Ο οξύμωρος «πόλεμος» κατά της τρομοκρατίας

Standard

του Ζύγκμουντ Μπάουμαν

Άραγε στόχευσε με επιτυχία την «καρδιά της Ευρώπης» η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες, όπως υπαινίχθηκαν τόσοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης (όπως ο έχων αύρα αυθεντίας και πολυδιαβασμένος σχολιαστής των New York Times Roger Cohen, στο άρθρο του στις 22 Μαρτίου); Ή μήπως θα έπρεπε να καταδικάσουμε και να αποφύγουμε αυτό τον συμβολισμό, που τόσο εκτιμούν οι τρομοκράτες;

Μίκαελ Χάφτκα, «Μάθημα ιστορίας», 1997

Μίκαελ Χάφτκα, «Μάθημα ιστορίας», 1997

Η «καρδιά» που οι τρομοκράτες επιλέγουν, στοχεύουν και κάνουν το παν για να χτυπήσουν είναι πάντα κάποιο από τα μέρη όπου αφθονούν, πάντα έτοιμες, οι τηλεοπτικές κάμερες και οι ανταποκριτές παραμονεύουν διψασμένοι για τη νέα συγκλονιστική αίσθηση που θα τους εγγυηθεί αυξημένη τηλεθέαση λίγων έστω ημερών. Ακόμα και δέκα φορές περισσότερα θύματα μεταξύ των Τροπικών του Καρκίνου και του Αιγόκερω (ας πούμε στη Σομαλία, την Υεμένη ή το Μάλι) δεν θα είχαν την παραμικρή τύχη να προβληθούν και να μεγεθυνθούν όσο αυτά που προσφέρουν οι επιθέσεις στη Νέα Υόρκη, τη Μαδρίτη, το Λονδίνο, το Παρίσι ή τις Βρυξέλλες. Είναι σε αυτά τα μέρη που και οι ψίθυροι αποκτούν την ισχύ κεραυνών: με ελάχιστα έξοδα (ένα αεροπορικό εισιτήριο, ένα καλάσνικοφ, ένα πρωτόγονο χειροποίητο εκρηκτικό, και τις ζωές ενός ή μιας χούφτας απελπισμένων), κι ο τελευταίος υπερ-φιλόδοξος δολοπλόκος μπορεί να αποκομίσει ατελείωτες ώρες, μέρες και εβδομάδες δωρεάν τηλεοπτικού χρόνου. Και, το πιο σημαντικό, να πυροδοτήσει μια νέα σειρά χτυπημάτων, εκ μέρους των κυβερνήσεων των διαφόρων κρατών, στις δημοκρατικές αξίες, τις οποίες καλούνται να προστατεύσουν και οι τρομοκράτες είναι αποφασισμένοι να καταστρέψουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Η σφαγή των αθώων

Standard

To μαζικό έγκλημα στις Βρυξέλλες, 2

του Χαμίντ Νταμπάσι

2b-belgiumΜέσα σε λίγες ώρες, υποστηρικτές του ISIS/ISIL ανέλαβαν την ευθύνη μέσω ενός λογαριασμού Twitter. «Η ομάδα υποστηρικτών του ISIL ανέλαβαν την ευθύνη για τις επιθέσεις στις Βρυξέλλες» διαβάζουμε στις ειδήσεις. «Έχουμε έρθει για σφαγή». Αυτός είναι ένας ψηφιακός πόλεμος στην πράξη, με πραγματικά θύματα, τρόμο που παραλύει, και εικονική ανάληψη ευθύνης.

Κάθε χαζοβιόλης με ένα λογαριασμό Twitter μπορεί να τιτιβίσει «Γαμ… το Βέλγιο. Το Βέλγιο ήθελε να βομβαρδίσει το Ισλαμικό Κράτος. Τώρα απολαύστε αυτό που έχουν σπείρει τα χέρια σας».

