Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για ποπ κουλτούρα; Το παράδειγμα των Bernie Bros *

Standard

με την ευκαιρία της εκδήλωσης του περιοδικού ΣΚΡΑ-punk «Πολιτική και ποπ κουλτούρα: Βίοι παράλληλοι», 31.3.2016, στο Kreuzberg

του Χρήστου Τριανταφύλλου

7-triantafylloyΗ ποπ κουλτούρα αποτελεί μία από τις πλέον νεφελώδεις έννοιες του σύγχρονου, παγκοσμιοποιημένου, ψηφιοποιημένου κόσμου. Δημιουργεί συζητήσεις για την ουσία, την εννοιολόγηση, την καταγωγή και τη χρήση της. Προκαλεί εντάσεις και αφορισμούς σχετικά με την αξία της, τη θέση της στον σύγχρονο κόσμο και τη σχέση της με άλλα αντίστοιχα φαινόμενα. Αλλά εκτός από αυτά, η ποπ κουλτούρα παράγει και λόγους για την εξουσία, την πολιτική, την ιστορία, και πολλά άλλα, χωρίς να αναγνωρίζεται ότι αυτοί οι λόγοι αφορούν και φιλτράρονται μέσα από αυτήν. Με άλλα λόγια, όταν μιλάμε για την ποπ κουλτούρα, συνήθως μιλάμε για πράγματα που αυτή περικλείει, αλλά όχι για την ίδια. Αυτό συμβαίνει γιατί η ποπ κουλτούρα, όπως κάθε είδος κουλτούρας, είναι ένα «δίκτυο σημασιών» –όπως έλεγαν οι ανθρωπολόγοι της δεκαετίας του 1970–, οπότε είναι πολύ πιο απτό να μιλήσει κανείς για σημασίες, παρά για το ίδιο το δίκτυο που τις συγκροτεί και τους δίνει νόημα.

160202_USERS_BernieFans.jpg.CROP.promo-xlarge2Το κρίσιμο σημείο, όμως, σε δημόσιο επίπεδο δεν είναι τι είναι η ποπ κουλτούρα, ούτε από πού προέρχεται. Αυτό που θεωρώ ως κρίσιμο είναι να συζητήσουμε γιατί είναι σημαντική η ποπ κουλτούρα. Εστιάζω σε αυτό το σημείο γιατί εν πολλοίς η ποπ κουλτούρα αντιμετωπίζεται ως κάτι ανούσιο και δευτερεύον, από ανθρώπους που στην πραγματικότητα μιλούν γι’ αυτήν χωρίς να το συνειδητοποιούν. Ο λόγος είναι ότι εν μέσω μαζικής δημοκρατίας και παγκοσμιοποιημένου ψηφιακού καπιταλισμού, η επιρροή της ποπ κουλτούρας στον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται τα νοητικά μας πλαίσια για τον κόσμο έχει μεγεθυνθεί σημαντικά. Σίγουρα η αντίληψη των ανθρώπων επηρεαζόταν και παλαιότερα από το πολιτισμικό τους περιβάλλον, αλλά πλέον, κυρίως λόγω της κυριαρχίας του ίντερνετ, η ποπ κουλτούρα διαχέεται παντού και ταχύτατα, επανασημασιοδοτώντας ό,τι αγγίζει και, στη συνέχεια, μεταβάλοντας και τους όρους παραγωγής της γνώσης, της πολιτικής και των καθημερινών πρακτικών. Δεν πρόκειται για μια απλή επιτάχυνση της πληροφορίας, αλλά για έναν θεμελιωδώς νέο τρόπο για να κατανοούμε και να κρίνουμε ό,τι βλέπουμε γύρω μας. Θεωρώ σημαντικό να επισημανθεί πως ποπ κουλτούρα δεν είναι μόνο ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, η μουσική και άλλα αντίστοιχα πολιτισμικά προϊόντα. Όταν μιλάμε για ποπ κουλτούρα, μιλάμε για ένα δίκτυο από προϊόντα, συμπεριφορές, τελετουργίες, πρακτικές και δραστηριότητες που αλληλοεξαρτώνται. Ο τρόπος που θα σχολιαστεί και θα χρησιμοποιηθεί σε άλλα πεδία η βασική ιδέα μιας τηλεοπτικής σειράς ανήκει στην ποπ κουλτούρα εξίσου με την ίδια την σειρά. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μέθοδος του ασβού

