Οι άνθρωποι είναι οι πράξεις τους

Standard

του Βαγγέλη Παπαδάκη

Άουγκουστ Μάκε, «Κορίτσια κάτω από δέντρα»

Η ιδεολογία δεν αποτελεί μια απατηλή παρανόηση της πραγματικότητας, μια κουρτίνα που μας εμποδίζει να δούμε την αλήθεια. Αν ήταν έτσι, θα αρκούσε να τραβήξουμε την κουρτίνα. Η ιδεολογία βρίσκεται μέσα στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα, που την αναπαράγουμε με τις πράξεις μας, και ενέχει την άγνοιά μας για ό,τι αφορά την ουσία αυτής της πραγματικότητας.

Σε αυτό τον χαρακτήρα της ιδεολογίας εδράζεται ο βιοπολιτικός καπιταλισμός, που επιδιώκει να διαχειριστεί όχι μόνο τον νου, αλλά και το σώμα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων, αποσκοπώντας στη δημιουργία υπάκουων υπηκόων. Η βιοπολιτική, κυρίως μέσα από τη σωματική πειθαρχία, τον συναισθηματικό έλεγχο και τη συμμόρφωση, και λιγότερο μέσα από τις ιδέες, επιδιώκει την ενσωμάτωση των πολιτών στο σύστημα. Όλες οι ιδέες επιτρέπονται, αρκεί οι συμπεριφορές να ελέγχονται. Εκεί αποσκοπεί ο σχεδιαζόμενος από την κυβέρνηση έλεγχος των συγκεντρώσεων και πορειών, εκεί αποσκοπούσε η βίαιη εκδίωξη των «Αγανακτισμένων» από το Σύνταγμα: δεν είχε μόνο πολιτική διάσταση (να πάψουν να υπάρχουν ως πόλος συσπείρωσης της λαϊκής διαμαρτυρίας) αλλά και ιδεολογική: να πάψει η πλατεία να υπαγορεύει μια διαφορετική καθημερινότητα στην πόλη, με τις ιδεολογικές συνέπειες που είχε αυτό.

Τηρουμένων των αναλογιών, «οι πλατείες» είναι σήμερα για την Αριστερά ό,τι ο εκκλησιασμός για τον χριστιανισμό. Σε αυτές, το πλήθος, ανυπάκουο στην πειθαρχία του σώματος που υπαγορεύει η βιοπολιτική του νεοφιλελευθερισμού, αρνούμενο τον συναισθηματικό έλεγχο που ασκεί ο φόβος και μη συμμορφούμενο, παρήγαγε μια αντιστασιακή ιδεολογία. Αντιμετωπίστηκε με τη στυγνή βία, καθώς η εξουσία εξασφαλίζει σήμερα την ιδεολογική της ηγεμονία, κυρίως με τη χρήση της βίας και τον φόβο. Συνέχεια ανάγνωσης

Έρικ Χομπσμπάουμ: ένας άνθρωπος του 20ού αιώνα

Standard

της Βίκυς Καραφουλίδου

 Παρακολουθώντας το έργο του Έρικ Χομπσμπάουμ μπορεί κανείς να ανιχνεύσει μια ιδιαίτερη μέριμνα για την αναζήτηση και τη διασφάλιση μιας αφήγησης συνεκτικής και μεστής νοήματος. Για τον βρετανό ιστορικό, η ιστοριογραφία ως «αίσθηση του παρελθόντος», δηλαδή ως βούληση να κατανοηθεί το χθες με τους δικούς του όρους και να ανιχνευθούν οι αλλαγές και οι μεταμορφώσεις του (E. Hobsbawm, Για την Ιστορία, μτφρ. Π. Ματάλας, Αθήνα 1998, σ. 25), πάντοτε συνδέεται έμμεσα με το παρόν και το μέλλον, με τη θέση μας μέσα στον χρόνο, θέση από την οποία δεν μπορούμε να ποτέ να ξεφύγουμε. Το κατεξοχήν ερώτημα που διαχρονικά διατρέχει τη σκέψη του δεν είναι άλλο –κάθε φορά– από το «πώς φτάσαμε ως εδώ;»

