Το πένθος

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Μιλώντας για το τρομερό γεγονός της 13.11, νιώθω ότι πριν από κάθε ανάλυση, ακόμα την πιο εμβριθή, προηγείται, κάτι άλλο: το πένθος, η οργή, το να νιώσουμε τι συνέβη. Θα προσπαθήσω να το εξηγήσω με ένα παράδειγμα, αν και οι καταστάσεις δεν είναι συγκρίσιμες, γιατί ο τυφλός τρόμος του ISIS –στη Βηρυτό, στο Παρίσι και παντού– αγγίζει το ανείπωτο.

6 gia strati

Σκίτσο του Ιρανού Hadi Heidari

Όταν δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας ή ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, το πρώτο που κάναμε δεν ήταν να αναλύσουμε τα αίτια της χρυσαυγίτικης βίας ή της αστυνομικής αυθαιρεσίας, το ποιος όπλισε το χέρι του δολοφόνου. Αυτά ήρθαν αργότερα. Αμέσως μετά το αρχικό μούδιασμα, ξεχυθήκαμε στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούμε. Και πενθήσαμε.

Ας προσπαθήσουμε, και τώρα, να νιώσουμε τι έγινε. Πάνω από εκατόν πενήντα άνθρωποι νεκροί, νέοι κυρίως, εκεί που έπιναν το ποτό τους, μιλούσαν, λέγαν σπουδαία πράγματα ή χαζολογούσαν, κάναν όνειρα, σχέδια, μιλούσαν για τις αγωνίες τους, είτε απλώς πέρναγαν τη βραδιά τους. Πώς είναι να συμβαίνει στη γειτονιά σου κάτι τέτοιο; Στη γωνιά, δυο τετράγωνα παραπέρα, ή στο καφέ που βλέπεις τους φίλους σου;

Αντιγράφω από ένα μέιλ της φίλης μου  Άλκηστης Τσάμπρα, που ζει στο Παρίσι, στη γειτονιά όπου έγιναν δυο από τις επιθέσεις: «Παρακολουθώ όλη μέρα ειδήσεις, ακούγοντας και βλέποντας τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, και είμαι ακόμα μουδιασμένη, δεν έχω ούτε ξεκάθαρα συναισθήματα ούτε ξεκάθαρες σκέψεις, εκτός από τη διαπίστωση ότι ζω την απόλυτη φρίκη. Ότι ο στόχος ήμουνα εγώ και οι φίλοι μου που βγαίνουμε να πιούμε τη μπύρα μας μετά το γραφείο στο μπαρ της γειτονιάς ή να πάμε στη συναυλία Παρασκευή βράδυ. Το πρωί ξύπνησα με τις εικόνες των νεκρών σωμάτων, πεσμένα στους δρόμους που περπατάμε καθημερινά, και σκεπασμένα με τα σεντόνια που οι άνθρωποι έριχναν από τα παράθυρα. Και με την πεποίθηση ότι αυτό θα το ξαναζήσουμε, κάπου αλλού ή πάλι εδώ». Συνέχεια ανάγνωσης

Από κάπου μακριά

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

 του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

 Τις προάλλες η Εθνική Ελλάδος έπαιζε με την Κόστα Ρίκα, κι εγώ, που μισοκοιμόμουνα δίπλα στον γιο μου, μάθαινα για το ματς μέσω των αντιδράσεων της γειτονιάς.

Υπήρχε βέβαια, όπως πάντα, κάποιος που υπερίσχυε από τους υπόλοιπους φιλάθλους, κάποιος που τους κάλυπτε με τους αλαλαγμούς του, και ομολογώ πως με είχε μπερδέψει τόσο πολύ που δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε στον αγώνα.

Για κάμποση ώρα δεν σκεφτόμουν το γήπεδο αλλά εκείνον τον άνθρωπο που φώναζε με φωνή πρωτόγονου.

Τον φανταζόμουν περισσότερο, σαν ένα μεγάλο τριχωτό ζώο που δεν μπορούσε να βολευτεί στον καναπέ του και όλο τιναζόταν ψηλά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτο, για να ξανακαθίσει μετά, έχοντας προσωρινά εκτονώσει τη διέγερσή του.

