Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για ποπ κουλτούρα; Το παράδειγμα των Bernie Bros *

Standard

με την ευκαιρία της εκδήλωσης του περιοδικού ΣΚΡΑ-punk «Πολιτική και ποπ κουλτούρα: Βίοι παράλληλοι», 31.3.2016, στο Kreuzberg

του Χρήστου Τριανταφύλλου

7-triantafylloyΗ ποπ κουλτούρα αποτελεί μία από τις πλέον νεφελώδεις έννοιες του σύγχρονου, παγκοσμιοποιημένου, ψηφιοποιημένου κόσμου. Δημιουργεί συζητήσεις για την ουσία, την εννοιολόγηση, την καταγωγή και τη χρήση της. Προκαλεί εντάσεις και αφορισμούς σχετικά με την αξία της, τη θέση της στον σύγχρονο κόσμο και τη σχέση της με άλλα αντίστοιχα φαινόμενα. Αλλά εκτός από αυτά, η ποπ κουλτούρα παράγει και λόγους για την εξουσία, την πολιτική, την ιστορία, και πολλά άλλα, χωρίς να αναγνωρίζεται ότι αυτοί οι λόγοι αφορούν και φιλτράρονται μέσα από αυτήν. Με άλλα λόγια, όταν μιλάμε για την ποπ κουλτούρα, συνήθως μιλάμε για πράγματα που αυτή περικλείει, αλλά όχι για την ίδια. Αυτό συμβαίνει γιατί η ποπ κουλτούρα, όπως κάθε είδος κουλτούρας, είναι ένα «δίκτυο σημασιών» –όπως έλεγαν οι ανθρωπολόγοι της δεκαετίας του 1970–, οπότε είναι πολύ πιο απτό να μιλήσει κανείς για σημασίες, παρά για το ίδιο το δίκτυο που τις συγκροτεί και τους δίνει νόημα.

160202_USERS_BernieFans.jpg.CROP.promo-xlarge2Το κρίσιμο σημείο, όμως, σε δημόσιο επίπεδο δεν είναι τι είναι η ποπ κουλτούρα, ούτε από πού προέρχεται. Αυτό που θεωρώ ως κρίσιμο είναι να συζητήσουμε γιατί είναι σημαντική η ποπ κουλτούρα. Εστιάζω σε αυτό το σημείο γιατί εν πολλοίς η ποπ κουλτούρα αντιμετωπίζεται ως κάτι ανούσιο και δευτερεύον, από ανθρώπους που στην πραγματικότητα μιλούν γι’ αυτήν χωρίς να το συνειδητοποιούν. Ο λόγος είναι ότι εν μέσω μαζικής δημοκρατίας και παγκοσμιοποιημένου ψηφιακού καπιταλισμού, η επιρροή της ποπ κουλτούρας στον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται τα νοητικά μας πλαίσια για τον κόσμο έχει μεγεθυνθεί σημαντικά. Σίγουρα η αντίληψη των ανθρώπων επηρεαζόταν και παλαιότερα από το πολιτισμικό τους περιβάλλον, αλλά πλέον, κυρίως λόγω της κυριαρχίας του ίντερνετ, η ποπ κουλτούρα διαχέεται παντού και ταχύτατα, επανασημασιοδοτώντας ό,τι αγγίζει και, στη συνέχεια, μεταβάλοντας και τους όρους παραγωγής της γνώσης, της πολιτικής και των καθημερινών πρακτικών. Δεν πρόκειται για μια απλή επιτάχυνση της πληροφορίας, αλλά για έναν θεμελιωδώς νέο τρόπο για να κατανοούμε και να κρίνουμε ό,τι βλέπουμε γύρω μας. Θεωρώ σημαντικό να επισημανθεί πως ποπ κουλτούρα δεν είναι μόνο ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, η μουσική και άλλα αντίστοιχα πολιτισμικά προϊόντα. Όταν μιλάμε για ποπ κουλτούρα, μιλάμε για ένα δίκτυο από προϊόντα, συμπεριφορές, τελετουργίες, πρακτικές και δραστηριότητες που αλληλοεξαρτώνται. Ο τρόπος που θα σχολιαστεί και θα χρησιμοποιηθεί σε άλλα πεδία η βασική ιδέα μιας τηλεοπτικής σειράς ανήκει στην ποπ κουλτούρα εξίσου με την ίδια την σειρά. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μέθοδος του ασβού

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

 Έργο του Φίλιπ Μεντόζα, από την εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Κένεθ Γκράχαμ «Ο άνεμος στις ιτιές»


Έργο του Φίλιπ Μεντόζα, από την εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Κένεθ Γκράχαμ «Ο άνεμος στις ιτιές»

Πριν από δεκαέξι και κάτι χρόνια, το μακρινό 1999, μια γενιά μαθητών έδινε τις πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις με το «καινούργιο σύστημα»: χωρίς δέσμες δηλαδή, αλλά με κατευθύνσεις και με περισσότερα μαθήματα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ήταν η εποχή που η κοινωνία ζούσε στην παραζάλη του χρηματιστηρίου, της ΟΝΕ και της αναπτυξιακής φούσκας που επρόκειτο να σκάσει σύντομα, αρχής γενομένης με το χρηματιστηριακό κραχ του Σεπτεμβρίου· σκάνδαλο το οποίο αποτέλεσε την αρχή του τέλους παρά την τεχνητή διατήρησή της τα επόμενα χρόνια με ολυμπιακές ντόπες, ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον και στατιστικά μαγειρέματα. Τότε, ωστόσο, το όνειρο πολλών μαθητών (ή, ακριβέστερα, πολλών γονιών) ήταν να περάσουν σε ένα τμήμα οικονομικών επιστημών και να ξεκινήσουν μια λαμπρή καριέρα στα χρηματοοικονομικά ή τη διοίκηση επιχειρήσεων. Για να συμβεί αυτό, έπρεπε να γράψουν καλά στο ειδικό μάθημα «Αρχές Οικονομικής Θεωρίας» που θα τους έδινε τη δυνατότητα να επιλέξουν τις περιζήτητες σχολές του «5ου επιστημονικού πεδίου».

   Ήμουν κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Παρά την απροθυμία μου να σπουδάσω οικονομικά, τα είχα ως εναλλακτική επιλογή και προετοιμαζόμουν κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα με τον κ. Μανώλη. Ο κ. Μανώλης ήταν οικονομολόγος (ή κάτι τέτοιο), καλός δάσκαλος και μια καλτ φιγούρα της περιοχής: κοντός, καραφλός, με μυτερή μύτη και μεγάλα έξυπνα μάτια που έμοιαζαν ακόμα μεγαλύτερα μέσα απ’ τα χοντρά γυαλιά του. Φορούσε καφέ σακάκι, κυκλοφορούσε με ένα παλιό Audi, διάβαζε μόνο Έθνος και έπαιζε φανατικά «Στοίχημα». Ο κ. Μανώλης, αν υπάρχει ακόμα η παραμικρή αμφιβολία, ήταν ΠΑΣΟΚ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ολιγάρχες του λιμανιού

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Αν σήμερα επανερχόμαστε στον Πειραιά (είχαμε μιλήσει και στις 11.5 με τον «Γαϊδούρειο ίππο»), δεν το κάνουμε μόνο επειδή τον αγώνα εκεί, κι ας μην κέρδισε, τον έδωσε με απαράμιλλο ήθος, μαχητικότητα και γνώση ένα λαμπρό αυτοδιοικητικό σχήμα, το «Λιμάνι της Αγωνίας», με επικεφαλής τον Θοδωρή Δρίτσα. Αλλά και επειδή το ζοφερό μοντέλο Μώραλη-Μαρινάκη –το οποίο βγάζει και παρακλάδια, όπως δείχνει και η περίπτωση Μπέου στον Βόλο–  όπου συμπλέκονται συμφέροντα, τραμπουκισμοί, ακροδεξιοί ιεράρχες, εξαγορά, χειραγώγηση μέσω του χρήματος και του ποδοσφαίρου, υπερβαίνει πολύ τον Πειραιά: πλήττει την καρδιά της δημοκρατίας. Με αυτά κατά νου, πριν την κάλπη –και ευχόμενοι ολόψυχα κάθε επιτυχία στον Μαργαρίτη Πατσιαντά στον Βόλο– ζητήσαμε από έναν καλό γνώστη της ιστορίας  και της πολιτικής ζωής του Πειραιά, τον Νίκο Μπελαβίλα, να μας αναλύσει το φαινόμενο.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

O Πειραιάς, όπως όλα τα λιμάνια του κόσμου, έχει μόρτες, μαστροπούς, λαθρέμπορους. Ήταν και είναι κομμάτι της καθημερινότητας και της κουλτούρας της πόλης αυτός ο υπόκοσμος, άλλοτε μάγκικος, γλυκός και τρυφερός, όπως εκείνος του κινηματογράφου του ’60 και των ρεμπέτικων, άλλοτε αποκρουστικός, γλοιώδης, απάνθρωπος.