Στον Χομπσμπάουμ, η μαρξιστική μέθοδος ανανεώνει την ιστοριογραφική πρακτική, δοκιμάζει τις προϋποθέσεις της έρευνας, προσανατολίζει εκ νέου τα ζητούμενα της και διευρύνει δυναμικά το πεδίο της επιστήμης. Το αίτημα εξάλλου για μια πρωτίστως οικονομική και κοινωνική, αλλά εν τέλει σφαιρική και καθολική ιστορία, έφερε κοντά τους άγγλους μαρξιστές ιστορικούς του PastandPresent με τα γαλλικά Annales, ως πορείες διακριτές μεν αλλά εφαπτόμενες (στο ίδιο, σ. 220-227). Συνέχεια ανάγνωσης

Η σχέση μεταξύ πολιτικού και κοινωνικού και η «επόμενη μέρα»

Standard

του Μανώλη Μελισσάρη

Αντρέ Φουζερώ, «Μητέρα και παιδί με κόκκινη ποδιά»

Το άρθρο αυτό φιλοδοξεί να θέσει ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο αφενός θα εξηγεί την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και, αφετέρου, θα χρησιμεύει ως πρώτο βήμα για τη θέση ορισμένων αρχών στις οποίες μπορεί να βασιστεί πολιτικά η χώρα από δω και στο εξής και, το κυριότερο, μακροπρόθεσμα.

Ο κεντρικός μου ισχυρισμός είναι ότι η Ελλάδα βιώνει τη μετάβαση από το κοινωνικό στο πολιτικό ως οργανωτικών αρχών, ως εγγυητών της συνοχής και λειτουργίας της. Με τον όρο «κοινωνικό» αναφέρομαι στον χώρο στον οποίο αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο στη βάση ηθικών, θρησκευτικών και άλλων τέτοιων κοινοτήτων και όπου υποχρεώσεις και δικαιώματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τους ουσιαστικούς δεσμούς μεταξύ των μερών. Το «πολιτικό» είναι το πεδίο στο οποίο συνευρίσκονται άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους κι επιχειρούν να θέσουν ένα πλαίσιο για τη συνύπαρξή τους, που δεν θα είναι βασισμένο σε συγκυριακές και ασταθείς κοινότητες, αλλά σε μια πλατφόρμα η οποία θα μπορεί να γίνει οικουμενικά αποδεκτή. Αυτός λοιπόν ο αποχωρισμός του πολιτικού από το κοινωνικό γίνεται με τρόπο τόσο απότομο, που γεννά συγκρούσεις επί βασικών πολιτικών ζητημάτων, όπως και προβλήματα πολιτικής νομιμοποίησης. Το θεμελιώδες ερώτημα, λοιπόν, είναι τι νόημα έχει αυτή η διάσπαση και πώς μπορεί να καθορίσει την «επόμενη μέρα». Συνέχεια ανάγνωσης

Νέοι, εργασία και πολιτική στην Ευρώπη της κρίσης

Standard

και ο  ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικός επιταχυντής της κοινωνικής πρωτοβουλίας

 συνέντευξη του Μιχάλη Βακαλούλη στην Ελένη Τσερεζόλε

Ο Μιχάλης Βακαλούλης (vakaloulis.wordpress.com) διδάσκει θεωρία της συλλογικής δράσης, μεθοδολογία και πολιτική κοινωνιολογία της παγκοσμιοποίησης στο Πανεπιστήμιο Paris VIII. Σπούδασε οικονομία, πολιτικές επιστήμες και είναι διδάκτορας φιλοσοφίας. Πολλές μελέτες του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Το ερευνητικό του πεδίο αφορά τα σύγχρονα προβλήματα των κοινωνικών κινημάτων στη διάδρασή τους με τη θεσμική πολιτική, τη κριτική ανάλυση των σύγχρονων μορφών διαχείρισης των επιχειρήσεων μέσα στη κεφαλαιοκρατική κρίση, τις νέες μορφές πολιτικοποίησης. Η σχέση της νεολαίας με την εργασία και την πολιτική αποτελεί αντικείμενο μιας συγκριτικής κοινωνιολογικής μελέτης που διεξάγει το τελευταίο διάστημα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

 


Albert Gleizes, «Οι λουόμενοι», 1912

Πώς αντιλαμβάνονται οι νέοι εργαζόμενοι τη θέση και την ένταξή τους στο περιβάλλον της επιχείρησης;

