Ποινική δικαιοσύνη: πρώτα δικαιοσύνη και μετά ποινική

Standard

του Μανώλη Μελισσάρη 

Με αφορμή, αλλά όχι αποκλειστικό κίνητρο, το σύντομο πρωτοσέλιδο άρθρο του Γ. Πανούση στα Νέα, την προηγούμενη Παρασκευή (3.4.2015), παραθέτω –ομολογουμένως ακροθιγώς και με τρόπο μάλλον πυκνό– μερικές σκέψεις περί παραβατικότητας (αναφέρομαι στην παράβαση της ποινικής νομοθεσίας, όχι στην παράβαση κοινωνικών κανόνων) και ποινικής καταστολής. Κι αυτό γιατί είναι σημαντική πρόκληση για κάθε κυβέρνηση να μην υποκύψει στον ποινικό κατασταλτικό λαϊκισμό, χωρίς όμως να περάσει στο άλλο άκρο, τον αποποινικοποιητικό λαϊκισμό.

***

Έργο του Ρόμπερτ Μπερένυ

Έργο του Ρόμπερτ Μπερένυ

Σύμφωνα με την πιο συνηθισμένη περιγραφή του, ο ποινικός λαϊκισμός χρησιμοποιεί επιλεκτικά το ποινικό δίκαιο και την εφαρμογή του κατά τρόπο που κατασκευάζει φαντασιακούς εσωτερικούς εχθρούς και μια γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας. Κατόπιν, με την ποινική αντιμετώπιση (ή με σχετικές υποσχέσεις στην περίπτωση μη κυβερνώντων κομμάτων) αυτών των εχθρών δημιουργούνται επιφάσεις αποτελεσματικότητας και δικαιοσύνης. Έτσι, ικανοποιούνται ένστικτα και επιβεβαιώνονται πεποιθήσεις που, για διάφορους λόγους, έχουν εμπεδωθεί σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζεται πολιτική υποστήριξη, ενώ διαιωνίζεται η εμπέδωση των ίδιων ενστίκτων, σε έναν αέναο κύκλο κατάχρησης των εννοιών της παραβατικότητας και της νομιμότητας. Ο στόχος του ποινικού λαϊκισμού επιδιώκεται με μεθόδους, όπως: Συνέχεια ανάγνωσης

Να μη χρειαστεί να γυρίσουμε στον Μπεκαρία

Standard

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟ-ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

της Σοφίας Βιδάλη

Τα τελευταία χρόνια, τα όρια ανάμεσα στο αστικό και το ποινικό δίκαιο σβήνουν. Όσο και αν μοιάζει –και σε έναν βαθμό είναι–υπερβολική ή σχηματική η παραπάνω διατύπωση, μας υποδεικνύει κάτι: ότι νοοτροπίες και πολιτικές καταστολής, που καλλιεργήθηκαν και εδραιώθηκαν στις σχέσεις κράτους-πολιτών, σήμερα πια υπερβαίνουν το ποινικό πεδίο, υποκαθιστώντας τις άλλες πολιτικές και εγκληματοποιώντας την καθημερινότητα: στην οικονομία, τη φορολογία, την κοινωνική προστασία.

Τεοντόρ Ζερικό, «Σπουδή σε χέρια και πόδια», 1818-1819

Τεοντόρ Ζερικό, «Σπουδή σε χέρια και πόδια», 1818-1819

Έτσι, ενώ το πολιτικό και οικονομικό ζήτημα κυριαρχούν, το πραγματικό εγκληματικό ζήτημα (οι πραγματικές συστημικές, διαταξικές διαστάσεις και κοινωνικές συνέπειες του εγκλήματος) «χάνεται», υποβαθμίζεται στον δημόσιο λόγο και «εξαφανίζεται» από τα ΜΜΕ· όχι όμως και από την πραγματικότητα. Η «προστασία» της κοινωνίας από το έγκλημα, που διέπει την ιδεολογία του ποινικού φαινομένου στην Ελλάδα, υλοποιείται πλέον σχεδόν αποκλειστικά με κατασταλτικά μέτρα, η εφαρμογή των οποίων συχνά υπερβαίνει (ή παραβιάζει) ακόμα και τις πλέον αυστηρές διατάξει. Και, επίσης, δεν αφορά μόνον τους στερεοτυπικά παράνομους αλλά και τους χαμένους της κρίσης. Γι’ αυτό –όσο κι αν είναι δύσκολο ή ελάχιστα ελκυστικό, σε μια εποχή που οι στρατιές των κατεστραμμένων πολιτών πληθαίνουν– έχει σημασία να ανοίξει δημόσια μια σοβαρή συζήτηση για το ποινικοκατασταλτικό σύστημα (αστυνομία, δικαιοσύνη, φυλακές) και τη λειτουργία του. Συνέχεια ανάγνωσης