Μετά ο αγώνας έληξε κι εγώ αναγκάστηκα ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο για ν’ ακούσω το τελικό αποτέλεσμα: είχαμε χάσει. Σύντομα, οι τηλεοράσεις έσβησαν μαζί με το σούσουρο και η καλοκαιρινή νύχτα επέστρεψε στους κανονικούς της ρυθμούς.

Η αλήθεια είναι πως το καλοκαίρι είναι ένα ηχείο εξαιρετικής ακριβείας. Μπορείς ν’ ακούσεις από τη βεράντα σου τα πάντα, δηλαδή αυτά που θέλεις ν’ ακούσεις και αυτά που δεν θέλεις ν’ ακούσεις: οτιδήποτε συμβαίνει στα γύρω διαμερίσματα έρχεται και κατακάθεται σαν σκόνη πάνω στ’ αυτιά σου με τον ίδιο τρόπο που έρχεται η σκόνη από τη Βόρεια Αφρική ή και από κάπου μακρύτερα, από την Καλκούτα ή τη Βεγγάλη: ένα μωρό που κλαίει, ένα ζευγάρι που μαλώνει και μετά κάνει έρωτα, μια γυναίκα που μουρμουράει ένα τραγούδι, το κουδούνισμα των καθαρών ποτηριών, όταν κάποιο χέρι τα τοποθετεί στο στεγνωτήριο.

Η  αφίσα του  περσινού FID Marseille

Η αφίσα του περσινού FID Marseille

Αύριο ολοκληρώνεται το Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Μασσαλία (FIDMarseille) και φέτος το πρόγραμμα περιλάμβανε ένα αφιέρωμα στις ταινίες της Μαργκερίτ Ντυράς, σ’ αυτές τις ταινίες που έχουν -όπως και τα γραπτά της- μια κοφτή αισθησιακή προσποίηση που είναι ανακουφιστική για την καθημερινότητά μας και, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, εκνευριστική: γιατί απέχει παρασάγγας από τη ζωή μας και πιστεύω πως θα ήταν μια σκέτη γαλλική εξιδανίκευση του έρωτα αν δεν υπήρχε η απαραίτητη ποσότητα οδύνης την οποία κουβαλάνε οι ήρωές της μέσα σ’ εκείνες τις ζεστές περιοχές στις οποίες κατοικούνε και όπου είναι αιωνίως καλοκαίρι.

Στο IndiaSong (1975) το εναρκτήριο πλάνο διαρκεί τέσσερα λεπτά: ο ήλιος δύει αργά πάνω από μια επίπεδη έκταση, που ίσως είναι οι πράσινοι ορυζώνες της Ινδοκίνας, μέχρι που ο δίσκος χάνεται πίσω από τον γκρίζο ουρανό, ενώ μια γυναικεία φωνή τραγουδάει ένα παραπονιάρικο τραγούδι που καταλήγει σ’ ένα κάλεσμα, ένα κάλεσμα ζώου, τόσο μακρινό αλλά και τόσο κοντινό, λες και το ακούς από τη βεράντα σου.

Κ’ ύστερα έρχεται η νύχτα.

Για τον δημόσιο χώρο που μας περιέχει

Standard

της Μαρίας Καλαντζοπούλου

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Πιάτσα ντ' Ιτάλια", 1913

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Πιάτσα ντ’ Ιτάλια», 1913

 Μια τετραπλή συγκυρία βάζει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για την Αθήνα τη λειτουργία της πόλης, τον δημόσιο χώρο της και τις παρεμβάσεις σ’ αυτόν:

– Οι ανάγκες και τα προβλήματα που αναδεικνύει οξύτερα ή επιτείνει η βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση,

– η προεκλογική περίοδος για τις αυτοδιοικητικές εκλογές και ο προγραμματικός λόγος που κυριαρχεί,

– η κυρίαρχη πια «άσκηση» επιλεξιμότητας των παρεμβάσεων που σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δημόσια συζήτηση με την αδιαφανή στο κοινό δυνατότητα δέσμευσης κονδυλίων από το τρέχον ΕΣΠΑ

– τα πρωτόφαντα (;) σχήματα προώθησης κρίσιμων πολεοδομικών παρεμβάσεων από ιδιώτες και ιδρύματα.