Με βάση τα εμπειρικά δεδομένα μια τελευταίας εμπειρικής έρευνας στη Γαλλία, η μεγάλη πλειοψηφία της εργαζόμενης νεολαίας ταλαντεύεται ανάμεσα στην προσωρινή απασχόληση και τον επαγγελματικό νομαδισμό. Η είσοδος στην αγορά εργασίας είναι μια επίπονη και αβέβαιη διαδικασία, γεμάτη εμπόδια, που προϋποθέτει μια εντατική προσωπική κινητοποίηση δεξιοτήτων και δικτύων. Οι νέοι γνωρίζουν ότι για να «πετύχουν» χρειάζεται να μετατραπούν σε «επιχειρηματίες» της ίδιας τους της προαγωγής. Αυτή η ακατάπαυστη επιταγή επικοινωνίας και επαγγελματικής αυτοπροβολής είναι ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό της συλλογικής τους ταυτότητας. Στις σημερινές συνθήκες, η εξεύρεση μιας θέσης απασχόλησης δεν εμφανίζεται σαν θεμελιακό κοινωνικό δικαίωμα, αλλά σαν προσωποποιημένη επίδοση που επικυρώνει την ικανότητα να οργανώνεται η αποδοτική ένταξη στην οικονομική σφαίρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Αρετή/αμαρτία και Χρυσή Αυγή

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Μιχαήλ Άγγελος, «Kαταραμένη ψυχή στην Κόλαση», λεπτομέρεια από την τοιχογραφία της Δευτέρας Παρουσίας στην Καπέλα Σιξτίνα, 1536-1541

Την τελευταία διετία, η Χρυσή Αυγή έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή πολιτική δυναμική, παρά το γεγονός, ή μάλλον και λόγω του γεγονότος, ότι προσφεύγει απροκάλυπτα στη χρήση βίας, εναντίον τόσο των πολιτικών της αντιπάλων όσο και των μεταναστών. Αφετηρία για να ερμηνεύσουμε την άνοδό της, μπορεί να αποτελέσει η ανίχνευση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη δράση και τον λόγο της υποστηρικτές της, οι οποίοι προφανώς προσλαμβάνουν την πρακτική των ξυλοδαρμών ή των απειλών άσκησης φυσικής βίας ως ανεκτές ή ακόμη και αναγκαίες. Με δεδομένο όμως ότι η στρατηγική επιδίωξη της Χρυσής Αυγής, ο μετασχηματισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας σε φασιστικό κράτος, εμπνέει αναμφισβήτητα μια πολύ μικρότερη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας από την εκλογική καταγραφή του 7%, πρέπει να εντοπίσουμε τα σημεία ακροδεξιάς ιδεολογίας, τα οποία, λόγω της συνάφειάς τους με πτυχές του κυρίαρχου λόγου, γίνονται αντιληπτά από αρκετούς πολίτες ως «λογικά».

Ειδικότερα, είναι χρήσιμο να εστιαστεί κανείς στην αντιπροσωπευτική δύναμη που διαθέτουν τα βασικά συνθήματα του χώρου αυτού, δηλαδή το «Έξω οι ξένοι» και το «Αλήτες, προδότες, πολιτικοί», προκειμένου να ερευνήσει πώς  συνδέονται με τον τρόπο που οι άνθρωποι διαπαιδαγωγούνται, από πολύ μικρή ηλικία, να οργανώνουν τη σκέψη τους και να αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικού επιταχυντή της κοινωνικής πρωτοβουλίας

Standard

απόσπασμα από συνέντευξη του  Μιχάλη Βακαλούλη στην Ελένη Τσερεζόλε, που δημοσιεύεται στα Ενθέματα της 17ης Ιουνίου

«Διαδήλωση». Από το μπλογκ pandik.wordpress.com

Η ελληνική κοινωνία έχει εισέλθει εδώ και δύο χρόνια σε περίοδο οικονομικής ασφυξίας και πολιτικής αποσύνθεσης χωρίς προηγούμενο από τα μετεμφυλιακά χρόνια. Αντιπροσωπεύει τον αδύνατο κρίκο της ευρωπαϊκής αλυσίδας όχι λόγω μεγέθους του χρέους της, αλλά γιατί συνδυάζει εκρηκτικές αντιφάσεις: πρωτόγνωρη κοινωνική εξαθλίωση για ανεπτυγμένη χώρα, δέσμευση σε μη υλοποιήσιμες μνημονιακές πολιτικές που φέρνουν πιο κοντά το ενδεχόμενο εξόδου από την ευρωζώνη, ηθικοπολιτική κατάπτωση των διαπλεκόμενων πολιτικών ηγεσιών, κρίση ηθικού μια κοινωνίας που χάνει την εμπιστοσύνη στον ίδιο της τον εαυτό. Η χώρα απογυμνώνεται από την εθνική της κυριαρχία και παραδίδεται στους δανειστές της. Συνέχεια ανάγνωσης