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

 Έργο του Φίλιπ Μεντόζα, από την εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Κένεθ Γκράχαμ «Ο άνεμος στις ιτιές»


Έργο του Φίλιπ Μεντόζα, από την εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Κένεθ Γκράχαμ «Ο άνεμος στις ιτιές»

Πριν από δεκαέξι και κάτι χρόνια, το μακρινό 1999, μια γενιά μαθητών έδινε τις πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις με το «καινούργιο σύστημα»: χωρίς δέσμες δηλαδή, αλλά με κατευθύνσεις και με περισσότερα μαθήματα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ήταν η εποχή που η κοινωνία ζούσε στην παραζάλη του χρηματιστηρίου, της ΟΝΕ και της αναπτυξιακής φούσκας που επρόκειτο να σκάσει σύντομα, αρχής γενομένης με το χρηματιστηριακό κραχ του Σεπτεμβρίου· σκάνδαλο το οποίο αποτέλεσε την αρχή του τέλους παρά την τεχνητή διατήρησή της τα επόμενα χρόνια με ολυμπιακές ντόπες, ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον και στατιστικά μαγειρέματα. Τότε, ωστόσο, το όνειρο πολλών μαθητών (ή, ακριβέστερα, πολλών γονιών) ήταν να περάσουν σε ένα τμήμα οικονομικών επιστημών και να ξεκινήσουν μια λαμπρή καριέρα στα χρηματοοικονομικά ή τη διοίκηση επιχειρήσεων. Για να συμβεί αυτό, έπρεπε να γράψουν καλά στο ειδικό μάθημα «Αρχές Οικονομικής Θεωρίας» που θα τους έδινε τη δυνατότητα να επιλέξουν τις περιζήτητες σχολές του «5ου επιστημονικού πεδίου».

   Ήμουν κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Παρά την απροθυμία μου να σπουδάσω οικονομικά, τα είχα ως εναλλακτική επιλογή και προετοιμαζόμουν κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα με τον κ. Μανώλη. Ο κ. Μανώλης ήταν οικονομολόγος (ή κάτι τέτοιο), καλός δάσκαλος και μια καλτ φιγούρα της περιοχής: κοντός, καραφλός, με μυτερή μύτη και μεγάλα έξυπνα μάτια που έμοιαζαν ακόμα μεγαλύτερα μέσα απ’ τα χοντρά γυαλιά του. Φορούσε καφέ σακάκι, κυκλοφορούσε με ένα παλιό Audi, διάβαζε μόνο Έθνος και έπαιζε φανατικά «Στοίχημα». Ο κ. Μανώλης, αν υπάρχει ακόμα η παραμικρή αμφιβολία, ήταν ΠΑΣΟΚ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ολιγάρχες του λιμανιού

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Αν σήμερα επανερχόμαστε στον Πειραιά (είχαμε μιλήσει και στις 11.5 με τον «Γαϊδούρειο ίππο»), δεν το κάνουμε μόνο επειδή τον αγώνα εκεί, κι ας μην κέρδισε, τον έδωσε με απαράμιλλο ήθος, μαχητικότητα και γνώση ένα λαμπρό αυτοδιοικητικό σχήμα, το «Λιμάνι της Αγωνίας», με επικεφαλής τον Θοδωρή Δρίτσα. Αλλά και επειδή το ζοφερό μοντέλο Μώραλη-Μαρινάκη –το οποίο βγάζει και παρακλάδια, όπως δείχνει και η περίπτωση Μπέου στον Βόλο–  όπου συμπλέκονται συμφέροντα, τραμπουκισμοί, ακροδεξιοί ιεράρχες, εξαγορά, χειραγώγηση μέσω του χρήματος και του ποδοσφαίρου, υπερβαίνει πολύ τον Πειραιά: πλήττει την καρδιά της δημοκρατίας. Με αυτά κατά νου, πριν την κάλπη –και ευχόμενοι ολόψυχα κάθε επιτυχία στον Μαργαρίτη Πατσιαντά στον Βόλο– ζητήσαμε από έναν καλό γνώστη της ιστορίας  και της πολιτικής ζωής του Πειραιά, τον Νίκο Μπελαβίλα, να μας αναλύσει το φαινόμενο.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

