αντιμνημονιακής Ποίησης στο μπαρ των «Ενθεμάτων»

Standard

Την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου, από τις 9 το βράδυ κι ώσπου ο κόκορας ν΄ αναφωνήσει τρ(ε)ις, τα «Ενθέματα» και το Red Notebook τιμούν το έπος του ΄40 με μια ξεχωριστή βραδιά, αφιερωμένη στην αντιμνημονιακή ποιητική δημιουργία.

Αφουγκραζόμενοι τις αγωνίες των σύγχρονων Καρυωτάκηδων, παραμερίζοντας για να περάσουν οι Σεφέρηδες του καιρού μας και κλίνοντας το γόνυ ευλαβικά μπροστά στις νέες Μυρτιώτισσες, βάζουμε το λιθάρι μας στην οικοδόμηση του νέου ΕΑΜ, υψώνοντας το λάβαρο του λογισμού και του ονείρου, ανοίγοντας τα παραθύρια της ψυχής, να μπούνε μέσα οι στίχοι.

Θα απαγγελθούν ποιήματα γραμμένα αποκλειστικά για τη βραδιά ανάλεκτα ΟΑΚΚΕ, αποσπάσματα από συνθέσεις της Βιργινίας Δαπόντε-Ρεκτιφιέ, αλλά και στίχοι του σημαντικού αντιμνημονιακού ποιητή Πότη Κατράκη, σε μια προσπάθεια υπέρβασης των παρωχημένων διαιρέσεων που μάτωσαν, σ΄ άλλους καιρούς, το εθνικό μας σώμα.

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς θα είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στους υπερρεαλιστές,  ενώ στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα διαβαστούν, με κριτική διάθεση, έργα δημιουργών της άλλης όχθης: ερωτικός Θόδωρος Πάγκαλος, λυρικός Σπύρος Βούγιας, μεταπολιτικός Τηλέμαχος Χυτήρης.

Χορηγός επικοινωνίας της βραδιάς: Εκδόσεις Τροϊκανός. Συνέχεια ανάγνωσης