Για την κουλτούρα του νέου ριζοσπαστισμού

Standard

 ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ –  ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 του Νικόλα Σεβαστάκη

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Μετά από καιρό επανέρχομαι στα φιλόξενα ύδατα των «Ενθεμάτων». Με κάποιες σκέψεις για τα αποτυπώματα της κρίσης στο ήθος του ριζοσπαστισμού, εννοείται φυσικά του αριστερού ριζοσπαστισμού.

 Ποια είναι η συγκεκριμένη αιχμή αυτού του προβληματισμού; Πολλούς μήνες τώρα με απασχολεί το ποιες αισθητικές κλίσεις και αναγνωστικές πρακτικές αναπτύσσονται κάτω από τους κλυδωνισμούς της κρίσης. Αντλώ κυρίως από τις εμπειρίες μου στo πανεπιστήμιο κυρίως όμως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις με ανθρώπους, κατά τεκμήριο νεότερους στην ηλικία, οι οποίοι κινούνται στους χώρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Έχω διαπιστώσει λοιπόν το εξής: στο ευρύ πεδίο της κουλτούρας βλέπω να αναβιώνουν στάσεις δογματικής σκλήρυνσης σε ιδέες και συναισθήματα. Συναντώ έναν τύπο ριζοσπαστικού κοινού νου ο οποίος έχει την τάση να χειρίζεται όλες τις πληροφορίες και τα περισσότερα από τα ερεθίσματά του μέσα από ένα πρίσμα πολεμικό και εργαλειακό. Αυτό παράγει μια σειρά αποτελέσματα για την παιδεία του αριστερού: μεγάλες περιοχές της πολιτισμικής δημιουργίας αντιμετωπίζονται περίπου ως πολυτέλειες οι οποίες, σύμφωνα με το γνωστό «ιστορικό» επιχείρημα, δεν ανταποκρίνονται πια στις νέες κοινωνικές ανάγκες. Οποιαδήποτε σκέψη, έργο ή γλώσσα δεν παραπέμπει, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στη διάφανη λογική ενός αιτήματος εναντίωσης ή μιας οπτικής της χειραφέτησης, χρεώνεται τα αμαρτήματα της παραπλανημένης ιδεολογίας: ατομικισμούς, αφελείς ανθρωπισμούς, «αστικές» ηθογραφίες κλπ. Ας πάω όμως σε ορισμένα, φαινομενικά σκόρπια, παραδείγματα-εικόνες. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ουτοπία, εκεί έξω, στους δρόμους

Standard

του Αντώνη Λιάκου

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Το μυστήριο καιη  μελαγχολία ενός δρόμου", 1914

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Το μυστήριο καιη μελαγχολία ενός δρόμου», 1914

 Την Τετάρτη 22 Μαΐου απονεμήθηκαν τα κρατικά λογοτεχνικά βιβλία 2012 (για βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2011), στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Δημοσιεύουμε στη συνέχεια όσα είπε ο Αντώνης Λιάκος (στον οποίο δόθηκε το βραβείο δοκιμίου-κριτικής για το βιβλίο του Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία: Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης (εκδ. Πόλις).

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 Θα ήθελα να ευχαριστήσω την επιτροπή που επέλεξε να τιμήσει ένα ιστορικό βιβλίο. Νομίζω πως οι δίαυλοι ανάμεσα στην Ιστορία και τη λογοτεχνία, που ποτέ δεν έπαψαν να λειτουργούν υπόγεια και εκλεκτικά, θα πρέπει και θεσμικά να ανοίξουν. Άλλωστε, η ιστοριογραφία υπήρξε στην αρχαιότητα κλάδος της ρητορικής, στην Αναγέννηση μιλούσαν για Arte Historica, σήμερα λέμε για την ποιητική της Ιστορίας. Σε μια εποχή ανοιγμάτων, ας ανοίξουν όλα τα βραβεία σε έργα μεστά ιδεών και σκέψεων. Η Ιστορία δεν είναι απλώς η αποτύπωση του παρελθόντος· είναι μια δημιουργική σχέση με το παρελθόν.

Αυτή τη δημιουργική σχέση με το παρελθόν την έχουμε ανάγκη όταν το παρελθόν καταστρέφεται όπως η Νινευή, και εμείς, ως άλλοι Λωτ, καιγόμαστε από την επιθυμία να στραφούμε πίσω, να το κοιτάξουμε, αλλά ταυτόχρονα όρος της διάσωσής μας είναι να το ξεχάσουμε. Σ’ αυτή την αμφιθυμία απαντά δημιουργικά και η Ιστορία και η λογοτεχνία. Εκείνη τουλάχιστον που δεν φοβάται την ετερότητα στα παγκάκια των πλατειών και δεν υποκύπτει στην κοινοτοπία του καθημερινού κακού, του «ηθικού πανικού» που δημιουργεί η εξουσία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Συνέχεια ανάγνωσης

Θρυμματισμένοι καιροί: κουλτούρα και κοινωνία στον 20ό αιώνα

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος

6-HOBSBWAM-aΤις επόμενες μέρες κυκλοφορεί, από τις εκδόσεις Θεμέλιο, σε μετάφραση Νίκου Κούρκουλου, το βιβλίο του Έρικ Χομπσμπάουμ Θρυμματισμένοι καιροί. Η μεταθανάτια αυτή συλλογή δοκιμίων, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά μόλις πριν ένα μήνα, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, σχετικά με την κουλτούρα και την κοινωνία του 20ού αιώνα: ο Καρλ Κράους, η αρ νουβώ, ο μύθος του καουμπόι, η ποπ, τα φεστιβάλ του 21ου αιώνα, οι σχέσεις τέχνης και επανάστασης μετά το 1917, οι δεσμοί τέχνης και εξουσίας είναι ορισμένα από τα θέματα που θίγονται με τον γνωστό συναρπαστικό τρόπο του Χομπσμπάουμ. Προδημοσιεύουμε σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από τον Πρόλογο και μικρά αποσπάσματα από τρεις κριτικές: του Mark Mazower (Financial Times, 29.3.2013), του Jonathan Derbyshire (The New Statesman,9.4.2013) και του Roy Foster (The Irish Time, 13.4.2013).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κολάζ του Κουρτ Σβίτερς, 1947