Ο Πειραιάς είχε πάντα έναν τρόπο να κρατάει αυτό τον υπόκοσμό του στην άκρη. Στις αποβάθρες και στους δύο-τρεις δρόμους πίσω από το λιμάνι. Αυτό οφειλόταν, νομίζω, σε μια αστική τάξη της πόλης η οποία δεν διαπραγματευόταν ούτε την ηγεμονία της ούτε τον καθωσπρεπισμό της. Τις συνδιαλλαγές της με τον υπόκοσμο ή δεν τις έκανε ή τις έκανε υπόγεια. Οφειλόταν, επίσης, και σε εκείνη την πολύ μεγάλη κοινωνική τάξη των εργοστασιακών εργατών και των μικρασιατών προσφύγων που είχε αντίστοιχα επιβάλει τους κώδικες της δικής της συμπεριφοράς στις λαϊκές συνοικίες: κώδικες σεβασμού, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, που ίσχυαν ακόμη κι όταν φλεγόταν η πόλη από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Ώσπου στον Πειραιά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Τα πρώτα άγνωστα στην κοινή γνώμη λυντσαρίσματα μεταναστών στον Ρέντη, οι επιθέσεις στο Πέραμα και στην Κοκκινιά και, τέλος, η πολιτική δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους νεοναζί σήμαναν το τέλος της εποχής. Για πρώτη φορά περπατάει κόσμος φοβισμένος στην πόλη μας. Το λουμπεναριό σήκωσε τα καπάκια των υπονόμων βγαίνοντας στο φως. Χρυσαυγίτες, χούλιγκαν, μπράβοι νυχτερινών κέντρων. Η καθολική φτώχεια και τα τεράστια μεγέθη της ανεργίας, στις βόρειες κυρίως γειτονιές αποτέλεσαν το υπόβαθρο για να βρουν τόπο να πατήσουν. Συνέχεια ανάγνωσης

H πλατεία ήτανε άδεια…

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Η διαπίστωση είναι πλέον κοινότοπη. Στις συγκεντρώσεις, οι πλατείες είναι άδειες και τα καφέ γεμάτα. Οι αντιδράσεις του κόσμου στα μέτρα που επιβάλλει η κυβέρνηση είναι υποτονικές, κατώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων. Η οργή και η απόγνωση αναλώνονται σε ιδιωτικές συζητήσεις και κλείνονται σε ιδιωτικούς χώρους, δεν εκβάλλουν στο συλλογικό και το δημόσιο. Το κλείσιμο της ΕΡΤ προκάλεσε ένα μαζικό κύμα διαμαρτυρίας, που γρήγορα αποδυναμώθηκε. Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ή των καθαριστριών, όχι μόνο δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο κίνημα ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων αλλά ούτε να κινητοποιήσουν μαζικά τους συναδέλφους τους. Οι «πλατείες» του 2011 μοιάζουν να αποτελούν μια πολύτιμη αλλά μακρινή ανάμνηση. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την στάση της κοινωνίας; Σ’ αυτή τη στρατηγική σύγκρουση των τελευταίων τεσσάρων ετών υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Η κοινωνία έδωσε σημαντικές μάχες ενάντια στα μέτρα του Μνημονίου, συγκρούστηκε πολλές φορές, αλλά τελικά τα μέτρα πέρασαν. Το πολιτικό κόστος για τα κόμματα ήταν σοβαρό, αλλά το κοινωνικό κόστος τεράστιο. Η κοινωνία ηττήθηκε.

   Για να επιτευχθεί αυτή η ήττα, το σύμπλεγμα εξουσίας (πολιτικές ελίτ, επιχειρηματίες και μέσα ενημέρωσης) επιστράτευσε τις πολιτικές του φόβου και της ταπείνωσης. Η διαρκής απειλή της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και της χρεοκοπίας, η καταστροφολογία, ο λόγος περί «πολέμου», η «αγωνία» για την έγκριση της επόμενης δόσης, καλλιέργησαν ένα κλίμα γενικευμένου φόβου, στο οποίο αναπτύχθηκαν ο ατομισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, η καχυποψία, η συμμόρφωση στις ολοένα και πιο δυσβάστακτες εργασιακές συνθήκες. Με αυτό τον τρόπο η πολιτική του φόβου για το μέλλον έγινε εργαλείο πειθάρχησης της κοινωνίας και εξατομίκευσης των αντιδράσεων. Η συλλογική διαμαρτυρία υποχώρησε, η αλληλεγγύη αποδυναμώθηκε: όσοι μέσα στην κρίση διασώθηκαν μάλλον αδιαφόρησαν γι’ αυτούς που βυθίστηκαν. Η πολιτική της ταπείνωσης αποσκοπούσε στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιδράσεων μέσω της ενοχοποίησης: η κοινωνία ήταν συλλογικά και αδιακρίτως υπεύθυνη για την οικονομική κρίση, άρα έπρεπε να μεταμεληθεί, να αναμορφωθεί ηθικά. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα «διεφθαρμένων», «τεμπέληδων» και «απατεώνων», η οποία έπρεπε να τιμωρηθεί. Όταν ο τιμωρητικός λόγος εξαντλήθηκε, επιστρατεύθηκε ο πατερναλιστικός: η Ελλάδα έγινε ο «καλός μαθητής», η πρόοδος του οποίου διαρκώς ελεγχόταν και ενίοτε επιβραβευόταν. Η ηθική απαξίωση μιας ολόκληρης χώρας, σε συνδυασμό με την ταπείνωση που νιώθει ένας λαός με την εκχώρηση της κυριαρχίας του στους δανειστές, καλλιέργησαν την αίσθηση ότι η όποια αντίδραση ήταν ανώφελη και καταδικασμένη. Και, βέβαια, για όσους επέμεναν να αντιστέκονται επιστρατεύθηκαν ο στιγματισμός και η συκοφαντία, η καταστολή και τα χημικά, η επιστράτευση και οι διώξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Συμβάν, πολιτικό υποκείμενο και κράτος στον Μπαντιού

Standard

Ο Αλαίν Μπαντιού θα  βρεθεί στην Αθήνα και θα δώσει τρεις διαλέξεις:

1. Η πρόσληψη του Πλάτωνα στη σύγχρονη φιλοσοφία (Γαλλικό Ινστιτούτο, Πέμπτη 23.1., ώρα 18.30).

2. Ο Λακάν και η αντι-φιλοσοφία (αμφιθέατρο Δρακόπουλου, Πανεπιστημίου 30, Παρασκευή 24.1., ώρα 19.00).