Ακριβώς τα ίδια tweets με τη σειρά τους χρησιμοποιήθηκαν από καλά χρηματοδοτούμενες, δεξιούς, ισλαμοφοβικούς μηχανισμούς προπαγάνδας για να καταγγείλουν το Ισλάμ, να στιγματίζουν τους μουσουλμάνους, και να ρίξουν περαιτέρω λάδι στην φωτιά του ξενοφοβικού μίσους με καλύτερο παράδειγμα αυτό των Ρεπουμπλικάνων υποψηφίων, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τεντ Κρουζ. Συνέχεια ανάγνωσης

Κολυμπώντας στην ανασφάλεια και αναζητώντας άγκυρα

Standard

Πώς οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν την τρομοκρατία και τους μετανάστες στο παιχνίδι της «ασφαλειοποίησης»

 του Ζύγκμουντ Μπάουμαν

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Ένας άγνωστος μέχρι τώρα όρος στον κοινωνικοπολιτικό λόγο, μη καταγεγραμμένος ακόμα στα λεξικά που διατίθενται στα βιβλιοπωλεία, η «ασφαλειοποίηση» (securitization) εμφανίστηκε πρόσφατα σε συζητήσεις σχετικά με μια άλλη «αντιστάθμιση κινδύνων»[1] και γρήγορα υιοθετήθηκε στο λεξιλόγιο της πολιτικής και των μέσων ενημέρωσης. Αυτό που επιδιώκει να συλλάβει και υποδηλώσει αυτός ο νεοεισαγόμενος όρος, είναι η ολοένα και πιο συχνή αναταξινόμηση μιας κατάστασης λόγω της «ανασφάλειάς του», με σχεδόν αυτόματο αποτέλεσμα τη μεταφορά της στον τομέα, την ευθύνη και την εποπτεία των οργάνων ασφαλείας. Χωρίς να αποτελεί φυσικά την αιτία αυτού του αυτοματισμού, η προαναφερθείσα εννοιολογική ασάφεια τον καθιστά χωρίς αμφιβολία πιο εύκολο.

Έργο του Έγκον Σίλε

Έργο του Έγκον Σίλε

Τα εξαρτημένα αντανακλαστικά μπορούν να λειτουργούν χωρίς να χρειάζονται μακρά επιχειρηματολογία και διαδικασίες επεξεργασμένης πειθούς: η αυθεντία του «das Man» του Χάιντεγκερ ή του «l’On» του Σαρτρ τα καθιστά τόσο προφανή και αυταπόδεικτα, που στην πράξη γίνονται σχεδόν αόρατα και δεν επιδέχονται καμιά διερώτηση. Τα εξαρτημένα αντανακλαστικά υφίστανται εφ’ εαυτών, με ασφάλεια, χωρίς σκέψη – σε ασφαλή απόσταση από τους προβολείς της λογικής. Αυτός είναι ο λόγος που οι πολιτικοί ευχαρίστως καταφεύγουν στην ασάφεια του όρου: κάνοντας το έργο τους ευκολότερο και τις δράσεις τους να τυγχάνουν εκ των προτέρων της λαϊκής έγκρισης, ακόμη και αν δεν έχουν τα υποσχεθέντα αποτελέσματα, βοηθά τους πολιτικούς να πείσουν τους ψηφοφόρους τους ότι παίρνουν τα παράπονά τους στα σοβαρά και να ενεργούν έγκαιρα σύμφωνα με την εντολή που υποτίθεται ότι τους έχει δοθεί. Έτσι, μετά το τρομοκρατικό χτύπημα του Νοεμβρίου στο Παρίσι, οι διαλυμένες πόρτες, από ορδές ένστολων αστυνομικών, η διάλυση συγκεντρώσεων και η εισβολή σε σπίτια χωρίς την έγκριση των ενοίκων τους, οι στρατιώτες που περιπολούν στους δρόμους στο φως της ημέρας, όλα αυτά προκαλούν ισχυρή αίσθηση σαν απόδειξη της αποφασιστικότητας της κυβέρνησης να «πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα» και να αμβλύνει και να σκορπίσει την έντονη ανησυχία της ανασφάλειας που βασανίζει τους πολίτες. Συνέχεια ανάγνωσης