Κολάζ του Κουρτ Σβίτερς, 1947

Λίγες σελίδες είναι πιο οικείες σήμερα από την προφητική περιγραφή του Καρλ Μαρξ για τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της δυτικής καπιταλιστικής βιομηχανοποίησης. Όμως, καθώς ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός του 19ου αιώνα εγκαθίδρυε την κυριαρχία του πάνω σ’ έναν πλανήτη τον οποίο έμελλε να μεταμορφώσει μέσω της κατάκτησης, της τεχνολογικής υπεροχής και της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας του, κουβαλούσε μαζί του κι ένα ισχυρού γοήτρου φορτίο από δοξασίες και αξίες, που θεωρούνταν φυσιολογικά ανώτερες από άλλες. Ας τις ονομάσουμε «ευρωπαϊκό αστικό πολιτισμό», έναν πολιτισμό που δε συνήλθε ποτέ από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι τέχνες και οι επιστήμες ήταν εξίσου κεντρικές όσο και η πίστη στην πρόοδο και την εκπαίδευση γι’ αυτήν τη σίγουρη για τον εαυτό της κοσμοθεωρία, και αποτέλεσαν πράγματι τον πνευματικό πυρήνα που αντικατέστησε την παραδοσιακή θρησκεία. Γεννήθηκα και μεγάλωσα μέσα σ’ αυτόν τον «αστικό πολιτισμό», ο οποίος συμβολίζεται παραστατικά στο μεγάλο δακτύλιο από δημόσια κτίρια των μέσων του 19ου αιώνα που περιβάλλουν το παλιό μεσαιωνικό και αυτοκρατορικό κέντρο της Βιέννης: το Χρηματιστήριο, το Πανεπιστήμιο, το Burgtheater, το μνημειακό Δημαρχείο, το κλασικό Κοινοβούλιο, τα τιτάνια μουσεία της ιστορίας της τέχνης και της φυσικής ιστορίας, το ένα αντίκρυ στο άλλο, και φυσικά την καρδιά κάθε αστικής πόλης εκείνου του αιώνα που σεβόταν τον εαυτό της, τη Μεγάλη Όπερα. Αυτοί ήταν οι τόποι όπου οι «καλλιεργημένοι άνθρωποι» ασκούσαν τη λατρεία τους στους βωμούς της κουλτούρας και των τεχνών. Μια εκκλησία του 19ου αιώνα προστέθηκε στο φόντο μόνο σαν όψιμη παραχώρηση προς το δεσμό μεταξύ Εκκλησίας και αυτοκράτορα.

Όσο πρωτόφαντο κι αν ήταν, αυτό το πολιτιστικό σκηνικό είχε βαθιές ρίζες στην παλιά ηγεμονική, βασιλική και εκκλησιαστική κουλτούρα πριν τη Γαλλική Επανάσταση, δηλαδή στον κόσμο της εξουσίας και του μεγάλου πλούτου, τους κλασικούς πάτρωνες των υψηλών τεχνών και θεαμάτων. Επιβιώνει ακόμα σε σημαντικό βαθμό μέσα από τη διασύνδεση παραδοσιακού κύρους και οικονομικής δύναμης, που επιδεικνύεται σε δημόσιο θέαμα, αλλά δεν περιφράσσεται πια από την κοινωνικά αποδεχτή αύρα της γέννησης ή της πνευματικής αυθεντίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κριτική για τους «Θρυμματισμένους καιρούς» του Ε. Χομπσμπάουμ

Standard

Αποσπάσματα από τρεις κριτικές για το βιβλίο του Χομπσμάουμ: του ιστορικού  στο Columbia Mark Mazower (Financial Times, 29.3.2013), του δημοσιογράφου Jonathan Derbyshire, αρχισυντάκτη πολιτιστικών του περ. The New Statesman, (The New Statesman, 9.4.2013) και του ιστορικού στο Hertford College της Οξφόρδης Roy Foster (The Irish Time, 13.4.2013). Οι τίτλοι είναι των «Ενθεμάτων»

«Παγκοσμιοποιημένος» πριν την παγκοσμιοποίηση

του Μαρκ Μαζάουερ

Έργο του Ρ. Χάουσμαν

Έργο του Ρ. Χάουσμαν

Μετά τον θάνατο του Έρικ Χομπσμπάουμ, πέρσι, ακούστηκαν πολλά εγκώμια για τον ευρυμαθέστατο ιστορικό, αλλά και αρκετές κριτικές, που σε ορισμένες περιπτώσεις άγγιζαν την περιφρόνηση, για τον απολογητή του κομμουνισμού. Ούτε τα εγκώμια ούτε οι κριτικές όμως κατάφεραν να μας δείξουν την σημασία του Χομπσμπάουμ ως διανοητή. Και τώρα έρχεται αυτή η μεταθανάτια συλλογή διαλέξεων, δοκιμίων και κριτικών — που μοιάζει μάλλον ένα πολύχρωμο πανέρι με κείμενα, με κύριο θέμα τις αλλαγές στην κουλτούρα και τις ιδέες τα τελευταία 200 χρόνια. Οι περισσότεροι αναγνώστες θα βρουν και εδώ τη διεισδυτική οπτική του Χομπσμπάουμ, όπως την ξέρουν και από τα έργα του για τη Βιομηχανική Επανάσταση και την εξάπλωση του ιμπεριαλισμού. Όμως, το πραγματικό ενδιαφέρον του τόμουέγκειται, κατά τη γνώμη μου, σε όσα μας δείχνει για τον ίδιο τον άνθρωπο, στο ότι μας θυμίζει πόσο ιδιαίτερος και σπουδαίος ιστορικός ήταν.