Περί αναίσθητης αυτοχειρίας και κυριαρχίας

Standard

 

 του Τάκη Καφετζή

Για τους δικούς και τους συγγενείς, δεν έχουν καμία σημασία οι πλείστοι όσοι λόγοι που διαφέντευσαν την κίνηση του φιλτάτου προσώπου τους προς την αυτοχειρία. Τους αρκεί η πιστοποίηση του αποτελέσματος της κίνησης. Ό,τι προηγήθηκε θα καταγραφεί ως άλλο ένα δεδομένο στην πειθαρχική στατιστική των εγκληματολογικών χρονικών. Θα καταχωριστεί στα συμβάντα του καθημερινού δελτίου της αστυνομικής γραφειοκρατίας. Θα απασχολήσει κάποιους νοσταλγούς του Ντυρκέιμ, με επίμονο το φλερτ τους προς την ιατροδικαστική. Το πολύ πολύ θα δώσει τροφή στις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις, τον φόβο των χριστιανών στον καφενέ της γειτονιάς.

Οι αυτόχειρες δεν προειδοποιούν για το διάβημά τους. Αφήνουν μερικές φορές ένα σημείωμα, ένα post scriptum δηλαδή. Ως τέτοιο, διαβάζεται συνήθως σαν τεκμήριο μιας ετεροχρονισμένης αυτογνωσίας. Είναι όμως γνωστό πως η αυτογνωσία υπάρχει μόνον μέσα από τη συγχρονία της. Δεν έχει το περιθώριο να αναφαίνεται σε έναν «χρόνο-μετά» την τέλεσή της, εκδιπλώνεται τη στιγμή ακριβώς που επιτελείται. Ίσως γι’ αυτό είναι ευφημισμός ο «ιδανικός αυτόχειρας», κάτι σαν ιδεαλιστικό, ά-χρονο και ά-τοπο ξόρκι του τέλους του.

Στη χώρα, τα τελευταία δύο χρόνια, αυτοί που «είναι στα πράγματα» λένε συνεχώς πως βρίσκονται «με το πιστόλι στον κρόταφο». Εννοούν πως δεν κυβερνούν, απλώς η τύχη τα ’φερε έτσι να διαμεσολαβούν αποφάσεις κάποιων τρίτων. Λογικά, θα είχαν δύο επιλογές. Είτε να πάρουν το πιστόλι και να το γυρίσουν ανάποδα (σ’ αυτούς που τους το κολλάνε στον κρόταφο) είτε να το πάρουν και να τινάξουν μόνοι τους τα μυαλά τους στον αέρα. Στην πρώτη εκδοχή, θα δικαιούντο να μιλήσουν για μια γενναία κίνηση «σωτηρίας της χώρας», στην οποία μάλιστα θα καλούσαν το πλήθος να διατρανώσει τη λύτρωσή του στο πρόσωπό τους. Αν και κάτι τέτοιο θα θύμιζε ρωμαϊκή αρένα, φέρνοντας πολλά προβλήματα σε μια κοινωνία που θέλει να μην κινείται πίσω, στην εποχή της αφτιασίδωτης βαρβαρότητας. Στη δεύτερη εκδοχή, δεν θα μπορούσαν να αναπαρασταθούν post mortem ως ηρωικοί αυτόχειρες, διότι η κίνησή τους δεν είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης-αυτεπίγνωστης επιλογής, αλλά απεγνωσμένη αντίδραση παγιδευμένου ζώου. Οπότε, όμως, δεν υπάρχει και κανένας λόγος να λένε ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, υπηρετούν τη σωτηρία της πατρίδας — απλώς, πασκίζουν να μην περιβληθεί ελεεινά η υστεροφημία τους, ή, καλύτερα, να μην πεταχτεί στα σκυλιά ό,τι απέμεινε από το σαρκίο τους. Συνέχεια ανάγνωσης