3. Η πολιτική και η κρίση (Νομική Σχολή, Σάββατο 25.1., ώρα 19.00)

 του Δημήτρι Βεργέτη

 alain-badiouΤο «βελούδινο διαζύγιο» της πολιτικής από τη φιλοσοφία υπήρξε μια μάστιγα στην ιστορία του μαρξισμού, τροφοδοτούμενη από τον θρίαμβο του σταλινισμού και των ευπρεπισμένων μεταλλάξεών του. Ο Μπαντιού είναι ο στοχαστής που επανασυνέδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία, εισάγοντας στην πολιτική τη βαθμίδα του υποκειμένου, σε ρήξη με τον στρουκτουραλισμό και τις ιδεολογίες της συνείδησης. Η πρωτότυπη σύμπραξή τους μέσω του υποκειμένου επιτρέπει να χαρτογραφήσουμε ένα νέο, συμβαντικό χώρο επαναδιατύπωσης των πολιτικών χειραφέτησης. Το θρυλούμενο τέλος της πολιτικής, είτε ως κυνικό μοτίβο είτε ως μελαγχολία της απορρόφησης του πολιτικού στον διαχειριστικό πραγματισμό, αποδεικνύεται πλέον ατελέσφορος εξορκισμός στην αφύπνιση της ιστορίας και στην απρόβλεπτη ανάδυση της ρηξιγενούς τοπικής του συμβάντος, εκεί όπου η πραγματικότητα αδυνατεί να τιθασεύσει το πραγματικό των κοινωνικών συγκρούσεων.

 Στον Μπαντιού, όμως, το υποκείμενο δεν παραπέμπει σε κάποιο κοινωνιολογικό δεδομένο ή μια δομική συλλογικότητα, που θα προϋπήρχαν της πολιτικής, αλλά σε ένα ετερογενές και εύθραυστο μετασυμβαντικό μόρφωμα υπό διαρκή διάπλαση. Το υποκείμενο δεν προηγείται της πολιτικής, καθότι έπεται του συμβάντος. Η σχέση τους δεν είναι απριορικά ή τελεολογικά συναρθρώσιμη, αλλά αστάθμητη, γιατί το καθεστώς του συμβάντος αποκλίνει από την εμπειρική αμεσότητα του γεγονότος. Το υποκείμενο μορφοποιείται μέσα σε πολιτικές χειραφέτησης, που έχουν ως γενέθλιο λίκνο όχι την τοπική της παραγωγής και τις συστημικές αντιθέσεις της, αλλά μια τέτοια ρήξη της οποίας η εστία δεν είναι δομικά προδιαγεγραμμένη. Το συμβάν δεν συντελείται στο προδιαγεγραμμένο σημείο συμπύκνωσης προσημασμένων ταξικών αντιθέσεων. Συνέχεια ανάγνωσης

2013, η χρονιά που τίμησε τα παντελόνια της

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ – ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρά

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Εντάξει. Τα κουβεντιάσαμε και φάνηκε να ομονοούμε. Συνεννοηθήκαμε, υποτίθεται, πως στους ασφυκτικούς καιρούς των μνημονίων, ο σεξισμός και η ομοφοβία γνωρίζουν πρωτοφανή έξαρση. Ας το επαναλάβω, κι ας επαναληφθώ: στα συμφραζόμενα της κρίσης, οι κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις που προκαλεί το περιβόητο καθεστώς δημοσιονομικής έκτακτης ανάγκης δεν οδηγούν απλώς σε σκλήρυνση των έμφυλων ιεραρχιών. Συνοδεύονται και από την όλο και ευκρινέστερη διάχυση στη δημόσια σφαίρα ακραία σεξιστικών, ομοφοβικών και ρατσιστικών λόγων και πρακτικών. Σε πείσμα των συνήθων ιεραρχήσεων, οι νέες αυτές πραγματικότητες δεν συνιστούν ένα αδιάφορο υποκεφάλαιο, μια ανώδυνη λεπτομέρεια, της τρέχουσας πολιτικοοικονομικής συγκυρίας. Φωλιάζουν στον σκληρό της πυρήνα και, ενδεχομένως, εγγυώνται τη συνοχή του.

   Τα μιλήσαμε, λοιπόν. Αλλά τα συμφωνήσαμε; Καθώς ο καιρός περνά και η ατμόσφαιρα βαραίνει, πληθαίνουν και οι ενδείξεις ότι μία από τις επιπτώσεις της «κρίσης» –μία από τις επιπτώσεις της ή, μήπως, και έναν από τους υπόρρητους μηχανισμούς εδραίωσης και αναπαραγωγής της;– συνιστά και η σταδιακή επικράτηση ενός ιδιότυπου πολιτικού ιδιώματος βασισμένου στην πιο απροκάλυπτη ομοφοβία, στον πιο απενοχοποιημένο σεξισμό. Ασφαλώς και η γνησιότερη εκδοχή του επιθετικά «ανδρικού» αυτού ιδιώματος μπορεί εύκολα να διεκδικηθεί από τη Χρυσή Αυγή ή από πολιτικούς της συνομοταξίας του Φ. Κρανιδιώτη. Μην έχοντας, πάντως, φροντίσει να δημιουργήσει αποτελεσματικά αναχώματα, κανένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι παραμένει ανέγγιχτος από τη μολυσματική του επίδραση. Δεν ήταν έτσι λίγοι εκείνοι που μέσα στο 2013 έσπευσαν να καυχηθούν για τα τιμημένα παντελόνια τους. Τα τίμησαν, λοιπόν, τα παντελόνια τους –κατά δήλωσή τους, τουλάχιστον– βουλευτές και δημοσιογράφοι, ηθοποιοί και αθλητικοί παράγοντες. Έφτασε να τα τιμήσει και ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.    

Άλφρεντ Γκόκελ, "Ο χορός του Ζορμπά"

Άλφρεντ Γκόκελ, «Ο χορός του Ζορμπά»

Εύκολο να προσληφθεί η βρακοφόρα αυτή επιδημία ως αναμενόμενη παρενέργεια της προϊούσας εξαχρείωσης της πολιτικής ζωής, του ευδιάκριτου πλέον εκφυλισμού της κοινοβουλευτικής κουλτούρας. Είναι, όμως, μόνον αυτό; Μήπως ταυτόχρονα έχουμε να κάνουμε με δημόσιους λόγους που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από την υπόρρητη σύνδεσή τους με αρχαϊκές προϊδεάσεις και συγκαιρινούς φόβους για τους κινδύνους που συνεπάγεται η διασάλευση (και) της έμφυλης τάξης του κόσμου; Είναι βέβαιο ότι, σε συνθήκες ανασφάλειας και απόγνωσης, η προσφυγή σε κάποιες «προαιώνιες» σταθερές μπορεί και να λειτουργεί καθησυχαστικά. Γιατί, όσο κι αν μοιάζει παράδοξο, η υποταγή στις υποτιθέμενες επιταγές της «φύσης», με άλλα λόγια στο βιολογικό ή/και ανατομικό «πεπρωμένο», έχει και τις παρηγορητικές της πλευρές. Ας μην αποσυνδέσουμε, επομένως, το πολεμόχαρο αντριλίκι του δημόσιου πολιτικού λόγου από τη γενικότερη συντηρητική αναδίπλωση του τελευταίου καιρού. Ίσως έτσι μπορέσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε και ορισμένους από τους μηχανισμούς που επέτρεψαν στη Χρυσή Αυγή να εδραιωθεί τόσο αποτελεσματικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες ψηφοφόρων – κατά κύριο λόγο ανδρών. Στα συμφραζόμενα αυτά, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η γενικευμένη πλέον αναφορά στην «ελληνική οικογένεια» ως αποκλειστικό –όσο και φαντασιακό– δικαιούχο της όποιας κρατικής μέριμνας. Την ίδια ώρα, παντοδύναμες αποδεικνύονται και οι τρέχουσες –αν και παμπάλαιες– εννοιολογήσεις της μητρότητας ως απαράβατου προορισμού των γυναικών, βιολογικού όσο και κοινωνικού. Τυχαία αντιμετωπίζουν σήμερα ορισμένες γυναικείες κινήσεις τον τοκετό ως το απόλυτο γυναικείο δικαίωμα;

   Πολυκαιρισμένες αγκυλώσεις  ενδύονται σύγχρονο μανδύα και  συνυφαίνονται με τους δημόσιους λόγους της κρίσης. Σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο –ή δεν είναι τόσο– η αορατότητα των νέων αυτών πραγματικοτήτων όσο η διαπίστωση της εσωτερικής τους συνάφειας. Ούτως ή άλλως, η συστηματική υπονόμευση της κληρονομιάς της μεταπολίτευσης συμπαρασέρνει κάμποσες δύσκολα κερδισμένες κοινωνικές ευαισθησίες, διευκολύνοντας, μεταξύ άλλων, το πέρασμα από την παραδοσιακή γελοιογράφηση του φεμινισμού στην απροκάλυπτη πλέον δαιμονοποίησή του. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αδιαφορία

Standard

 του Αντόνιο Γκράμσι

μετάφραση: Κωνσταντίνα Ευαγγέλου

  Το κείμενο  που ακολουθεί περιλαμβάνεται στον τόμο Piove, governo ladro! [Βρέχει, κλέφτες κυβερνήτες!] Editori Riuniti, Ρώμη 1996, σ. 59-60). Πρόκειται για πολεμικά κείμενα που σχολιάζουν τα ιταλικά ήθη και γράφτηκαν για την εφημερίδα-όργανο του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος Avanti! μεταξύ του 1916 και 1918.