«Παγκοσμιοποιημένος» ο ίδιος, πολύ προτού η λέξη γίνει κλισέ, καθώς η σκέψη και η γραφή του κινούνταν με άνεση στις ηπείρους και τους ωκεανούς του πλανήτη. Ας σταθούμε σε μία μόνο παράγραφο από τους Θρυμματισμένους καιρούς, που αναφέρεται στη μελέτη των θρησκειών σε όλο τον κόσμο: σε λίγες φράσεις, ανασκοπεί τον χαρισματικό προτεσταντισμό στην Αμερική, την αναβίωση του ισλαμισμού στην Ινδονησία, τις ωδίνες του τοκετού της Ορθοδοξίας και του καθολικισμού στο πρώην σοβιετικό μπλοκ, τη συνεχιζόμενη εκκοσμίκευση στην εκβιομηχανισμένη Δύση. Ευτυχώς για όλους μας, παραδέχεται ταπεινά ότι η γνώση του για τον βουδισμό στην Ταϋλάνδη είναι περιορισμένη. Το χρονολογικό εύρος είναι ίσως λιγότερο εντυπωσιακό — αν και κάθε μελετητής που θα μπορεί να γράψει, ταυτόχρονα, για την αγροτική οικονομία της Ευρώπης και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στον 21ο αιώνα θα αισθανόταν τουλάχιστον ίλιγγο.

Η γνώριμη αφήγηση του Χομπσμπάουμ, με τον ιδιαίτερο παιχνιδιάρικο τρόπο του, είναι πανταχού παρούσα στους Θρυμματισμένους καιρούς, και μερικές φορές πρέπει να τσιμπηθούμε για να θυμηθούμε ότι κάποια από τα κείμενα του τόμου γράφτηκαν από έναν άνθρωπο που είχε περάσει τα ενενήντα. Γιατί οι δισεκατομμυριούχοι αγοράζουν ποδοσφαιρικές ομάδες και δεν φτιάχνουν όπερες; Τι έχουν να μας πουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Λονδίνου το 2012 για τις εθνικές εορτές; Γιατί δεν υπάρχει στην Κίνα κάτι αντίστοιχο με τα αμερικάνικα ράντσα; Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, συνεχίζονταν, μέχρι το τέλος.

 

Μελαγχολία και ενσυναίθηση

του Τζόναθαν Ντερμπυσάιρ

Σε μια κριτική για το βιβλίο του συνοδοιπόρου του ιστορικού Ράφαελ Σάμιουελ με θέμα τον χαμένο κόσμο του βρετανικού κομμουνισμού (Raphael Samuel, The Lost World of Communism, 1986), o Xομπσμπάουμ εξήρε τη «μελαγχολική ενσυναίσθηση» (melancholy empathy) του συγγραφέα «για ένα αμετάκλητα χαμένο παρελθόν». Οι Θρυμματισμένοι καιροί, το τελευταίο έργο του Χομπσμπάουμ, διαθέτει ένα ανάλογο χαρακτηριστικό — αν και αυτή η μελαγχολική ικανότητα ενσυναίσθησης δεν αφορά, εδώ, το βρετανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου έγινε μέλος όταν έφτασε στην Αγγλία από το Βερολίνο, σε ηλικία δεκαπέντε ετών το 1933, αλλά την τέχνη και τον πολιτισμό της «αστικής κοινωνίας», που κατέρρευσε μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Συνέχεια ανάγνωσης

Χειμώνας στην Αθήνα

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Ο Παρθενώνας μετά τη βροχή. Φωτογραφάι του Φρεντ Μπουασονά, αρχές του 20ού αιώνα

Ο Παρθενώνας μετά τη βροχή. Φωτογραφάι του Φρεντ Μπουασονά, αρχές του 20ού αιώνα

Χειμώνας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στην πρωτεύουσα. Δεν υπήρξαν τάχα «αντίδοτα»;  Έστω «βραχύπνοα», ως προς το χρόνο ανάλωσής τους, και πάντως «μακρόπνοα» ως προς τον προβληματισμό που έθεταν; Άνετα κρατώ σημειώσεις, μια και το έλυτρον του αντίχειρα έχει επαναλειτουργήσει πλήρως χάρη στη γενναιόδωρη χειρουργική δεξιοτεχνία του Παναγιώτη Σουκάκου. Έτσι απομνημονεύω τα εξής:

α) Την κινηματογραφική παράσταση «Το κεφάλαιο» του Κώστα Γαβρά, ως «αντίσταση στη χυδαιότητα» της οικονομικής εξουσίας που επαυξάνει το τραπεζικό κεφάλαιο. Συνέχεια ανάγνωσης

Πέρα από την τιμωρία και το δράμα

Standard

Για ένα νέο πολιτισμικό υπόδειγμα

του Νικόλα Σεβαστάκη

Έργο του Henri Manguin, 1906

Στο Σημειωματάριο ενός κριτικού, ο αμερικανός κριτικός λογοτεχνίας Ίρβινγκ Χάου προτείνει τον όρο τιμωρητικό μυθιστόρημα (punitive novel) για να χαρακτηρίσει εκείνες τις μυθοπλασίες στις οποίες κυριαρχεί, σχεδόν δεσποτικά, ο πόνος και η ενοχή.[1] Σε αυτή τη λογοτεχνία, διατείνεται, η συσσώρευση μαρτυρίων φτιάχνει έναν «κανόνα του πόνου» ο οποίος υπονομεύει κάθε λυτρωτικό στοιχείο.  Η αφήγηση εξαντλείται στο να μεταδίδει στον αναγνώστη έντονη δυσφορία και πόνο, δίχως να προχωρεί πιο πέρα, αποδίδοντας, λογοτεχνικά, την «πληρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης».