Η συζήτηση για την πόλη και τον δημόσιο χώρο είναι μεγάλη και συχνά χαοτική, ειδικά στο βαθμό που εστιάζεται σε ορισμένες μόνο διαστάσεις. Έχει ενδιαφέρον πάντως, γιατί, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, εκτός από αιτήματα ή προτάγματα για την πόλη, που συχνά παρουσιάζονται ως πολιτικά ουδέτερα, ως ένα αναμφισβήτητο «κοινό καλό», μπαίνει πλέον ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο και με ένταση το ζήτημα του «σε ποιους ανήκει η πόλη» ή «ποιοι σχεδιάζουν για την πόλη» — ερωτήματα που επερωτούν με τη σειρά τους τα αιτήματαή τις προτάσειςπου διατυπώνονται.

Δημόσιος χώρος και πόλη. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε πως δημόσιος χώρος στην πόλη είναι αυτό που συγκροτεί τη συλλογική ζωή αλλά και το εκεί όπου εγγράφεται η τελευταία, εκεί όπου μπορούν να συνυπάρξουν γενιές, τάξεις, ενταγμένοι κι αποκλεισμένοι, άνθρωποι με διαφορετικές ευκαιρίες ή επιλογές. Όλοι αυτοί και αυτές νοηματοδοτούν και διεκδικούν τον δημόσιο χώρο. Το φάσμα αυτών των διεκδικήσεων μας οδηγεί στο επόμενο:

Το ποιοι και ποιες της πόλης. Αυτό καθαυτό το ερώτημα «σε ποιους ανήκει η πόλη» αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της συνύπαρξης. Η πόλη «ανήκει» στην εξουσία ή στους εξουσιαζόμενους; Μπορεί καν να «ανήκει» κάπου; Κι είναι άραγε όλοι στην πόλη ίδιοι ως προς τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις προβολές που έχουν για τη ζωή τους σ’ αυτήν; Οι επίκαιρες συζητήσεις για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου λ.χ. είναι, απ’ αυτή την άποψη, αποκαλυπτικές: μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι μετέχουν σ’ αυτές (γιατί, φυσικά, δεν μετέχουν όλοι) και ως προς το γιατί υπερασπίζονται ή επικρίνουν την παρέμβαση. Μολονότι υπάρχουν κοινοί παρονομαστές, οι αποχρώσεις είναι ποικίλες και κυμαίνονται από το περιεχόμενο της πρότασης ή ίσως και μεμονωμένες όψεις του (λ.χ. το τραμ, το πράσινο, η κυκλοφορία) μέχρι ζητήματα που δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο αλλά με τη συγκυρία της επιλογής, τους φορείς ή τις διαδικασίες της απόφασης (σχεδιασμού), προώθησης και υλοποίησης. Πράγμα που μας φέρνει στο επόμενο ερώτημα: Συνέχεια ανάγνωσης

Ασφάλεια ή ελευθερία; Και τα δύο!

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
Ν. Εγγονόπουλος, «Το γλωσσάριο των ανθέων» (1948)

–«Θέλεις μέλι ή γάλα του κουτιού στις φέτες το ψωμί σου» , ρώτησε ο Κούνελος τον Λουλού Πουφ, που τον είχε επισκεφθεί. –«Και από τα δύο! Και μέλι και γάλα του κουτιού!», απάντησε αμέσως με ενθουσιασμό ο Πουφ. Μετά όμως,  για να μη φανεί πλεονέκτης, πρόσθεσε: –«Σου χαρίζω όμως το ψωμί!»