Κ. Ευ.

GRAMSCIΕίναι πράγματι ο δυνατότερος μοχλός της Ιστορίας. Αλλά αντίστροφα. Αυτά που συμβαίνουν, το κακό που ενσκήπτει πάνω σε όλους τους ανθρώπους, το εν δυνάμει καλό που μια πράξη αδιαμφισβήτητης αξίας μπορεί να προκαλέσει, δεν οφείλονται στην πρωτοβουλία των λίγων που πράττουν, όσο στην αδιαφορία, στην απουσία[1] των πολλών. Ό,τι συμβαίνει, δεν συμβαίνει τόσο επειδή μερικοί θέλουν να συμβεί, όσο διότι η μάζα των πολιτών εκχωρεί τη βούλησή της, κι αφήνει (κάποιους ελεύθερους) να πράττουν,  αφήνει να συσσωρεύονται οι κόμποι που στη συνέχεια μόνο το σπαθί μπορεί να κόψει, και επιτρέπει την άνοδο στην εξουσία σε ανθρώπους, κάτι που στη συνέχεια μόνο μια εξέγερση μπορεί να ανατρέψει.

 Ο φαταλισμός που φαίνεται να κυριαρχεί στην Ιστορία είναι ακριβώς η απατηλή όψη αυτής της αδιαφορίας, αυτής της απουσίας. Διάφορα γεγονότα ωριμάζουν στη σκιά, επειδή χέρια εντελώς ανεξέλεγκτα υφαίνουν το πανί της συλλογικής ζωής, και η μάζα το αγνοεί. Τα πεπρωμένα μιας ολόκληρης εποχής μανιπουλάρονται σύμφωνα με τις στενές θεωρήσεις, με τους άμεσους σκοπούς μικρών δραστήριων ομάδων, και η μάζα των πολιτών το αγνοεί. Αλλά τα γεγονότα που ωρίμασαν ξεχύνονται, το υφασμένο στη σκιά πανί φτάνει στο τέλος του, και τότε φαίνεται πως ο φαταλισμός τα παρασέρνει όλα και όλους, πως η Ιστορία δεν είναι παρά ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη, ένας σεισμός, όπου όλοι είναι θύματα: κι αυτοί που ήθελαν κι αυτοί που δεν ήθελαν, κι αυτοί που ήξεραν κι αυτοί που αγνοούσαν, κι αυτοί που ήταν δραστήριοι, κι αυτοί που ήταν αδιάφοροι. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι άνθρωποι είναι οι πράξεις τους

Standard

του Βαγγέλη Παπαδάκη

Άουγκουστ Μάκε, «Κορίτσια κάτω από δέντρα»

Η ιδεολογία δεν αποτελεί μια απατηλή παρανόηση της πραγματικότητας, μια κουρτίνα που μας εμποδίζει να δούμε την αλήθεια. Αν ήταν έτσι, θα αρκούσε να τραβήξουμε την κουρτίνα. Η ιδεολογία βρίσκεται μέσα στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα, που την αναπαράγουμε με τις πράξεις μας, και ενέχει την άγνοιά μας για ό,τι αφορά την ουσία αυτής της πραγματικότητας.

Σε αυτό τον χαρακτήρα της ιδεολογίας εδράζεται ο βιοπολιτικός καπιταλισμός, που επιδιώκει να διαχειριστεί όχι μόνο τον νου, αλλά και το σώμα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων, αποσκοπώντας στη δημιουργία υπάκουων υπηκόων. Η βιοπολιτική, κυρίως μέσα από τη σωματική πειθαρχία, τον συναισθηματικό έλεγχο και τη συμμόρφωση, και λιγότερο μέσα από τις ιδέες, επιδιώκει την ενσωμάτωση των πολιτών στο σύστημα. Όλες οι ιδέες επιτρέπονται, αρκεί οι συμπεριφορές να ελέγχονται. Εκεί αποσκοπεί ο σχεδιαζόμενος από την κυβέρνηση έλεγχος των συγκεντρώσεων και πορειών, εκεί αποσκοπούσε η βίαιη εκδίωξη των «Αγανακτισμένων» από το Σύνταγμα: δεν είχε μόνο πολιτική διάσταση (να πάψουν να υπάρχουν ως πόλος συσπείρωσης της λαϊκής διαμαρτυρίας) αλλά και ιδεολογική: να πάψει η πλατεία να υπαγορεύει μια διαφορετική καθημερινότητα στην πόλη, με τις ιδεολογικές συνέπειες που είχε αυτό.

Τηρουμένων των αναλογιών, «οι πλατείες» είναι σήμερα για την Αριστερά ό,τι ο εκκλησιασμός για τον χριστιανισμό. Σε αυτές, το πλήθος, ανυπάκουο στην πειθαρχία του σώματος που υπαγορεύει η βιοπολιτική του νεοφιλελευθερισμού, αρνούμενο τον συναισθηματικό έλεγχο που ασκεί ο φόβος και μη συμμορφούμενο, παρήγαγε μια αντιστασιακή ιδεολογία. Αντιμετωπίστηκε με τη στυγνή βία, καθώς η εξουσία εξασφαλίζει σήμερα την ιδεολογική της ηγεμονία, κυρίως με τη χρήση της βίας και τον φόβο. Συνέχεια ανάγνωσης

Έρικ Χομπσμπάουμ: ένας άνθρωπος του 20ού αιώνα

Standard

της Βίκυς Καραφουλίδου

 Παρακολουθώντας το έργο του Έρικ Χομπσμπάουμ μπορεί κανείς να ανιχνεύσει μια ιδιαίτερη μέριμνα για την αναζήτηση και τη διασφάλιση μιας αφήγησης συνεκτικής και μεστής νοήματος. Για τον βρετανό ιστορικό, η ιστοριογραφία ως «αίσθηση του παρελθόντος», δηλαδή ως βούληση να κατανοηθεί το χθες με τους δικούς του όρους και να ανιχνευθούν οι αλλαγές και οι μεταμορφώσεις του (E. Hobsbawm, Για την Ιστορία, μτφρ. Π. Ματάλας, Αθήνα 1998, σ. 25), πάντοτε συνδέεται έμμεσα με το παρόν και το μέλλον, με τη θέση μας μέσα στον χρόνο, θέση από την οποία δεν μπορούμε να ποτέ να ξεφύγουμε. Το κατεξοχήν ερώτημα που διαχρονικά διατρέχει τη σκέψη του δεν είναι άλλο –κάθε φορά– από το «πώς φτάσαμε ως εδώ;»

Στον Χομπσμπάουμ, η μαρξιστική μέθοδος ανανεώνει την ιστοριογραφική πρακτική, δοκιμάζει τις προϋποθέσεις της έρευνας, προσανατολίζει εκ νέου τα ζητούμενα της και διευρύνει δυναμικά το πεδίο της επιστήμης. Το αίτημα εξάλλου για μια πρωτίστως οικονομική και κοινωνική, αλλά εν τέλει σφαιρική και καθολική ιστορία, έφερε κοντά τους άγγλους μαρξιστές ιστορικούς του PastandPresent με τα γαλλικά Annales, ως πορείες διακριτές μεν αλλά εφαπτόμενες (στο ίδιο, σ. 220-227). Συνέχεια ανάγνωσης

Η σχέση μεταξύ πολιτικού και κοινωνικού και η «επόμενη μέρα»

Standard

του Μανώλη Μελισσάρη

Αντρέ Φουζερώ, «Μητέρα και παιδί με κόκκινη ποδιά»

Το άρθρο αυτό φιλοδοξεί να θέσει ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο αφενός θα εξηγεί την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και, αφετέρου, θα χρησιμεύει ως πρώτο βήμα για τη θέση ορισμένων αρχών στις οποίες μπορεί να βασιστεί πολιτικά η χώρα από δω και στο εξής και, το κυριότερο, μακροπρόθεσμα.