Το λυτρωτικό στοιχείο δεν πρέπει να ταυτίζεται εδώ με το happy ending, τη μαγική επίλυση των δραματικών συγκρούσεων με την οποία ανταμείβεται, ενίοτε, ο υπομονετικός αναγνώστης. Το ζήτημα το οποίο θέτει ο Χάου είναι η πραγματική «των παθημάτων κάθαρσις», και  όχι η εξάλειψή τους σε ένα φινάλε απατηλής εκπλήρωσης.

Από μια άποψη πιστεύω ότι αντιμετωπίζουμε σήμερα ένα ανάλογο πρόβλημα. Το μυθιστόρημα της ελληνικής κρίσης τείνει, όλο και περισσότερο, να λάβει τον χαρακτήρα και το ύφος μιας «τιμωρητικής νουβέλας». Οι εξιστορήσεις απωλειών και η περιγραφή των συλλογικών και προσωπικών μας δεινών αντιστοιχούν σε έναν «κανόνα του πόνου». Έτσι, οι μνημονιακές δυνάμεις επιμένουν στην καθολική ενοχή και η Αριστερά στην ενοχή συγκεκριμένων συμφερόντων και πρακτικών. Οι πρώτες χειρίζονται τον πόνο για να νομιμοποιήσουν τα χειρουργεία των αλλεπάλληλων μέτρων. Και η Αριστερά όμως, παρά τις αναφορές στην ελπίδα, δείχνει κυρίως προς τα σημάδια των καταστροφών που επήλθαν και προς αυτές που, μάλλον, θα συμβούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμες της Βαϊμάρης

Standard

 Ο Έρικ Χομπσμπάουμ θυμάται τα εφηβικά  του χρόνια, στο  ταραγμένο και συναρπαστικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μας περιγράφει τη βερολινέζικη κουλτούρα του Μεσοπολέμου, το πολιτικό κλίμα,  την  άνοδο του Χίτλερ.

 του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος

Πότσνταμερ Πλατς, δεκαετία του 1920

Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο  τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς  μου, τα χρόνια 1931-33, ως  γυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη  θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Το φθινόπωρο  του 2007 μου ζήτησαν να θυμηθώ εκείνη την εποχή σε μια διαδικτυακή γερμανική συνέντευξη, με τίτλο «Ich bin ein Reisefuehrer in die Geschichte» («Είμαι ένας ξεναγός στην Ιστορία»). Μερικές βδομάδες αργότερα μίλησα στο ετήσιο δείπνο των αποφοίτων –όσων ζουν ακόμα–  του σχολείου όπου φοίτησα όταν ήρθα στη Βρετανία, του St Marylebone Grammar School, το οποίο δεν υπάρχει πια· στην ομιλία μου,  προσπάθησα να εξηγήσω τις αντιδράσεις ενός δεκαπεντάχρονου που τον κουβάλησαν ξαφνικά σε τούτη τη χώρα, το 1933. «Φανταστείτε», είπα στα υπόλοιπα μέλη των Old Philologians, του συλλόγου των αποφοίτων του σχολείου,  «ότι είστε  ανταποκριτής μιας εφημερίδας με έδρα στο Μανχάταν, κι ο εκδότης  σας ξαποστέλνει στην Ομάχα της Νεμπράσκα! Έτσι ένιωσα όταν πρωτοέφτασα στην Αγγλία, αφού είχα ζήσει  δύο  περίπου χρόνια στο απίστευτα συναρπαστικό, το φίνο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με το διανοητικά και πολιτικά εκρηκτικό κλίμα. Η Αγγλία ήταν μια τρομακτική απογοήτευση για μένα».

Άρθουρ Κάουφμαν, «Τρία κορίτσια στο παράθυρο», 1927

Το εξώφυλλο του εξαιρετικού, και θαυμάσια εικονογραφημένου,  βιβλίου του Έριχ Βάιτς Η Γερμανία της Βαϊμάρης: υπόσχεση και τραγωδία ανακαλεί πολλές μνήμες. Απεικονίζει την παλιά Πότσνταμερ Πλατζ  πολύ προτού καταλήξει  ένας σωρός ερειπίων στα χέρια του Χίτλερ ή σε  δείγμα της «ντίσνεϋλαντ αρχιτεκτονικής»,   στην επανενωμένη Γερμανία. Βέβαια, τα café της πλατείας,  γεμάτα με  άντρες που φορούσαν ρεπούμπλικες, όπως ο θείος μου, δεν ήταν το στέκι των Βερολινέζων εφήβων.  Ο λογισμός μας έτρεχε  μάλλον σε  βάρκες στη λίμνη Βάνζεε, η οποία, τότε ακόμα, δεν παρέπεμπε στην έννοια της σχεδιασμένης γενοκτονίας.

 

Το διεθνές ενδιαφέρον για τη Βαϊμάρη και την κατάλυσή της από τον Χίτλερ

 Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς (παρότι αυτό υπήρξε κεντρικό μοτίβο της ρητορικής του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια της πληθώρας των εκλογικών αναμετρήσεων, οι οποίες –οποία ειρωνεία!–   έλαβαν  χώρα κατά το τελευταίο της έτος), ότι η Δημοκρατία διήρκεσε μόλις δεκατέσσερα χρόνια, από τα οποία μονάχα τα έξι, συμπιεσμένα ανάμεσα στα ματωμένα χρόνια της γέννησής της και την τελική καταστροφή του Μεγάλου Κραχ, διέθεταν μια επίφαση κανονικότητας. Το τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι, εν πολλοίς, μεταθανάτιο και σχετίζεται με την κατάλυσή της από τον Χίτλερ. Γιατί αυτό ακριβώς  το γεγονός πυροδότησε τα ερωτήματα για  την άνοδο του Χίτλερ  στην εξουσία, καθώς και το αν αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί, ερωτήματα τα οποία συζητιούνται ακόμα έντονα στους κόλπους των ιστορικών. Συνέχεια ανάγνωσης

Μεγάλου ενδιαφέροντος, αλλά όχι αρχαιολογικού…

Standard

 του Στρατή Μπουρνάζου

Από την καμπάνια του ΣΕΑ

Δεν ξέρουμε ακόμα το σκεπτικό με το οποίο το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) δεν επέτρεψε να προβληθεί στην τηλεόραση το σποτάκι του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ), το οποίο ήδη κάνει τον γύρο του διαδικτύου. Εν αναμονή λοιπόν της δημοσιοποίησής του (γιατί έχει σημασία όχι μόνο η απόφαση, αλλά και στο σκεπτικό της), θα ήθελα να σταθώ δύο σημεία.