(Α. Α. Μιλν, «Ο Πουφ και η συντροφιά του»)

Πωλ Ντελβώ, "Ένας άνθρωπος στον δρόμο", 1940

Πωλ Ντλεβώ, «Ένας άνθρωπος στον δρόμο», 1940

To ερώτημα «ασφάλεια ή ελευθερία», «ασφάλεια ή δικαιώματα» έχει εγκατασταθεί στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης εδώ και χρόνια. Η απάντηση είναι προδιαγεγραμμένη: η Δεξιά με την ασφάλεια, η Αριστερά με την ελευθερία, και ο πολίτης διαλέγει ελευθέρως. Και ειδικά τούτους τους καιρούς της ανασφάλειας και επισφάλειας, διαλέγει την πολύ συγκεκριμένη και αναγκαία «ασφάλεια», αντί το άπιαστο πουλί που λέγεται «ελευθερία».
Τι πταίει; Μα, το ίδιο το ερώτημα. Αν πρέπει να αρνηθούμε έναν όρο, αυτός είναι ο διαζευκτικός σύνδεσμος. Να αρνηθούμε το «ή», για να κερδίσουμε τα άλλα δύο: «και ελευθερία και ασφάλεια», «και δικαιώματα και ασφάλεια» — και ακόμα καλύτερα: «δικαιώματα, για να έχουμε ασφάλεια». Να πούμε, λοιπόν, ότι η ασφάλεια είναι καλό πράγμα. Ότι όλοι, και όχι μόνο οι «νοικοκυραίοι», θέλουν να νιώθουν ασφαλείς. Όταν (νιώθουμε ότι) απειλούμαστε, διαρρηγνύονται βασικοί όροι της συμβίωσης (θυμάμαι, εδώ, το άρθρο του Δημήτρη Χριστόπουλου, σε παλιότερα «Ενθέματα»).
Θέλουμε λοιπόν, και εμείς, οι αριστεροί, οι κινηματίες, την ασφάλεια• δεν είμαστε τίποτε ατρόμητα ξωτικά. Αλλά πρέπει να πούμε, πρώτον, ότι ασφάλεια δεν σημαίνει –ή δεν σημαίνει μόνο– φυλακές, αστυνομία και αστυνόμευση. Σημαίνει μέριμνα, σχολεία, νοσοκομεία, παιδικούς σταθμούς, φροντίδα για τους ηλικιωμένους, ασφαλείς δρόμους κ.ο.κ. Δεύτερον, ότι η αστυνόμευση, όπως ασκείται, είναι βασικός παράγων ανασφάλειας και φόβου, σε ένα φαύλο κύκλο. Τρίτον, ότι η καταστολή, εκτός από απάνθρωπη, συχνά είναι δημαγωγική και αναποτελεσματική. Όταν, λ.χ. μια «σκούπα» σαρώνει τους τοξικοεξαρτημένους, πηγαίνοντάς τους σε μια απόμερη γειτονιά, κανένα πρόβλημα δεν λύνει — μόνο το μεταθέτει και το πολλαπλασιάζει. Συνέχεια ανάγνωσης

Θεσσαλονίκη: για μια δυναμική πορεία προς τα εμπρός

Standard

του Λόη Λαμπριανiδη

?????????????Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η Θεσσαλονίκη παρουσίαζε έναν δυναμισμό εν πολλοίς επίπλαστο και εύθραυστο, βέβαια, καθώς στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό στην παραγωγή προϊόντων έντασης εργασίας με υπεργολαβική σχέση για τη διεθνή αγορά. Από τη δεκαετία του 1990, όμως, η οικονομία της διαγράφει πορεία σχετικής αποδυνάμωσης. Αρκετές δυναμικές επιχειρήσεις της εξαγοράζονται από επιχειρήσεις των Αθηνών και τα κεντρικά γραφεία τους μεταφέρονται εκεί, άλλες υπολειτουργούν ή κλείνουν, άλλες μετεγκαθίστανται στα Βαλκάνια. Η αποβιομηχάνιση ήταν ιδιαίτερα έντονη, με αποτέλεσμα στο διάστημα 1993-2013 να μειωθεί το ποσοστό απασχόλησης στον δευτερογενή τομέα από 32,3% στο 15,7%.