Ο κεντρικός μου ισχυρισμός είναι ότι η Ελλάδα βιώνει τη μετάβαση από το κοινωνικό στο πολιτικό ως οργανωτικών αρχών, ως εγγυητών της συνοχής και λειτουργίας της. Με τον όρο «κοινωνικό» αναφέρομαι στον χώρο στον οποίο αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο στη βάση ηθικών, θρησκευτικών και άλλων τέτοιων κοινοτήτων και όπου υποχρεώσεις και δικαιώματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τους ουσιαστικούς δεσμούς μεταξύ των μερών. Το «πολιτικό» είναι το πεδίο στο οποίο συνευρίσκονται άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους κι επιχειρούν να θέσουν ένα πλαίσιο για τη συνύπαρξή τους, που δεν θα είναι βασισμένο σε συγκυριακές και ασταθείς κοινότητες, αλλά σε μια πλατφόρμα η οποία θα μπορεί να γίνει οικουμενικά αποδεκτή. Αυτός λοιπόν ο αποχωρισμός του πολιτικού από το κοινωνικό γίνεται με τρόπο τόσο απότομο, που γεννά συγκρούσεις επί βασικών πολιτικών ζητημάτων, όπως και προβλήματα πολιτικής νομιμοποίησης. Το θεμελιώδες ερώτημα, λοιπόν, είναι τι νόημα έχει αυτή η διάσπαση και πώς μπορεί να καθορίσει την «επόμενη μέρα». Συνέχεια ανάγνωσης

Νέοι, εργασία και πολιτική στην Ευρώπη της κρίσης

Standard

και ο  ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικός επιταχυντής της κοινωνικής πρωτοβουλίας

 συνέντευξη του Μιχάλη Βακαλούλη στην Ελένη Τσερεζόλε

Ο Μιχάλης Βακαλούλης (vakaloulis.wordpress.com) διδάσκει θεωρία της συλλογικής δράσης, μεθοδολογία και πολιτική κοινωνιολογία της παγκοσμιοποίησης στο Πανεπιστήμιο Paris VIII. Σπούδασε οικονομία, πολιτικές επιστήμες και είναι διδάκτορας φιλοσοφίας. Πολλές μελέτες του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Το ερευνητικό του πεδίο αφορά τα σύγχρονα προβλήματα των κοινωνικών κινημάτων στη διάδρασή τους με τη θεσμική πολιτική, τη κριτική ανάλυση των σύγχρονων μορφών διαχείρισης των επιχειρήσεων μέσα στη κεφαλαιοκρατική κρίση, τις νέες μορφές πολιτικοποίησης. Η σχέση της νεολαίας με την εργασία και την πολιτική αποτελεί αντικείμενο μιας συγκριτικής κοινωνιολογικής μελέτης που διεξάγει το τελευταίο διάστημα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

 


Albert Gleizes, «Οι λουόμενοι», 1912

Πώς αντιλαμβάνονται οι νέοι εργαζόμενοι τη θέση και την ένταξή τους στο περιβάλλον της επιχείρησης;

Με βάση τα εμπειρικά δεδομένα μια τελευταίας εμπειρικής έρευνας στη Γαλλία, η μεγάλη πλειοψηφία της εργαζόμενης νεολαίας ταλαντεύεται ανάμεσα στην προσωρινή απασχόληση και τον επαγγελματικό νομαδισμό. Η είσοδος στην αγορά εργασίας είναι μια επίπονη και αβέβαιη διαδικασία, γεμάτη εμπόδια, που προϋποθέτει μια εντατική προσωπική κινητοποίηση δεξιοτήτων και δικτύων. Οι νέοι γνωρίζουν ότι για να «πετύχουν» χρειάζεται να μετατραπούν σε «επιχειρηματίες» της ίδιας τους της προαγωγής. Αυτή η ακατάπαυστη επιταγή επικοινωνίας και επαγγελματικής αυτοπροβολής είναι ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό της συλλογικής τους ταυτότητας. Στις σημερινές συνθήκες, η εξεύρεση μιας θέσης απασχόλησης δεν εμφανίζεται σαν θεμελιακό κοινωνικό δικαίωμα, αλλά σαν προσωποποιημένη επίδοση που επικυρώνει την ικανότητα να οργανώνεται η αποδοτική ένταξη στην οικονομική σφαίρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Αρετή/αμαρτία και Χρυσή Αυγή

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Μιχαήλ Άγγελος, «Kαταραμένη ψυχή στην Κόλαση», λεπτομέρεια από την τοιχογραφία της Δευτέρας Παρουσίας στην Καπέλα Σιξτίνα, 1536-1541

Την τελευταία διετία, η Χρυσή Αυγή έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή πολιτική δυναμική, παρά το γεγονός, ή μάλλον και λόγω του γεγονότος, ότι προσφεύγει απροκάλυπτα στη χρήση βίας, εναντίον τόσο των πολιτικών της αντιπάλων όσο και των μεταναστών. Αφετηρία για να ερμηνεύσουμε την άνοδό της, μπορεί να αποτελέσει η ανίχνευση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη δράση και τον λόγο της υποστηρικτές της, οι οποίοι προφανώς προσλαμβάνουν την πρακτική των ξυλοδαρμών ή των απειλών άσκησης φυσικής βίας ως ανεκτές ή ακόμη και αναγκαίες. Με δεδομένο όμως ότι η στρατηγική επιδίωξη της Χρυσής Αυγής, ο μετασχηματισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας σε φασιστικό κράτος, εμπνέει αναμφισβήτητα μια πολύ μικρότερη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας από την εκλογική καταγραφή του 7%, πρέπει να εντοπίσουμε τα σημεία ακροδεξιάς ιδεολογίας, τα οποία, λόγω της συνάφειάς τους με πτυχές του κυρίαρχου λόγου, γίνονται αντιληπτά από αρκετούς πολίτες ως «λογικά».

Ειδικότερα, είναι χρήσιμο να εστιαστεί κανείς στην αντιπροσωπευτική δύναμη που διαθέτουν τα βασικά συνθήματα του χώρου αυτού, δηλαδή το «Έξω οι ξένοι» και το «Αλήτες, προδότες, πολιτικοί», προκειμένου να ερευνήσει πώς  συνδέονται με τον τρόπο που οι άνθρωποι διαπαιδαγωγούνται, από πολύ μικρή ηλικία, να οργανώνουν τη σκέψη τους και να αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικού επιταχυντή της κοινωνικής πρωτοβουλίας

Standard

απόσπασμα από συνέντευξη του  Μιχάλη Βακαλούλη στην Ελένη Τσερεζόλε, που δημοσιεύεται στα Ενθέματα της 17ης Ιουνίου