Το πρώτο είναι ότι το σποτάκι αποτελεί μέρος μιας μεγάλης καμπάνιας του ΣΕΑ, για τη στήριξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας η οποία απειλείται από τις περικοπές του ΔΝΤ, με τίτλο «Τα Μνημεία δεν έχουν φωνή, εσύ έχεις. Ευρώπη χωρίς μνήμη-Ευρώπη χωρίς μέλλον», που ξεκίνησε, βρίσκοντας σημαντική απήχηση διεθνώς, στις αρχές του 2012. Και η καμπάνια, με τη σειρά της, δεν έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία: αποτελεί οργανικό κομμάτι της όλης δραστηριότητας του ΣΕΑ. Ο Σύλλογος των Αρχαιολόγων, τα τελευταία χρόνια, με πρωτοβουλία του νέου του διοικητικού συμβουλίου και της προέδρου του, Δέσποινας Κουτσούμπα, γνωρίζει μια αληθινή άνθηση. Ο πιο εύκολος τρόπος να το διαπιστώσει κανείς είναι μια βόλτα στο κτίριο του Συλλόγου στην Ερμού: διαλέξεις και προβολές ταινιών, εργαστήρια, μαθήματα, σεμινάρια και μπαζάρ, όχι μόνο των Αρχαιολόγων, αλλά και άλλων, καθώς σε μια λογική ανοιχτής πολιτικής παραχωρούν τον χώρο για εκδηλώσεις — με λίγα λόγια, αν προσθέσουμε τις μαχητικές παρεμβάσεις και τις τεκμηριωμένες θέσεις, μια μικρή κοσμογονία. Μια πραγματικότητα, παρεμπιπτόντως, που πόρρω απέχει από το στερεότυπο της «συντεχνίας» των θορυβοποιών και τεμπέληδων συνδικαλιστών. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τον πολιτισμό: Κάποιες πρώτες, κι ελπίζω όχι πολύ σκόρπιες, σκέψεις

Standard

του Νίκου Πολίτη

Έργο του Νίκου Εγγονόπουλου

Αφορμή για τούτο το σημείωμα στάθηκε η πρόσκληση του Παύλου Κρέμου να μιλήσω την Κυριακή 10 Ιουνίου στον «Εύμαρο», μαζί μ’ άλλους, για το θέμα. Συνήθως τέτοιες ημερίδες είναι λίγο ως πολύ αναμενόμενες, άρα λίγο ως πολύ βαρετές. Εκείνη τη φορά όμως ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε, την επόμενη μέρα απ’ τις εκλογές, να ’χει πρόγραμμα και για τον πολιτισμό. Αυτό λειτούργησε ως πρόκληση, αφού επί πολλά χρόνια ήμασταν αυτοί που αιτούνται και φωνάζουν –ή λαμβάνουν και προσωρινώς ησυχάζουν–, ενώ τώρα θα πρέπει εμείς οι ίδιοι να διαμορφώσουμε μια συνολική πρόταση. Αφορμή επίσης μού δίνει και το εννεασέλιδο φυλλάδιο του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό. Σημειώνω πως στη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του προγράμματος, για τον πολιτισμό δεν ακούστηκε κουβέντα. Επίσης σημειώνω πως διέφυγε αυτή η παράλειψη απ’ όλους τους επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ, λυσσασμένους και μη. Ας είναι. Ή μάλλον ας διορθώσουμ’, έστω και λίγο, αυτή την αντίληψη. Συνέχεια ανάγνωσης

Περιεχόμενα 20.11

Standard

Τεχνοκρατία, κοινωνικός αυταρχισμός και «συναίνεση»: Νικόλας Σεβαστάκης

 H συστημική κρίση. Το χάσμα κοινωνίας και πολιτικών ελίτ: Πολυμέρης Βόγλης

Δεν αρκεί να ρίξεις τον «καβαλιέρε» – πρέπει να πέσει και το άλογο: Πιέτρο Καστελι, Κατερίνα Φρόιο (Collettivo Prezzemolo)

 ΤΑ ΛΕΡΩΜΕΝΑ, Τ’ ΑΠΛΥΤΑ, ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΠΛΥΜΕΝΑ: ΤΟ ΛΑΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΠΛΥΜΑ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ

Ημερολόγιο αποπληξίας: Γιάννης Χάρης

Ο σωτήρας του συστήματος: Δημήτρης Ψαρράς

Πήραμε χαμπάρι;: Μαριάννα Δήτσα

Ο ΛΑΟΣ στην εξουσία: Νίκος Θεοτοκάς

Τελικά, «εκτός» ή «εντός συνταγματικού τόξου»;: Δημήτρης Χριστόπουλος

 Η Οικονομική Ιστορία του Ελληνικού Κράτους: Συνέντευξη του Θανάση Καλαφάτη

Άι, Νικαράγουα, Νικαραγουίτα…: Κώστας Αθανασίου

Στα εγκαίνια της κοριτσίστικης ελικιάς. Ένα αθησαύριστο (;) νεανικό ποίημα του Κ. Βάρναλη: Νίκος  Σαραντάκος

Βραδιά Αντιμνημονιακής Ποίησης στο μπαρ των «Ενθεμάτων»

Standard

Την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου, από τις 9 το βράδυ κι ώσπου ο κόκορας ν΄ αναφωνήσει τρ(ε)ις, τα «Ενθέματα» και το Red Notebook τιμούν το έπος του ΄40 με μια ξεχωριστή βραδιά, αφιερωμένη στην αντιμνημονιακή ποιητική δημιουργία.