Παράλληλα, παρατηρείται υποχώρηση της πόλης σε κρίσιμα χαρακτηριστικά για την πορεία ανάπτυξης: ανεργία επιστημόνων, αδυναμία να έλξει μεγάλες επιχειρήσεις και να συγκρατήσει ακόμη και τις έδρες των επιχειρήσεων που έχουν τη δραστηριότητα τους στη Θεσσαλονίκη· επίσης, δεν είναι ελκτική στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, ενώ υποχωρεί η σημασία του λιμανιού και του αεροδρομίου της. Κυρίως όμως υφίσταται μια «διπλή διαρροή»: ένα μέρος του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού της φεύγει στο εξωτερικό ή στην Αθήνα, γιατί η προοπτική επαγγελματικής απασχόλησης και η ποιότητα ζωής στη Θεσσαλονίκη είναι κατώτερες των προσδοκιών του. Το γεγονός αυτό την οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο περαιτέρω αποδυνάμωσης, γιατί σήμερα στοιχείο-κλειδί για την ανάπτυξη μιας οικονομίας είναι το «άυλο κεφάλαιο» δηλαδή το ανθρώπινο δυναμικό της. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μνήμη αφηγείται την πόλη

Standard

Με την ευκαιρία του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας, 6-9 Μαρτίου

(αναλυτικά το πρόγραμμα  του συνεδρίου στο goo.gl/IcfOIF)

Συνέντευξη των ιστορικών  Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν και Ποθητής Χαντζαρούλα

Μιλάνε για την «ιστορία από τα κάτω», την επιλεκτικότητα της μνήμης, το τραύμα,  την κρίση, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο

Ουίλλιαμ Τέρνερ, "η πόλη", 1969

Ουίλλιαμ Τέρνερ, «η πόλη», 1969

Οι μνήμες και οι αποσιωπήσεις του παρελθόντος της πόλης, ο βιωμένος χώρος και οι μαζικές μετακινήσεις του 20ού αιώνα, η προσφυγιά, ο αποκλεισμός, του οι Άλλοι, η εσωτερική μετανάστευση, οι  τόποι μαρτυρίου και λατρείας, η κρίση και οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί: Όλα αυτά, με πεδίο μελέτης τον αστικό χώρο, με εργαλείο την προφορική ιστορία, και με άξονα τη μνήμη, θα αναπτυχθούν στο  δεύτερο διεθνές συνέδριο προφορικής Ιστορίας με τίτλο «Η μνήμη αφηγείται την πόλη… Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου» οργανώνουν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Ένωση Προφορικής Ιστορίας, στο αμφιθέατρο Αργυριάδη (στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 6-8 Μαρτίου και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206), στις 9 Μαρτίου). Μιλήσαμε για όλα αυτά με τις ιστορικούς Ποθητή Χαντζαρούλα (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Γιατί διαλέξατε την πόλη, τον αστικό χώρο ως θέμα αυτού του δεύτερου συνεδρίου προφορικής Ιστορίας;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Τα τελευταία χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το ενδιαφέρον των ερευνητριών έχει στραφεί στη μελέτη του χώρου. Οι πόλεις αναδύονται ως πεδία διακυβέρνησης, αλλά και ως πεδία διεκδίκησης από διάφορες κοινωνικές ομάδες, συγκρότησης διαφορετικών μορφών κατοίκησης, συμβίωσης, έκφρασης, διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών αλληλεγγύης καθώς και ελέγχου.

Ενώ οι ιστορικοί σχετικά πρόσφατα άρχισαν να επικεντρώνονται στον χώρο, η μνήμη ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα θεωρούνταν ενσωματωμένη στο χώρο, εν-τοπισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της, ο Maurice Halbwachs, υποστηρίζει ότι η μνήμη, η πιο προσωπική λειτουργία, δεν υφίσταται εκτός του κοινωνικού πλαισίου (Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013). Ιδιαίτερα σημαντικό πλαίσιο για να θυμηθούμε και να αποκτήσουν νόημα οι αναμνήσεις μας είναι ο χώρος. Αλλά και η συλλογική μνήμη απορρέει από ένα χωρικό πλαίσιο. Τη δεκαετία του 1980 ο Πιερ Νορά θα κατανοήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από τη χωρική εγγραφή της, κάνοντας αντικείμενο της έρευνάς του τους «μνημονικούς τόπους» (Les Lieux de moire, Παρίσι 1984).