O Πειραιάς, όπως όλα τα λιμάνια του κόσμου, έχει μόρτες, μαστροπούς, λαθρέμπορους. Ήταν και είναι κομμάτι της καθημερινότητας και της κουλτούρας της πόλης αυτός ο υπόκοσμος, άλλοτε μάγκικος, γλυκός και τρυφερός, όπως εκείνος του κινηματογράφου του ’60 και των ρεμπέτικων, άλλοτε αποκρουστικός, γλοιώδης, απάνθρωπος.

Ο Πειραιάς είχε πάντα έναν τρόπο να κρατάει αυτό τον υπόκοσμό του στην άκρη. Στις αποβάθρες και στους δύο-τρεις δρόμους πίσω από το λιμάνι. Αυτό οφειλόταν, νομίζω, σε μια αστική τάξη της πόλης η οποία δεν διαπραγματευόταν ούτε την ηγεμονία της ούτε τον καθωσπρεπισμό της. Τις συνδιαλλαγές της με τον υπόκοσμο ή δεν τις έκανε ή τις έκανε υπόγεια. Οφειλόταν, επίσης, και σε εκείνη την πολύ μεγάλη κοινωνική τάξη των εργοστασιακών εργατών και των μικρασιατών προσφύγων που είχε αντίστοιχα επιβάλει τους κώδικες της δικής της συμπεριφοράς στις λαϊκές συνοικίες: κώδικες σεβασμού, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, που ίσχυαν ακόμη κι όταν φλεγόταν η πόλη από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Ώσπου στον Πειραιά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Τα πρώτα άγνωστα στην κοινή γνώμη λυντσαρίσματα μεταναστών στον Ρέντη, οι επιθέσεις στο Πέραμα και στην Κοκκινιά και, τέλος, η πολιτική δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους νεοναζί σήμαναν το τέλος της εποχής. Για πρώτη φορά περπατάει κόσμος φοβισμένος στην πόλη μας. Το λουμπεναριό σήκωσε τα καπάκια των υπονόμων βγαίνοντας στο φως. Χρυσαυγίτες, χούλιγκαν, μπράβοι νυχτερινών κέντρων. Η καθολική φτώχεια και τα τεράστια μεγέθη της ανεργίας, στις βόρειες κυρίως γειτονιές αποτέλεσαν το υπόβαθρο για να βρουν τόπο να πατήσουν. Συνέχεια ανάγνωσης

H πλατεία ήτανε άδεια…

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Η διαπίστωση είναι πλέον κοινότοπη. Στις συγκεντρώσεις, οι πλατείες είναι άδειες και τα καφέ γεμάτα. Οι αντιδράσεις του κόσμου στα μέτρα που επιβάλλει η κυβέρνηση είναι υποτονικές, κατώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων. Η οργή και η απόγνωση αναλώνονται σε ιδιωτικές συζητήσεις και κλείνονται σε ιδιωτικούς χώρους, δεν εκβάλλουν στο συλλογικό και το δημόσιο. Το κλείσιμο της ΕΡΤ προκάλεσε ένα μαζικό κύμα διαμαρτυρίας, που γρήγορα αποδυναμώθηκε. Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ή των καθαριστριών, όχι μόνο δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο κίνημα ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων αλλά ούτε να κινητοποιήσουν μαζικά τους συναδέλφους τους. Οι «πλατείες» του 2011 μοιάζουν να αποτελούν μια πολύτιμη αλλά μακρινή ανάμνηση. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την στάση της κοινωνίας; Σ’ αυτή τη στρατηγική σύγκρουση των τελευταίων τεσσάρων ετών υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Η κοινωνία έδωσε σημαντικές μάχες ενάντια στα μέτρα του Μνημονίου, συγκρούστηκε πολλές φορές, αλλά τελικά τα μέτρα πέρασαν. Το πολιτικό κόστος για τα κόμματα ήταν σοβαρό, αλλά το κοινωνικό κόστος τεράστιο. Η κοινωνία ηττήθηκε.