Αφουγκραζόμενοι τις αγωνίες των σύγχρονων Καρυωτάκηδων, παραμερίζοντας για να περάσουν οι Σεφέρηδες του καιρού μας και κλίνοντας το γόνυ ευλαβικά μπροστά στις νέες Μυρτιώτισσες, βάζουμε το λιθάρι μας στην οικοδόμηση του νέου ΕΑΜ, υψώνοντας το λάβαρο του λογισμού και του ονείρου, ανοίγοντας τα παραθύρια της ψυχής, να μπούνε μέσα οι στίχοι.

Θα απαγγελθούν ποιήματα γραμμένα αποκλειστικά για τη βραδιά ανάλεκτα ΟΑΚΚΕ, αποσπάσματα από συνθέσεις της Βιργινίας Δαπόντε-Ρεκτιφιέ, αλλά και στίχοι του σημαντικού αντιμνημονιακού ποιητή Πότη Κατράκη, σε μια προσπάθεια υπέρβασης των παρωχημένων διαιρέσεων που μάτωσαν, σ΄ άλλους καιρούς, το εθνικό μας σώμα.

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς θα είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στους υπερρεαλιστές,  ενώ στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα διαβαστούν, με κριτική διάθεση, έργα δημιουργών της άλλης όχθης: ερωτικός Θόδωρος Πάγκαλος, λυρικός Σπύρος Βούγιας, μεταπολιτικός Τηλέμαχος Χυτήρης.

Χορηγός επικοινωνίας της βραδιάς: Εκδόσεις Τροϊκανός. Συνέχεια ανάγνωσης

Πέφτει η αυλαία για το το «Αμφι-Θέατρο»;

Standard

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ Ι. ΑΣΔΡΑΧΑ, ΤΟΥ ΣΠ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ, ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΤΣΑ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ ΔΕΠ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

 

Ο Σπύρος Ευαγγελάτος

Η πρόσφατη απόφαση του Σπύρου Ευαγγελάτου να προχωρήσει στην αναστολή των εργασιών του «Αμφι-Θεάτρου», για οικονομικούς λόγους, είναι ένα γεγονός που όχι μόνο κινητοποίησε τους θεατρόφιλους και ευρύτερα τους ανθρώπους που νοιάζονται για τον πολιτισμό, αλλά επιπλέον φέρνει, με δραματικό τρόπο, στο προσκήνιο το μέγα ζήτημα της κρατικής χρηματοδότησης και πολιτικής για το θέατρο και τον πολιτισμό — που όλο και συχνότερα αντιμετωπίζονται ως «πολυτέλεια» από την πολιτεία. Όσον αφορά συγκεκριμένα το «Αμφι-Θέατρο», η συνεισφορά του στη θεατρική παιδεία και πολιτισμό μας είναι δεδομένη, στα τριάντα έξι χρόνια της λειτουργίας του. Θυμίζουμε ότι κάλυψε ένα μεγάλο φάσμα κλασικού ρεπερτορίου (από τους αρχαίους τραγικούς μέχρι Σαίξπηρ, Μολιέρο, Σίλλερ, Μπύχνερ, Ίψεν, Τσέχοφ, Πιραντέλο, Στρίντμπεργκ και πολλούς άλλους), ενώ πρέπει να τονιστεί και η παρουσίαση σχεδόν άγνωστων και πολύ λίγο παιγμένων έργων της νεοελληνικής γραμματείας (κρητικό θέατρο, Κατσαΐτης, Μοντσελέζε κ.ά.). Επίσης, δεν πρέπει να λησμονήσουμε τη διεθνή παρουσία του, καθώς τα περίφημα προγράμματά του, που συμπεριελάμβαναν, εκτός των άλλων στοιχείων και το πλήρες κείμενο. Ζητήσαμε την άποψη για το ζήτημα του Σπύρου Ευαγγελάτου, του σκηνογράφου Γιώργου Πάτσα (για πολλά χρόνια συνεργάτη του «Αμφι-Θεάτρου») και του ιστορικού Σπύρου Ι. Ασδραχά, παλαιού και καλού φίλου των «Ενθεμάτων». Δημοσιεύουμε επίσης ένα σχετικό κείμενο μελών ΔΕΠ του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στρ. Μπ.

 

Το Αμφι-Θέατρο ή για Λακεδαιμονίους θα μιλάμε τώρα;

Του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 

Αφίσα του Γιώργου Πάτσα για τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη (1978)

Θεωρώ ότι είναι μια χαρακτηριστική πράξη πνευματικής αντίστασης η συνηγορία σας υπέρ του Αμφι-Θεάτρου, που το δημιούργησε ο Σπύρος Αντιόχου Ευαγγελάτος, η σκηνοθετική ευρηματικότητα του οποίου έχει τη συνέχειά της στην ιδιοπροσωπία της θυγατέρας του Κατερίνας.

Δεν είμαι θεατρολόγος και, το χειρότερο, από καιρό δεν παρακολουθώ αμέσως τις εκδηλώσεις της καλλιτεχνικής μας ζωής. Διαβάζω και ακούω περισσότερο παρά βλέπω και συμπαρίσταμαι. Ωστόσο, δεν είναι προπέτεια να διατυπώσω μια γνώμη, εκείνη του ερασιτέχνη ακροατή και δέκτη.