Η σύνδεση της προφορικής ιστορίας με την πόλη έρχεται να δώσει χώρο σε μια οπτική που θα αφηγηθεί την ιστορία της πόλης μέσα από διαφορετικές θέσεις των δρώντων υποκειμένων. Στόχος λοιπόν είναι να έρθουν στο φως πολλαπλές ιστορίες της πόλης, διαφορετικές σημασιοδοτήσεις της, αντιμαχόμενες ιστορίες, αποκλεισμοί. Με άλλα λόγια, η πόλη να γίνει αφηγήσιμη μέσα από την οπτική των διαφορετικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν παράγονται μόνο ιστορίες της πόλης από τις αφηγήσεις των ανθρώπων αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μέσα από τη σχέση του με την πόλη. Η πόλη, ο τρόπος με τον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι την πόλη, διαμορφώνει την ταυτότητά τους. Η προφορική μαρτυρία είναι λοιπόν ένας προνομιακός χώρος για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των υποκειμένων και των ταυτοτήτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Των αφανών

Standard

ME  ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΚΡΙΣΙΜΗ ΤΕΧΝΗ-ΤΕΧΝΗ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Η έκθεση «Κρίσιμη Τέχνη-Τέχνη σε Κρίση» (με έργα Άννας Κινδύνη, Βλάση Κανιάρη, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Δημήτρη Κατσούδα) συνεχίζεται μέχρι την Παρασκευή 7 Μαρτίου, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων (Γερμανικού και Μυλλέρου, Μεταξουργείο). Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη στην εκδήλωση «Κρίση και σύγχρονη πόλη», που οργάνωσε, στο πλαίσιο της έκθεσης, η Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, στις 25.2.2014.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Έργο του Δημήτρη Κατσούδα, από την έκθεση

Έργο του Δημήτρη Κατσούδα, από την έκθεση

Κρίσιμη τέχνη-τέχνη στην κρίση. Κρίση και πόλη. Ιστορία, το παρελθόν: οδός Πειραιώς νυν Παναγή Τσαλδάρη, Πλατεία Κουμουνδούρου νυν Ελευθερίας, το Παλιό Βρεφοκομείο, η παλιά Δημοτική Πινακοθήκη, το παλιό μεταξουργείο, η νυν. Πώς μιλάς για το σήμερα έχοντας το νου σου στο χθες; Ιστορικός· ιστορώ στα μεταβυζαντινά χρόνια σήμαινε ζωγραφίζω. Οι άγιοι των εκκλησιών. Στον Άγιο Γεώργιο, το ναό που απόμεινε από το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, εδώ δίπλα, απέναντι από την τράπεζα, παλιά Εμπορική τώρα Alpha Bank, στα παγκάκια του περιβόλου τα βράδια κοιμούνται άστεγοι. Το κτίριο, μετέπειτα φυλακή για ποινικούς, έχει πια γκρεμιστεί. Στη θέση του μια τεράστια πολυκατοικία, γεμάτη δορυφορικά πιάτα και Ασιάτες που κατακλύζουν τα διαμερίσματά της. Οι ανοιχτές τηλεοράσεις μιλούν κινέζικα στο πεζοδρόμιο. Το Oρφανοτροφείο έχει μεταφερθεί εδώ και χρόνια, τώρα κινδυνεύει να κλείσει λόγω οικονομικών προβλημάτων. Τα ορφανά στους δρόμους. Ο Τζων Χιλλ, προτεστάντης ιεραπόστολος στην κατεστραμμένη Αθήνα του 1830, έγραφε στους συγγενείς του στην Αμερική ότι δεκάδες ορφανά ζητιανεύουν, έχοντας χάσει τους δικούς τους στην Επανάσταση. Οι ανέστιοι πένητες διέτρεχαν την πόλη στα μέσα του 19ου αιώνα. Η αστυνομία τους συγκέντρωνε σε δυο τμήματα, στο Κακουργοδικείο και το 6ο, μαζί με φρενοβλαβείς και ποινικούς. Συνέχεια ανάγνωσης