   Για να επιτευχθεί αυτή η ήττα, το σύμπλεγμα εξουσίας (πολιτικές ελίτ, επιχειρηματίες και μέσα ενημέρωσης) επιστράτευσε τις πολιτικές του φόβου και της ταπείνωσης. Η διαρκής απειλή της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και της χρεοκοπίας, η καταστροφολογία, ο λόγος περί «πολέμου», η «αγωνία» για την έγκριση της επόμενης δόσης, καλλιέργησαν ένα κλίμα γενικευμένου φόβου, στο οποίο αναπτύχθηκαν ο ατομισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, η καχυποψία, η συμμόρφωση στις ολοένα και πιο δυσβάστακτες εργασιακές συνθήκες. Με αυτό τον τρόπο η πολιτική του φόβου για το μέλλον έγινε εργαλείο πειθάρχησης της κοινωνίας και εξατομίκευσης των αντιδράσεων. Η συλλογική διαμαρτυρία υποχώρησε, η αλληλεγγύη αποδυναμώθηκε: όσοι μέσα στην κρίση διασώθηκαν μάλλον αδιαφόρησαν γι’ αυτούς που βυθίστηκαν. Η πολιτική της ταπείνωσης αποσκοπούσε στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιδράσεων μέσω της ενοχοποίησης: η κοινωνία ήταν συλλογικά και αδιακρίτως υπεύθυνη για την οικονομική κρίση, άρα έπρεπε να μεταμεληθεί, να αναμορφωθεί ηθικά. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα «διεφθαρμένων», «τεμπέληδων» και «απατεώνων», η οποία έπρεπε να τιμωρηθεί. Όταν ο τιμωρητικός λόγος εξαντλήθηκε, επιστρατεύθηκε ο πατερναλιστικός: η Ελλάδα έγινε ο «καλός μαθητής», η πρόοδος του οποίου διαρκώς ελεγχόταν και ενίοτε επιβραβευόταν. Η ηθική απαξίωση μιας ολόκληρης χώρας, σε συνδυασμό με την ταπείνωση που νιώθει ένας λαός με την εκχώρηση της κυριαρχίας του στους δανειστές, καλλιέργησαν την αίσθηση ότι η όποια αντίδραση ήταν ανώφελη και καταδικασμένη. Και, βέβαια, για όσους επέμεναν να αντιστέκονται επιστρατεύθηκαν ο στιγματισμός και η συκοφαντία, η καταστολή και τα χημικά, η επιστράτευση και οι διώξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Συμβάν, πολιτικό υποκείμενο και κράτος στον Μπαντιού

Standard

Ο Αλαίν Μπαντιού θα  βρεθεί στην Αθήνα και θα δώσει τρεις διαλέξεις:

1. Η πρόσληψη του Πλάτωνα στη σύγχρονη φιλοσοφία (Γαλλικό Ινστιτούτο, Πέμπτη 23.1., ώρα 18.30).

2. Ο Λακάν και η αντι-φιλοσοφία (αμφιθέατρο Δρακόπουλου, Πανεπιστημίου 30, Παρασκευή 24.1., ώρα 19.00).