Δεν έχω, συνεπώς, την αρμοδιότητα να μιλήσω για το θεατρικό εγχείρημα του Σπύρου Ευαγγελάτου και της συντρόφου της ζωής του, της Λήδας Τασοπούλου. Θα πω μόνο ότι ο Σπύρος Ευαγγελάτος δεν είναι μόνο δημιουργικός άνθρωπος του θεάτρου και θεατρολόγος. Είναι συγχρόνως κάτοχος μιας ευρύτερης παιδείας, φιλολογικής και ιστορικής. Αυτή την παιδεία μεταρσίωσε σε πράξη αισθητική, ως σκηνοθέτης και επιλογέας των έργων που ανέβασε στο παλκοσένικο: ανήκουν σε πολλά θεατρικά είδη και σε επίσης πολλές εποχές. Αν δεν προδίδω το σκεπτικό του, νομίζω ότι γι’ αυτόν, όπως ανάμεσα σε άλλους και για τον Θεοδόση Μουστοξύδη, αντικείμενο της Αισθητικής δεν είναι η διατύπωση των κανόνων του Ωραίου, αλλά οι αντιλήψεις για το ωραίο και οι εφαρμογές τους: πρόκειται για πρόβαση ιστορική και για πρόσληψη από την πλευρά των δεκτών που προϋποθέτει την αίσθηση της Ιστορίας, δηλαδή την ποιοτική διαφορετικότητα της χρονικότητας, παρά την ύπαρξη ενός υφέρποντος ενοποιητικού νοήματος.

Τούτο σημαίνει ότι η πλησμονή των μορφών οδηγεί στην ανατροπή τους, και συνολικώς στη διαφοροποίηση του περιεχομένου και της μορφής των έργων της Τέχνης, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι η επικράτηση μιας μορφής σβήνει τις υπόλοιπες, ότι η μόδα καταργεί το Πνευματικό συνεχές στο όνομα κάποιου διαχρονικού Ωραίου.

Αναμηρυκάζω αυτές τις κοινοτοπίες, για να πω ότι ο Σπύρος Ευαγγελάτος τόλμησε να αναπαραστήσει έργα εκτός μόδας και εκτός της αχρονικής αντίληψης για το απόλυτο Ωραίο: συμπεριφέρθηκε ως ιστορικός που θέλησε να εδραιώσει στο πεδίο του την ιστορικοκρατούμενη αυτογνωσία· δεν έκανε «μουσειακές» αναπαραστάσεις, αλλά μετέγραφε το θεατρικό κείμενο σε μια σύγχρονη, νομίζω ευρηματική, σκηνοθετική «γλώσσα».

 

Αφίσα του Γιώργου Πάτσα για τον «Γουανάκο» του Ψυχάρη (1980)

Για να ευοδωθεί αυτό το σχέδιο συναίρεσης του καθιερωμένου με το απολησμονημένο, δεν αρκούσαν τα οικονομικά και τα λογιστικά μιας επιχείρησης: χρειαζόταν η έγνοια μιας Πολιτείας που θα έκανε «επενδύσεις» στη διαμόρφωση ενός πολιτισμού χωρίς μακροχρονικούς ταμειακούς υπολογισμούς. Τούτο έλειψε σήμερα, παρεπόμενο μιας γενικότερης αποδόμησης που αναχωνεύεται στον λεγόμενο μαζικό πολιτισμό. Θα είμουν ο τελευταίος που θα έλεγε ότι η διατροφική σοφία που λέγεται πίτα ή πίτσα δεν είναι πολιτισμός· αλλά, μαζί με άλλους, θα έλεγα ότι η πίτσα και ο Σαίξπηρ δεν συνδέονται με ένα «ίσον».

Το Αμφι-Θέατρο, λοιπόν, σφαλίζει τα πορτοπαράθυρά του, ενώ άλλα πορτοπαράθυρα υψηλού πολιτισμικού περιεχομένου ανοίγουν διάπλατα με τη (δημοκρατική;) ελπίδα της οικονομικής ανταποδοτικότητας. Και πάλι, αν δεν παρερμηνεύω το σκεπτικό του Σπύρου Ευαγγελάτου, εκείνο το «αμφί» δήλωνε μια συμμετοχικότητα μέσω του παιχνιδιού της αμφισημίας. Αλλά για Λακεδαιμονίους θα μιλάμε τώρα;

 

H αναγκαστική αναστολή της λειτουργίας του «Αμφι-Θεάτρου»

του Σπύρου Ευαγγελάτου

Οδηγήθηκα στην αναγκαστική αναστολή της λειτουργίας του «Αμφι-Θεάτρου» για τρεις λόγους. Πρώτον, επειδή φέτος δεν θα δοθεί κρατική επιχορήγηση, από το Υπουργείο Πολιτισμού. Δεύτερον, επειδή το ενοίκιο (το κτίριο ανήκει σε ιδιώτη) είναι εξαιρετικά υψηλό, 9.000 ευρώ τον μήνα — δυσβάσταχτο ή, μάλλον, αβάσταχτο για μας. Τρίτον, επειδή δεν ενεκρίθη η πρότασή μας προς το Ελληνικό Φεστιβάλ να παρουσιάσουμε στην Επίδαυρο τον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, σε νέα μετάφραση του Κώστα Γεωργουσόπουλου, μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, σκηνοθεσία δικιά μου, με τον Γιώργο Κιμούλη στον επώνυμο ρόλο. Αυτοί ήταν οι βασικοί λόγοι που με οδήγησαν στην απόφαση της αναστολής της λειτουργίας του «Αμφι-Θεάτρου». Συνέχεια ανάγνωσης

Το μπαρόκ που έγινε νεοκλασικό

Standard

Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας

 

του Παναγιώτη Ιωάννου

 

Θεόδωρος Πουλάκης, «Η κιβωτός του Νώε», β΄ μισό του 17ου αιώνα (Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών)

Σε κείμενο με τίτλο «Ένα ίδρυμα μεγαλοϊδιοκτήτης», το οποίο δημοσιεύθηκε στη στήλη «Στίγμα» του Γιώργου Χρ. Παπαχρήστου στην εφημερίδα Τα Νέα (Σαββατοκύριακο 19-20.2.2011), διαβάσαμε, ανάμεσα σε στίχους «λαϊκών» τραγουδιών και σκέψεις περί αδιαφανών διαδικασιών διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, την εξής παράγραφο:

«[…] στη Βενετία υπάρχει το Ίδρυμα Βυζαντινών Μελετών (στη φωτογραφία εξωτερική άποψη του νεοκλασικού κτηρίου όπου στεγάζεται), οργανισμός εποπτευόμενος από το υπουργείο Παιδείας. Ξέρετε πόσα ακίνητα έχει στην κατοχή του το ίδρυμα αυτό; 70! Όλα από δωρεές φιλοπάτριδων ελλήνων που έζησαν στην πόλη αιώνες τώρα. Όλα στο κέντρο της Βενετίας. Και είναι ξενοδοχεία, καταστήματα, σπίτια!! Η διαχείρισή τους είναι ένα τεράστιο μυστήριο ανάλογο αυτών που αναπτύχθηκαν τα τελευταία 500 χρόνια στην Πόλη των Δόγηδων, κι έτσι θα παραμείνει αν η υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου δεν κάνει ό,τι πρέπει για την πραγματική αξιοποίησή τους».