«Διαδήλωση». Από το μπλογκ pandik.wordpress.com

Η ελληνική κοινωνία έχει εισέλθει εδώ και δύο χρόνια σε περίοδο οικονομικής ασφυξίας και πολιτικής αποσύνθεσης χωρίς προηγούμενο από τα μετεμφυλιακά χρόνια. Αντιπροσωπεύει τον αδύνατο κρίκο της ευρωπαϊκής αλυσίδας όχι λόγω μεγέθους του χρέους της, αλλά γιατί συνδυάζει εκρηκτικές αντιφάσεις: πρωτόγνωρη κοινωνική εξαθλίωση για ανεπτυγμένη χώρα, δέσμευση σε μη υλοποιήσιμες μνημονιακές πολιτικές που φέρνουν πιο κοντά το ενδεχόμενο εξόδου από την ευρωζώνη, ηθικοπολιτική κατάπτωση των διαπλεκόμενων πολιτικών ηγεσιών, κρίση ηθικού μια κοινωνίας που χάνει την εμπιστοσύνη στον ίδιο της τον εαυτό. Η χώρα απογυμνώνεται από την εθνική της κυριαρχία και παραδίδεται στους δανειστές της. Συνέχεια ανάγνωσης

Περί αναίσθητης αυτοχειρίας και κυριαρχίας

Standard

 

 του Τάκη Καφετζή

Για τους δικούς και τους συγγενείς, δεν έχουν καμία σημασία οι πλείστοι όσοι λόγοι που διαφέντευσαν την κίνηση του φιλτάτου προσώπου τους προς την αυτοχειρία. Τους αρκεί η πιστοποίηση του αποτελέσματος της κίνησης. Ό,τι προηγήθηκε θα καταγραφεί ως άλλο ένα δεδομένο στην πειθαρχική στατιστική των εγκληματολογικών χρονικών. Θα καταχωριστεί στα συμβάντα του καθημερινού δελτίου της αστυνομικής γραφειοκρατίας. Θα απασχολήσει κάποιους νοσταλγούς του Ντυρκέιμ, με επίμονο το φλερτ τους προς την ιατροδικαστική. Το πολύ πολύ θα δώσει τροφή στις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις, τον φόβο των χριστιανών στον καφενέ της γειτονιάς.

Οι αυτόχειρες δεν προειδοποιούν για το διάβημά τους. Αφήνουν μερικές φορές ένα σημείωμα, ένα post scriptum δηλαδή. Ως τέτοιο, διαβάζεται συνήθως σαν τεκμήριο μιας ετεροχρονισμένης αυτογνωσίας. Είναι όμως γνωστό πως η αυτογνωσία υπάρχει μόνον μέσα από τη συγχρονία της. Δεν έχει το περιθώριο να αναφαίνεται σε έναν «χρόνο-μετά» την τέλεσή της, εκδιπλώνεται τη στιγμή ακριβώς που επιτελείται. Ίσως γι’ αυτό είναι ευφημισμός ο «ιδανικός αυτόχειρας», κάτι σαν ιδεαλιστικό, ά-χρονο και ά-τοπο ξόρκι του τέλους του.

Στη χώρα, τα τελευταία δύο χρόνια, αυτοί που «είναι στα πράγματα» λένε συνεχώς πως βρίσκονται «με το πιστόλι στον κρόταφο». Εννοούν πως δεν κυβερνούν, απλώς η τύχη τα ’φερε έτσι να διαμεσολαβούν αποφάσεις κάποιων τρίτων. Λογικά, θα είχαν δύο επιλογές. Είτε να πάρουν το πιστόλι και να το γυρίσουν ανάποδα (σ’ αυτούς που τους το κολλάνε στον κρόταφο) είτε να το πάρουν και να τινάξουν μόνοι τους τα μυαλά τους στον αέρα. Στην πρώτη εκδοχή, θα δικαιούντο να μιλήσουν για μια γενναία κίνηση «σωτηρίας της χώρας», στην οποία μάλιστα θα καλούσαν το πλήθος να διατρανώσει τη λύτρωσή του στο πρόσωπό τους. Αν και κάτι τέτοιο θα θύμιζε ρωμαϊκή αρένα, φέρνοντας πολλά προβλήματα σε μια κοινωνία που θέλει να μην κινείται πίσω, στην εποχή της αφτιασίδωτης βαρβαρότητας. Στη δεύτερη εκδοχή, δεν θα μπορούσαν να αναπαρασταθούν post mortem ως ηρωικοί αυτόχειρες, διότι η κίνησή τους δεν είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης-αυτεπίγνωστης επιλογής, αλλά απεγνωσμένη αντίδραση παγιδευμένου ζώου. Οπότε, όμως, δεν υπάρχει και κανένας λόγος να λένε ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, υπηρετούν τη σωτηρία της πατρίδας — απλώς, πασκίζουν να μην περιβληθεί ελεεινά η υστεροφημία τους, ή, καλύτερα, να μην πεταχτεί στα σκυλιά ό,τι απέμεινε από το σαρκίο τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Εθνικό Αριστερό Μέτωπο

Standard

Ζητήσαμε από τον Σπύρο Ι. Ασδραχά, με αφετηρία το κείμενο «Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας», αλλά και όλες τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, ένα σχόλιο, επικεντρωμένο στην Αριστερά και την αριστερή πολιτική. Δημοσιεύουμε με χαρά το κείμενό του, με την υποσημείωση, του συγγραφέα, ότι, υπαγόμενο στις δουλείες του δεδομένου χώρου της εφημερίδας, αναγκαστικά είναι βραχυλογικό, και οι σκέψεις που διατυπώνονται επιδέχονται ασφαλώς περαιτέρω ανάπτυξη.

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή

Νομίζω ότι ο καιρός των κλαυθμών και των καταγγελιών θα έπρεπε να έχει ήδη απέλθει. Εκείνο που προέχει είναι η σταθμισμένη πολιτική πρόταση και δράση. Προϋπόθεση, η πολιτικοποίηση της οικονομικής ανάλυσης. Έχει γίνει από τις κυβερνήσεις που χαρακτηρίζονται ως «μνημονιακές»· απομένει να γίνει και από την πολυσπερματική Αριστερά. Εργαλείο, η εθνικοποίηση της ταξικότητας. Έχει αρχίσει η εθνικοποίηση της αντίδρασης στον οικονομικό καταναγκασμό που συνεπάγεται η κυριαρχία των δανειστών, δηλαδή της χρηματοπιστωτικής απόληξης του καπιταλισμού. Η τελευταία διαδικασία αφορά το πολιτικό σχήμα της Δεξιάς, με πιθανό παρεπόμενο τον εγκλωβισμό, για λόγους ιδεολογικής εμμονής, των λαϊκών τάξεων που τη στηρίζουν. Οι όροι του προβλήματος — απλώς συνοψίζω.

Μέσα στο σύστημα

Πρώτον, όπως ήδη γίνεται.

Δεύτερον, όπως διαφαίνεται ότι είναι δυνατό ή επιθυμητό να γίνει μέσα στο σύστημα, δυνατότητα και επιθυμία εκφραζόμενη από πολιτικά σχήματα, τα οποία ωστόσο, ως προς το παρόν, δεν ασκούν καμιά πολιτική εξουσία.

Τρίτον, καθώς αποτελούμε μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος χρειάζεται να σταθμίσουμε τις δυνατότητες παρέμβασης, δηλαδή να πούμε με καθαρότητα και τιμιότητα ποιες είναι οι λεγόμενες εναλλακτικές λύσεις, μέσα πάντα στο σύστημα, και ποιος ο χρονικός τους ορίζοντας.

 

Η αριστερή απάντηση

Πρώτον, προϋποθέτει την ενότητα της Αριστεράς. Στο τακτικό πεδίο είναι η απάντηση στον εκλογικό δόλο με έναν άλλο δόλο που συνεπάγεται τη συσπείρωση και την επιτυχία.