3. Η πολιτική και η κρίση (Νομική Σχολή, Σάββατο 25.1., ώρα 19.00)

 του Δημήτρι Βεργέτη

 alain-badiouΤο «βελούδινο διαζύγιο» της πολιτικής από τη φιλοσοφία υπήρξε μια μάστιγα στην ιστορία του μαρξισμού, τροφοδοτούμενη από τον θρίαμβο του σταλινισμού και των ευπρεπισμένων μεταλλάξεών του. Ο Μπαντιού είναι ο στοχαστής που επανασυνέδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία, εισάγοντας στην πολιτική τη βαθμίδα του υποκειμένου, σε ρήξη με τον στρουκτουραλισμό και τις ιδεολογίες της συνείδησης. Η πρωτότυπη σύμπραξή τους μέσω του υποκειμένου επιτρέπει να χαρτογραφήσουμε ένα νέο, συμβαντικό χώρο επαναδιατύπωσης των πολιτικών χειραφέτησης. Το θρυλούμενο τέλος της πολιτικής, είτε ως κυνικό μοτίβο είτε ως μελαγχολία της απορρόφησης του πολιτικού στον διαχειριστικό πραγματισμό, αποδεικνύεται πλέον ατελέσφορος εξορκισμός στην αφύπνιση της ιστορίας και στην απρόβλεπτη ανάδυση της ρηξιγενούς τοπικής του συμβάντος, εκεί όπου η πραγματικότητα αδυνατεί να τιθασεύσει το πραγματικό των κοινωνικών συγκρούσεων.

 Στον Μπαντιού, όμως, το υποκείμενο δεν παραπέμπει σε κάποιο κοινωνιολογικό δεδομένο ή μια δομική συλλογικότητα, που θα προϋπήρχαν της πολιτικής, αλλά σε ένα ετερογενές και εύθραυστο μετασυμβαντικό μόρφωμα υπό διαρκή διάπλαση. Το υποκείμενο δεν προηγείται της πολιτικής, καθότι έπεται του συμβάντος. Η σχέση τους δεν είναι απριορικά ή τελεολογικά συναρθρώσιμη, αλλά αστάθμητη, γιατί το καθεστώς του συμβάντος αποκλίνει από την εμπειρική αμεσότητα του γεγονότος. Το υποκείμενο μορφοποιείται μέσα σε πολιτικές χειραφέτησης, που έχουν ως γενέθλιο λίκνο όχι την τοπική της παραγωγής και τις συστημικές αντιθέσεις της, αλλά μια τέτοια ρήξη της οποίας η εστία δεν είναι δομικά προδιαγεγραμμένη. Το συμβάν δεν συντελείται στο προδιαγεγραμμένο σημείο συμπύκνωσης προσημασμένων ταξικών αντιθέσεων. Συνέχεια ανάγνωσης

2013, η χρονιά που τίμησε τα παντελόνια της

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ – ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρά

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Εντάξει. Τα κουβεντιάσαμε και φάνηκε να ομονοούμε. Συνεννοηθήκαμε, υποτίθεται, πως στους ασφυκτικούς καιρούς των μνημονίων, ο σεξισμός και η ομοφοβία γνωρίζουν πρωτοφανή έξαρση. Ας το επαναλάβω, κι ας επαναληφθώ: στα συμφραζόμενα της κρίσης, οι κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις που προκαλεί το περιβόητο καθεστώς δημοσιονομικής έκτακτης ανάγκης δεν οδηγούν απλώς σε σκλήρυνση των έμφυλων ιεραρχιών. Συνοδεύονται και από την όλο και ευκρινέστερη διάχυση στη δημόσια σφαίρα ακραία σεξιστικών, ομοφοβικών και ρατσιστικών λόγων και πρακτικών. Σε πείσμα των συνήθων ιεραρχήσεων, οι νέες αυτές πραγματικότητες δεν συνιστούν ένα αδιάφορο υποκεφάλαιο, μια ανώδυνη λεπτομέρεια, της τρέχουσας πολιτικοοικονομικής συγκυρίας. Φωλιάζουν στον σκληρό της πυρήνα και, ενδεχομένως, εγγυώνται τη συνοχή του.