Έχει άραγε σημασία εάν, στο σύντομο αυτό δημοσίευμα, ένα κτίριο πασιφανώς μπαρόκ ύφους αναγνωρίζεται ως «νεοκλασικό»; Πρόκειται απλώς για ένα χονδροειδές λάθος το οποίο ενδεχομένως οφείλεται στην άγνοια (έστω και στοιχειώδους) διάκρισης των, τόσο διαφορετικών πάντως, αρχιτεκτονικών στυλ;

Έχει άραγε σημασία εάν το ίδιο κτίριο, το οποίο μάλιστα εικονογραφείται στο εν λόγω δημοσίευμα, αποκαλείται «Ίδρυμα», ενώ πολύ εύκολα θα αναγνωριζόταν, από οποιονδήποτε μετέχει, στον ελάχιστο βαθμό, της δυτικής εικαστικής κουλτούρας, ως μια εκκλησία με το καμπαναριό της; Να οφείλεται και αυτό σε άγνοια ή επιπολαιότητα;

Έχει άραγε σημασία ότι το γνωστό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας μετονομάζεται από τον συντάκτη του ίδιου αυτού σύντομου σημειώματος σε «Ίδρυμα Βυζαντινών Μελετών»; Και αυτό να οφείλεται σε προχειρότητα ή αμέλεια;

Έχει άραγε σημασία αν στις τόσο λίγες αράδες του ίδιου σημειώματος περιέχονται αυτές, όπως και άλλες ακόμα, ανακρίβειες και διαστρεβλωμένες πληροφορίες; Συνέχεια ανάγνωσης

Το ευρωπαϊκό όνειρο ξεθωριάζει στην Τουρκία

Standard

του Ορχάν Παμούκ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

Την περασμένη Τρίτη, ο γνωστός τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ βρέθηκε στην Αθήνα, όπου μίλησε με θέμα «Τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα». Με την ευκαιρία αυτή, δημοσιεύουμε ένα πρόσφατο κείμενό του, από το μπλογκ του New York Review of Books (25.12.2010), σχετικά με την εικόνα της Ευρώπης στην Τουρκία τα τελευταία πενήντα χρόνια και το ξεθώριασμα του ευρωπαϊκού ονείρου.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

Στα σχολικά βιβλία που διάβαζα παιδί τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, η Ευρώπη παρουσιαζόταν σαν μια υπέροχη θρυλική περιοχή. Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ σφυρηλατούσε τη νέα του δημοκρατία στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –η οποία είχε συντριβεί και κατακερματιστεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο–, πολεμούσε ενάντια στον ελληνικό στρατό· αργότερα όμως, με την υποστήριξη του δικού του στρατού, εισήγαγε ένα σωρό κοινωνικές και πολιτιστικές εκσυγχρονιστικές φιλοδυτικές μεταρρυθμίσεις. Κληθήκαμε λοιπόν να αγκαλιάσουμε, ακόμη και να μιμηθούμε το ρόδινο ευρωπαϊκό όνειρο της Δύσης, προκειμένου να νομιμοποιηθούν οι μεταρρυθμίσεις αυτές, μέσα από τις οποίες τρανώθηκε η καινούργια ελίτ του νεαρού τουρκικού κράτους (και οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο διαρκών αντιπαραθέσεων στην Τουρκία τα ογδόντα χρόνια που ακολούθησαν).

Συνέχεια ανάγνωσης

Πνεύματα της Ευρώπης

Standard

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ. ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Jacques Buonacorsi, «Δίας και Ιώ», 16ος αιώνας

Υπάρχει, όπως είναι γνωστό, μια πλούσια κληρονομιά σκέψεων για την Ευρώπη. Από τον Ουγκώ, στον Νίτσε και στον Βαλερύ. Από τον Ανατόλ Φρανς ως τον Μίλαν Κούντερα. Και από τις φιλοσοφίες της Ιστορίας ως την ποιητική των συνόρων και των περιοχών. Λόγοι περί Ευρώπης που αποτέλεσαν δηλώσεις αγάπης σε εμβληματικές πόλεις, σε ιερούς τόπους της λογοτεχνίας, της μουσικής και της αρχιτεκτονικής. Στοχασμοί για τη Δύση, την Mitteleuropa (Μεσευρώπη), τη Μεσόγειο.

Σε όλα αυτά τα υψηλά θραύσματα του μακρινού ή πιο πρόσφατου παρελθόντος αναζητείται επίμονα μια ορισμένη ιδέα της Ευρώπης, μια πνευματική αποστολή ή, όπως συνηθίζονταν να λέγεται, ένα πεπρωμένο. Άλλοτε ανασκάπτοντας τις τρεις πολιτισμικές πηγές –Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ– και άλλοτε σε διάλογο με τις αξίες της νεωτερικής εποχής, με το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Ανακαλύπτοντας αρμονίες και αντιθέσεις που έφτασαν ως το σήμερα: λ.χ. για τη σημασία του χριστιανισμού στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή για άλλα ζητήματα που διχάζουν όσο αλλάζουν άρδην τα δημογραφικά και πολιτιστικά τοπία των χωρών της ηπείρου.

Συνέχεια ανάγνωσης