Δεύτερον, η απάντηση στο πρόβλημα μπορεί να έχει μια κοινή βάση, δηλαδή την άρση της εθνικής υποταγής, μέσω της λεγόμενης «μνημονιακής» πολιτικής, αλλά θα πρέπει να διακλαδίζεται σε μια πυραμίδα επιμέρους προτάσεων, έστω και αν στο μέλλον οι προτάσεις αυτές θα επέφεραν την κατάργηση του ενωτικού σχήματος. Προηγουμένως όμως θα έπρεπε το ενωτικό σχήμα να δοκιμαστεί στις εκλογές κατά τις οποίες είναι πιθανό και ευκταίο να απεγκλωβιστούν οι ψηφοφόροι από τους ιδεολογικούς φενακισμούς και τις πελατειακές αλληλοεξαρτήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Η σημερινή κρίση. Κρίση οικονομική ή πολιτική;

Standard

του Βασίλειου  Κ. Καλτσά

Έργο του Όττο Ντιξ

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα μας έχει φέρει στο φως όλες τις παθογένειες που χαρακτηρίζουν το σημερινό κοινωνικό γίγνεσθαι. Και ενώ η δημόσια συζήτηση δείχνει να εξαντλείται στην οικονομική διάσταση και μόνο του προβλήματος, η οπτική αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μονομερής και ιδεολογικά επικαθορισμένη, καθώς εξοβελίζει από τον δημόσιο λόγο άλλες, πιο σημαντικές πτυχές της σημερινής κρίσης. Και αυτό γιατί η σημερινή κρίση είναι πρωτίστως πολιτική. Εδώ ο όρος πολιτική χρησιμοποιείται με την πρωταρχική έννοια, ως η προσπάθεια μιας κοινωνίας να αυτοκυβερνηθεί και να λύνει συλλογικά τα προβλήματα που προκύπτουν από την κοινή συμβίωση των ανθρώπων. Με αυτήν την έννοια, κάθε πρόβλημα που ανακύπτει είναι ένα πολιτικό πρόβλημα πάνω απ’ όλα.

Είναι βέβαια κοινός τόπος ότι στις σύγχρονες δυτικού τύπου κοινωνίες η πολιτική έχει λάβει ένα τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Έχει μετατραπεί σε αυτό που ονομάζεται μεταπολιτική, κύριος σκοπός της οποίας είναι μόνο η διαχείριση της εξουσίας.

Για παράδειγμα, η σημερινή οικονομική δυσπραγία αντιμετωπίζεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο μόνο ως πρόβλημα αριθμών. Με τον τρόπο αυτόν αποσιωπούνται πολύ σημαντικά θέματα, όπως το ποιος φταίει για την οικονομική κρίση και κυρίως το ποιος θα πληρώσει αυτήν την κρίση. Φυσικά αυτά τα θέματα είναι ήδη λυμένα για την ελίτ της κοινωνίας, η οποία κατέχει και διαχειρίζεται την εξουσία. Τα οικονομικά βάρη θα πλήξουν το λαό, τη μεγάλη μάζα των πολιτών, άσχετα εάν αυτοί φταίνε ή όχι για το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Αυτή η λύση προβάλλεται ως δίκαιη από την εξουσία, ενώ στην πραγματικότητα είναι δίκαιη μόνο για την εξουσία. Συνέχεια ανάγνωσης

Μεταξύ επιβίωσης και ανατροπής: το μάθημα του Τοκβίλ

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Καρθαγένη 1936. Φωτογραφία του Ντέιβιντ Σέιμουρ

Σε ένα γράμμα του από τον πρώτο καιρό της εξουσίας του «Ναπολέοντος του Μικρού» –κατά τον σαρκαστικό χαρακτηρισμό του Ουγκώ για τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα τον Τρίτο–, ο Τοκβίλ σημειώνει: «Σχεδόν ποτέ δεν σπάμε ένα καθεστώς πραγμάτων όταν αυτό βρίσκεται στην πιο μισητή του φάση, αλλά όταν, αρχίζοντας κάπως να βελτιώνεται, επιτρέπει στους ανθρώπους να αναπνέουν, να σκέφτονται, να επικοινωνούν τις σκέψεις τους και να μετρούν την έκταση των δικαιωμάτων και των δυστυχιών τους. Τότε λοιπόν το βάρος της κατάστασης, αν και μικρότερο, φαίνεται ανυπόφορο».[1]

Σε αυτές τις γραμμές, ο πολιτικός στοχαστής Τοκβίλ επαναλαμβάνει την υπόθεση την οποία έχει εξετάσει και στο βιβλίο του για τη Γαλλική Επανάσταση και το Παλαιό Καθεστώς. Κι εκεί υποστήριζε ότι η Επανάσταση δεν ξέσπασε στις περιοχές όπου οι «μεσαιωνικοί θεσμοί» ήταν περισσότερο ζωντανοί και ισχυροί, αλλά εκεί όπου αυτοί οι θεσμοί είχαν ήδη ξεθυμάνει: «Τα δεσμά τους έγιναν περισσότερο αβάσταχτα εκεί όπου ήταν στην πραγματικότητα λιγότερο βαριά».

Για να έλθουμε στο σήμερα, ακόμα και μετριοπαθείς φωνές όπως αυτή του Χάμπερμας αισθάνονται την ανάγκη να μιλήσουν για τον νέο πολιτικό δεσποτισμό που διαγράφεται στην Ευρώπη. Αλλά η γενική κατεύθυνση προς την αυταρχική «δημοσιονομική διακυβέρνηση» (αυτό είναι το δικό μας είδος δεσποτισμού) συμπίπτει με την όξυνση της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, με σημαντικά προβλήματα υλικής επιβίωσης και αξιοπρέπειας για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο «κυρίαρχος λαός» και οι υπερασπιστές της νομιμότητας

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη

Φωτογραφία του Αντρέ Κέρτες,1920

Το τελευταίο διάστημα τείνει να κυριαρχήσει στη δημόσια σφαίρα ένας συγκεκριμένος λόγος, μια αγωνιώδης απεύθυνση προς την κοινωνία, η οποία συνήθως παίρνει τη μορφή νουθεσίας ή/και πιεστικής παράκλησης για υπευθυνότητα και σύνεση. Ποιο το κεντρικό διακύβευμα σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση; Η αποτροπή μιας υποτιθέμενης επικείμενης αντιδημοκρατικής εκτροπής· ενός «χάους ανομίας». Αρχιερείς σε αυτή την προσπάθεια, πέρα από ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης, έχουν αυτοχρισθεί γνωστοί αρθρογράφοι φιλοκυβερνητικών εφημερίδων και βεβαίως οι «συνήθεις ύποπτοι» τηλε-δημοσιογράφοι αντίστοιχων καναλιών, οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται και ως βασιλικότεροι του βασιλέως. Στον κατάλογο αυτού του άτυπου «κόμματος της υπευθυνότητας» βλέπουμε να στριμώχνονται διάφορα ετερόκλητα δημόσια πρόσωπα, διάσπαρτα στο πολιτικό/κομματικό φάσμα, από την «(παρα)εκσυγχρονισμένη» ανανεωτική αριστερά ως και την «υπεύθυνα» νουθετούσα ακροδεξιά.

Ο (διόλου) νέος αυτός λόγος που εκφέρουν οι συγκεκριμένοι φορείς επικεντρώνει στο ζήτημα της εφαρμογής των νόμων ως πυρήνα των σύγχρονων δημοκρατιών. «Προσοχή, κινδυνεύει η έννομη τάξη»… Σε τούτο έγκειται λοιπόν ο σημερινός κίνδυνος εκτροπής και όχι αλλού όπως νομίζουμε αρκετοί. Ξεχνούν ίσως, ή παραβλέπουν συνειδητά οι συγκεκριμένοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και λοιποί δημοσιολογούντες πως αν η δημοκρατία φέρει στον πυρήνα της την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή της δύναμης/βούλησης των πολλών, δε τη φέρει μόνο ως θεσμισμένη [constituted] εξουσία/δύναμη (που εκδηλώνεται τυπικά στα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά συστήματα με την τακτική, ανά τέσσερα χρόνια, προσέλευση στην εκλογική κάλπη για την παροχή της λεγόμενης «ελεύθερης εντολής» και πιο σπάνια στην κάλπη ενός δημοψηφίσματος), αλλά και ως θεσμίζουσα/συντακτική [constituent] εξουσία/δύναμη. Εδώ –ας υποθέσουμε κάπως αυθαίρετα– η πρόζα της υπευθυνότητας φαίνεται πως σέβεται τουλάχιστον την πρώτη ιδιότητα. Κάτι που βεβαίως δεν ισχύει απαραίτητα. Πώς να ερμηνεύσουμε άλλωστε την κυβερνητική και μηντιακή εμμονή του τελευταίου διαστήματος ότι οι πρόωρες εκλογές στην παρούσα συγκυρία θα ήταν μοιραίες για τη χώρα; Πώς να δούμε τον πανευρωπαϊκό τρόμο απέναντι στο ενδεχόμενο δημοψηφίσματος; Συνέχεια ανάγνωσης