   Τα μιλήσαμε, λοιπόν. Αλλά τα συμφωνήσαμε; Καθώς ο καιρός περνά και η ατμόσφαιρα βαραίνει, πληθαίνουν και οι ενδείξεις ότι μία από τις επιπτώσεις της «κρίσης» –μία από τις επιπτώσεις της ή, μήπως, και έναν από τους υπόρρητους μηχανισμούς εδραίωσης και αναπαραγωγής της;– συνιστά και η σταδιακή επικράτηση ενός ιδιότυπου πολιτικού ιδιώματος βασισμένου στην πιο απροκάλυπτη ομοφοβία, στον πιο απενοχοποιημένο σεξισμό. Ασφαλώς και η γνησιότερη εκδοχή του επιθετικά «ανδρικού» αυτού ιδιώματος μπορεί εύκολα να διεκδικηθεί από τη Χρυσή Αυγή ή από πολιτικούς της συνομοταξίας του Φ. Κρανιδιώτη. Μην έχοντας, πάντως, φροντίσει να δημιουργήσει αποτελεσματικά αναχώματα, κανένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι παραμένει ανέγγιχτος από τη μολυσματική του επίδραση. Δεν ήταν έτσι λίγοι εκείνοι που μέσα στο 2013 έσπευσαν να καυχηθούν για τα τιμημένα παντελόνια τους. Τα τίμησαν, λοιπόν, τα παντελόνια τους –κατά δήλωσή τους, τουλάχιστον– βουλευτές και δημοσιογράφοι, ηθοποιοί και αθλητικοί παράγοντες. Έφτασε να τα τιμήσει και ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.    

Άλφρεντ Γκόκελ, "Ο χορός του Ζορμπά"

Άλφρεντ Γκόκελ, «Ο χορός του Ζορμπά»

Εύκολο να προσληφθεί η βρακοφόρα αυτή επιδημία ως αναμενόμενη παρενέργεια της προϊούσας εξαχρείωσης της πολιτικής ζωής, του ευδιάκριτου πλέον εκφυλισμού της κοινοβουλευτικής κουλτούρας. Είναι, όμως, μόνον αυτό; Μήπως ταυτόχρονα έχουμε να κάνουμε με δημόσιους λόγους που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από την υπόρρητη σύνδεσή τους με αρχαϊκές προϊδεάσεις και συγκαιρινούς φόβους για τους κινδύνους που συνεπάγεται η διασάλευση (και) της έμφυλης τάξης του κόσμου; Είναι βέβαιο ότι, σε συνθήκες ανασφάλειας και απόγνωσης, η προσφυγή σε κάποιες «προαιώνιες» σταθερές μπορεί και να λειτουργεί καθησυχαστικά. Γιατί, όσο κι αν μοιάζει παράδοξο, η υποταγή στις υποτιθέμενες επιταγές της «φύσης», με άλλα λόγια στο βιολογικό ή/και ανατομικό «πεπρωμένο», έχει και τις παρηγορητικές της πλευρές. Ας μην αποσυνδέσουμε, επομένως, το πολεμόχαρο αντριλίκι του δημόσιου πολιτικού λόγου από τη γενικότερη συντηρητική αναδίπλωση του τελευταίου καιρού. Ίσως έτσι μπορέσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε και ορισμένους από τους μηχανισμούς που επέτρεψαν στη Χρυσή Αυγή να εδραιωθεί τόσο αποτελεσματικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες ψηφοφόρων – κατά κύριο λόγο ανδρών. Στα συμφραζόμενα αυτά, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η γενικευμένη πλέον αναφορά στην «ελληνική οικογένεια» ως αποκλειστικό –όσο και φαντασιακό– δικαιούχο της όποιας κρατικής μέριμνας. Την ίδια ώρα, παντοδύναμες αποδεικνύονται και οι τρέχουσες –αν και παμπάλαιες– εννοιολογήσεις της μητρότητας ως απαράβατου προορισμού των γυναικών, βιολογικού όσο και κοινωνικού. Τυχαία αντιμετωπίζουν σήμερα ορισμένες γυναικείες κινήσεις τον τοκετό ως το απόλυτο γυναικείο δικαίωμα;