11/9: Δέκα χρόνια μετά. Μια χαμένη δεκαετία

Standard

 Συμπληρώνονται σήμερα δέκα χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Hμέρα ζοφερή, με χιλιάδες αθώα θύματα, που παράλληλα υπήρξε τομή σε παγκόσμιο επίπεδο, τέτοια που θεωρείται πλέον δεδομένο ότι μιλάμε για την εποχή πριν και μετά την 11/9. Όλες τις προηγούμενες μέρες δημοσιεύθηκαν, στον διεθνή Τύπο, δεκάδες σημαντικά άρθρα — από αναμνήσεις και μαρτυρίες μέχρι αναλύσεις και αποτιμήσεις. Διαλέξαμε να δημοσιεύσουμε, σήμερα, με μικρές περικοπές, δύο άρθρα από το περιοδικό Nation, ένα από τα παλαιότερα και εγκυρότερα περιοδικά της προοδευτικής σκέψης των ΗΠΑ: το κύριο άρθρο και την ανάλυση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Yale Jonathan Schell. Κι αυτό γιατί πιστεύουμε ότι έχει ιδιαίτερη πολιτική αξία να γνωρίζουμε πώς αποτιμάει ένα κομμάτι της προοδευτικής Αμερικής τόσο την τρομοκρατική επίθεση όσο και τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που εγκαινιάστηκε αμέσως μετά.

Μια χαμένη δεκαετία

κύριο άρθρο του περιοδικού «The Nation»

μετάφραση: Απ. Μπεργαδής

11.9.2001. Φωτογραφία του Richard Drew

Δέκα χρόνια έχουν περάσει, και έχουμε ακόμη πολλούς λόγους να θρηνούμε για την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Έχουμε τις ζωές που χάθηκαν την τρομακτική και τραγική εκείνη ημέρα: τα 2.977 τα θύματα στους Πύργους, το Πεντάγωνο και τα αεροπλάνα, καθώς και τους 415 αστυνομικούς πυροσβέστες και άλλους κρατικούς λειτουργούς που βρήκαν τον θάνατο· δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι δικαίως τιμήθηκαν τότε ως ήρωες — κάτι που πρέπει να το θυμόμαστε σήμερα, καθώς οι συνάδελφοί διαπομπεύονται ως θεσιθήρες που ονειρεύονται διαρκώς τη στιγμή που θα ροκανίζουν τη σύνταξή τους, ενώ ο δημόσιος τομέας καταγγέλλεται διαρκώς σαν μια διογκωμένη κρατική φούσκα.

Χάθηκε, ακόμα, η ευκαιρία για μια πολιτική που θα βασιζόταν στην κοινωνική αλληλεγγύη, μια αλληλεγγύη που πραγματώθηκε με τις πράξεις όλων όσοι έσπευσαν να βοηθήσουν στο σημείο της καταστροφής και αναγνωρίστηκε από μια κοινωνία συγκλονισμένη από τη θυσία τους. Αντιθέτως, κυρίως λόγω της κυβέρνησης του Τζωρτζ Μπους, είχαμε μια πολιτική του φόβου, που άνοιξε τον δρόμο για τον μακρό «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», ο οποίος, εν τέλει, οδήγησε σε μια χαμένη δεκαετία για τη ζωή της Αμερικής.

Αν αυτό σας φαίνεται μελοδραματικό, ιδού μερικά νούμερα: 4.442 αμερικανοί στρατιώτες νεκροί στο Ιράκ, 1.584 στο Αφγανιστάν. Από τον Μάρτιο, 1.250 δισεκατομμύρια δολάρια ξοδεύτηκαν για την καταστροφή και εν συνεχεία την –αποτυχημένη– ανοικοδόμηση και σταθεροποίηση αυτών των χωρών, ένα κόστος που είχε καταστροφικές συνέπειες όσον αφορά την ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε μια οικονομική κρίση η οποία γονάτισε την εργατική και τη μεσαία τάξη της Αμερικής, μια κρίση με παγκόσμιες διαστάσεις. Βαραίνει, επίσης, τη συλλογική μας συνείδηση το γεγονός ότι υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί Ιρακινοί νεκροί, δεκάδες χιλιάδες Αφγανοί νεκροί και εκατομμύρια πρόσφυγες — η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν είχε την παραμικρή σχέση με τα ειδεχθή εγκλήματα της Αλ Κάιντα στις 11/9. Σε όλα αυτά, προσθέστε και όλη την κληρονομιά της καχυποψίας, της οργής και της διαμαρτυρίας εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, που θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Συνέχεια ανάγνωσης

Το νέο αμερικανικό ζίου ζίτσου

Standard

του Τζόναθαν Σελ

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είναι πολλά πράγματα μαζί. Ένα από τα πιο σημαντικά, όπως μπορούμε να καταλάβουμε τώρα, μετά τη συμπλήρωση μιας δεκαετίας, είναι ότι αποτέλεσαν την πύλη για την είσοδο σε έναν φασματικό κόσμο, έναν κόσμο ψευδαισθήσεων, μέσα στη δίνη του οποίου περιπλανώνται έκτοτε οι ΗΠΑ.