Τεχνοκρατία, κοινωνικός αυταρχισμός και «συναίνεση»

Standard

 ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ- ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Dragonfly», Χαρακτικό του Σίκο Μουνακάτα, 1958

 Στη δεκαετία του ’30, το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το τότε ονομαζόμενο Sfio (Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς) διασπάστηκε. Μια σειρά στελεχών του, οι αποκαλούμενοι néos (νεοσοσιαλιστές) υιοθέτησαν το σύνθημα της «εποικοδομητικής επανάστασης» θεωρώντας ότι η εποχή των σύνθετων οργανισμών, ο καιρός των « τεχνικών και των μηχανικών» καθιστά παρωχημένη την ταξική κοινωνικοπολιτική οπτική των πραγμάτων. Στον αέρα εκείνων των καιρών βρισκόταν η γοητεία του μεγάλου πλάνου, του Κράτους Σχεδιαστή, της επανάστασης των μάνατζερ για την οποία θα γράψει λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Αμερικανός Τζέημς Μπάρναμ. Πολύ γρήγορα, ωστόσο, αυτός ο προδρομικός διαχειριστικός τεχνοκρατισμός συνδέθηκε με την ιδέα του ισχυρού αυταρχικού κράτους. Πολλές από τις προσωπικότητες της γαλλικής και βελγικής σοσιαλτεχνοκρατίας (από τον Γάλλο Marcel Deat ως τον Bέλγο Henri de Man) δεν θα αντισταθούν στη γοητεία της φασιστικής «τάξης» και θα καταλήξουν συνεργάτες του καθεστώτος του στρατηγού Πεταίν στη φιλoγερμανική κυβέρνηση του Βισύ.

Ένα άλλο κομμάτι του «νεοσοσιαλισμού» θα επιλέξει, φυσικά, τον Ντε Γκωλ και την «Ελεύθερη Γαλλία». Από αυτήν τη δεύτερη πτέρυγα θα αναδυθεί ένας τεχνοκρατικός μοντερνισμός του κέντρου ο οποίος μετά τη δεκαετία του ’50 θα επιδιώξει να εκφράσει τα «νέα μεσαία στρώματα» και τις προσδοκίες τους για κοινωνική άνοδο. Εδώ θα κυριαρχήσει ο θαυμασμός για τον αμερικανικό δυναμισμό και η ανακάλυψη της νέας ηπείρου του έξυπνου μάνατζμεντ για την «ανανέωση της πολιτικής».

Παρόμοια ταξίδια σε πτυχές της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας μπορεί να είναι χρήσιμα. Γιατί, πέραν των άλλων, μαρτυρούν ότι στις συνθήκες μιας μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, η προσφυγή στο τεχνοκρατικό παράδειγμα συνδέεται με διάφορες τάσεις αυτονόμησης των ελίτ από κοινωνικές αναφορές και βασικές πολιτικές αξίες όπως η λαϊκή κυριαρχία. Το τεχνοκρατικό παράδειγμα μπορεί να αλλάζει μέσα στον χρόνο, ανάλογα με τη διεθνή συγκυρία και τις εθνικές περιστάσεις. Στους καιρούς του «σχεδιοποιημένου καπιταλισμού» ο τεχνοκρατισμός ήταν κατά βάση η αναζήτηση ενός μοντέλου αποτελεσματικής κοινωνικής διεύθυνσης με αιχμή τον κρατικό προγραμματισμό. Στις σημερινές συνθήκες της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, το παράδειγμα δεν είναι φυσικά ο μηχανικός αλλά ο ειδικός της οικονομικής διακυβέρνησης, ο γνώστης του κόσμου των επιχειρήσεων και των χρηματοπιστωτικών δομών.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, είτε με τους παλιούς όρους «κρατικού διευθυντισμού», είτε στο πλαίσιο της διεθνικής δικτατορίας των αγορών, η εκσυγχρονιστική τεχνοκρατία έρχεται σε σύγκρουση τόσο με την πολιτική δημοκρατία όσο και με τα κοινωνικά δικαιώματα. Η περιφρόνηση για την πολιτική διαφωνία και η απέχθεια για τους αγώνες που αμφισβητούν τη μονοφωνική «ενότητα» των κορυφών, όλα αυτά αποτελούν βεβαίως στοιχεία μιας δεξιάς αφήγησης του κόσμου. Η πολιτική αντιπαλότητα θεωρείται περίπου ανυπόφορος αναχρονισμός αν όχι συνταγή αναποτελεσματικότητας. Και από αυτή την πρωταρχική απαξίωση μέχρι την αναγόρευση των απεργιών ή της όποιας εκδήλωσης κοινωνικής ανυπακοής ως επικίνδυνων εθνικών παρεκκλίσεων ο δρόμος είναι μικρός. Συνέχεια ανάγνωσης

Φουλ Μόντι

Standard

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα «Η προκα- τάληψή μου ενάντια στην εποχή μας», Βερολίνο 1932

Βλέποντας τα οικονομικά τους να καταρρέουν, έξι άνεργοι Bρετανοί ξεπερνούν τις αναστολές τους και αποφασίζουν να παρουσιάσουν ένα νούμερο ανδρικού στριπτίζ, στο αποκορύφωμα του οποίου πετούν στο κοινό και το τελευταίο τους εσώρουχο· πρόκειται για την εμπορικά επιτυχημένη κωμωδία του Πίτερ Κατάνεο «Άνδρες με τα όλα τους» (Full Monty), που προβλήθηκε στις αίθουσες το μακρινό, πλέον, 1997.

Στα καθ’ ημάς, οι παλινωδίες που οδήγησαν στο διορισμό Παπαδήμου και η ανάδειξη ενός τραπεζίτη σε πρωθυπουργό δεν είναι ασφαλώς κωμωδία· εύλογα ωστόσο «διαβάστηκαν» ως ξεγύμνωμα. Ωστόσο, σε πείσμα των δημοσιογραφικών κλισέ που ενδιέτριψαν στην προφάνεια, αυτό που από την επαύριο των αντιπαρελάσεων βλέπουμε να ξεγυμνώνεται –τόσο στην Ελλάδα του Παπαδήμου όσο και στην Ιταλία του Μόντι– δεν είναι κυρίως πρόσωπα ή πολιτικά συστήματα. Το δικό μας πολιτικό σύστημα, για την ακρίβεια, έδειξε να ανακτά προσωρινά την πρωτοβουλία των κινήσεων: αφυδατώνοντας τον κομματικό ανταγωνισμό, ομογενοποιώντας τις «συνιστώσες» του (τη φιλελεύθερη, την εκσυγχρονιστική και την ακροδεξιά), υποδυόμενο τελικά ένα υπεράνω διαιρέσεων Κόμμα του Αντικομματισμού, που εκχωρεί σε έναν άνθρωπο των τραπεζών τη σωτηρία ολόκληρης της κοινωνίας (αλίμονο: οι συνήθεις αντιλαϊκιστές δεν θα καταγγείλουν σήμερα τον τραπεζολαϊκισμό…).

Αυτό λοιπόν που ξεγυμνώνεται επί της ουσίας –στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γαλλία, προσεχώς–, είναι ένας καπιταλισμός χωρίς προσχήματα, δίχως κοινωνικούς, εθνικούς ή δημοκρατικούς περιορισμούς, χωρίς διάθεση και δυνατότητα να επιστρέψει στα χρόνια που (σχεδόν) όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Συνέχεια ανάγνωσης