   Πολυκαιρισμένες αγκυλώσεις  ενδύονται σύγχρονο μανδύα και  συνυφαίνονται με τους δημόσιους λόγους της κρίσης. Σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο –ή δεν είναι τόσο– η αορατότητα των νέων αυτών πραγματικοτήτων όσο η διαπίστωση της εσωτερικής τους συνάφειας. Ούτως ή άλλως, η συστηματική υπονόμευση της κληρονομιάς της μεταπολίτευσης συμπαρασέρνει κάμποσες δύσκολα κερδισμένες κοινωνικές ευαισθησίες, διευκολύνοντας, μεταξύ άλλων, το πέρασμα από την παραδοσιακή γελοιογράφηση του φεμινισμού στην απροκάλυπτη πλέον δαιμονοποίησή του. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αδιαφορία

Standard

 του Αντόνιο Γκράμσι

μετάφραση: Κωνσταντίνα Ευαγγέλου

  Το κείμενο  που ακολουθεί περιλαμβάνεται στον τόμο Piove, governo ladro! [Βρέχει, κλέφτες κυβερνήτες!] Editori Riuniti, Ρώμη 1996, σ. 59-60). Πρόκειται για πολεμικά κείμενα που σχολιάζουν τα ιταλικά ήθη και γράφτηκαν για την εφημερίδα-όργανο του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος Avanti! μεταξύ του 1916 και 1918.

Κ. Ευ.

GRAMSCIΕίναι πράγματι ο δυνατότερος μοχλός της Ιστορίας. Αλλά αντίστροφα. Αυτά που συμβαίνουν, το κακό που ενσκήπτει πάνω σε όλους τους ανθρώπους, το εν δυνάμει καλό που μια πράξη αδιαμφισβήτητης αξίας μπορεί να προκαλέσει, δεν οφείλονται στην πρωτοβουλία των λίγων που πράττουν, όσο στην αδιαφορία, στην απουσία[1] των πολλών. Ό,τι συμβαίνει, δεν συμβαίνει τόσο επειδή μερικοί θέλουν να συμβεί, όσο διότι η μάζα των πολιτών εκχωρεί τη βούλησή της, κι αφήνει (κάποιους ελεύθερους) να πράττουν,  αφήνει να συσσωρεύονται οι κόμποι που στη συνέχεια μόνο το σπαθί μπορεί να κόψει, και επιτρέπει την άνοδο στην εξουσία σε ανθρώπους, κάτι που στη συνέχεια μόνο μια εξέγερση μπορεί να ανατρέψει.

 Ο φαταλισμός που φαίνεται να κυριαρχεί στην Ιστορία είναι ακριβώς η απατηλή όψη αυτής της αδιαφορίας, αυτής της απουσίας. Διάφορα γεγονότα ωριμάζουν στη σκιά, επειδή χέρια εντελώς ανεξέλεγκτα υφαίνουν το πανί της συλλογικής ζωής, και η μάζα το αγνοεί. Τα πεπρωμένα μιας ολόκληρης εποχής μανιπουλάρονται σύμφωνα με τις στενές θεωρήσεις, με τους άμεσους σκοπούς μικρών δραστήριων ομάδων, και η μάζα των πολιτών το αγνοεί. Αλλά τα γεγονότα που ωρίμασαν ξεχύνονται, το υφασμένο στη σκιά πανί φτάνει στο τέλος του, και τότε φαίνεται πως ο φαταλισμός τα παρασέρνει όλα και όλους, πως η Ιστορία δεν είναι παρά ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη, ένας σεισμός, όπου όλοι είναι θύματα: κι αυτοί που ήθελαν κι αυτοί που δεν ήθελαν, κι αυτοί που ήξεραν κι αυτοί που αγνοούσαν, κι αυτοί που ήταν δραστήριοι, κι αυτοί που ήταν αδιάφοροι. Συνέχεια ανάγνωσης