Κοντά στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, 11.9.2001. Φωτογραφία της Gulnara Samoilova

Το μεγάλο έγκλημα υπήρξε ένας απόκοσμος προάγγελος της πορείας αυτής, αναμειγνύοντας το πραγματικό με το μη πραγματικό, το υπαρκτό με το απόκρυφο. Το σχέδιο να συντριβούν τα γεμάτα αεροπλάνα πάνω σε γιγαντιαία κτίρια, γεμάτα από υπαλλήλους γραφείου, επεδίωκε να δημιουργήσει ένα αιματοβαμμένο υπερθέαμα, να κάνει τις ταινίες τρόμου πραγματικότητα. Οι πύργοι του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου και το Πεντάγωνο είχαν επιλεγεί σαφώς για τη συμβολική τους αξία. Και τότε, από ένα καπρίτσιο της τύχης, που δεν το περίμεναν ούτε αυτοί που σχεδίασαν τις επιθέσεις (μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει «οι παραγωγοί»), οι συνέπειες πολλαπλασιάστηκαν, κατακυριεύοντας πλήρως στο βασίλειο της φαντασίας, όταν κατέρρευσε όχι ένας αλλά και οι δύο Πύργοι, λες και κάποιοι θεοί του κακού είχαν, προς στιγμήν, ταχθεί με το μέρος των αδικοπραγούντων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, λες και πήραν «σύρμα» από τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, συντονίστηκαν αμέσως μαζί του, διαμορφώνοντας την απάντησή τους με βάση τους Αποκαλυπτικούς συμβολισμούς, και όχι με βάση την υπαρκτή αλλά περιορισμένη πραγματικότητα της απειλής που αντιπροσώπευε η Αλ Κάιντα. Εντάχθηκαν αμέσως στο πανέξυπνο παιχνίδι του Μπιν Λάντεν, και συντέλεσαν, όπως το είχε σχεδιάσει ο ίδιος, στην αύξηση της ισχύος του. Πολύ γρήγορα, η εξωτερική καθώς και η εσωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών άρχισαν να περιστρέφονται σαν σβούρα γύρω από την Αλ Κάιντα και την παγκόσμια απειλή που υποτίθεται ότι δημιουργούσε. Η Αλ Κάιντα παρομοιάστηκε, τελείως παράλογα, με τη Σοβιετική Ένωση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ή τον Χίτλερ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο, και αντιμετωπίστηκε αναλόγως. «Η υπέρμετρη διόγκωση της απειλής» έχει μακρά ιστορία στην αμερικανική πολιτική, από το «πυραυλικό χάσμα» της δεκαετίας του 1950 μέχρι τον Πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά ποτέ δεν είχε εκτροχιαστεί τόσο.

Πραγματικές, τεράστιες δυνάμεις εμπλέκονταν στο παιχνίδι, καθώς η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν πραγματική και τεράστια, και έτσι το όλο ζήτημα αποκτούσε στ’ αλήθεια παγκόσμια εμβέλεια και συνέπειες. Στην ομιλία του στο Κογκρέσο, εννέα ημέρες μετά την επίθεση, ο Τζωρτζ Μπους επεξέτεινε τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στα κράτη, δηλώνοντας: «Από σήμερα, κάθε κράτος που συνεχίζει να υποθάλπει ή να υποστηρίζει την τρομοκρατία θα θεωρείται εχθρικό καθεστώς για τις ΗΠΑ». Η πολιτική της «αλλαγής καθεστώτος» είχε μόλις εγκαινιαστεί και οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ θα ξεκινούσαν εν ονόματί της. Συνέχεια ανάγνωσης