Αμήν!…

Standard

του Στράτη Μυριβήλη

Από δεξιά: Στράτης Μυριβήλης, Νίκος Πασαλής (λόγιος), Μιχαήλ Φραγκίδης (βιβλιοδέτης Κόκκινων ιστοριών), Μυτιλήνη 1915. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο περ. «Νέα Εστία», τχ. 1033, 15.7.1970, σ. 959.

Από δεξιά: Στράτης Μυριβήλης, Νίκος Πασαλής (λόγιος), Μιχαήλ Φραγκίδης (βιβλιοδέτης Κόκκινων ιστοριών), Μυτιλήνη 1915. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο περ. «Νέα Εστία», τχ. 1033, 15.7.1970, σ. 959.

Προσφυγικά κάλαντα της Πρωτοχρονιάς του 1915. Όλοι έχουμε πει τα κάλαντα όταν ήμασταν παιδιά. Βεβαίως, εκτός από τη διατήρηση του εθίμου, περιμέναμε και την οικονομική ενίσχυση από τους αφέντες του κάθε σπιτιού. Μόνο που μερικές φορές οι αφέντες ήταν σφιχτοχέρηδες και μεις τους αποπαίρναμε. Ένα τέτοιο καλάντισμα περιγράφει στο χρονογράφημά του «Αμήν!…» ο Στράτης Μυριβήλης, δημοσιευμένο στις 3 Ιανουαρίου 1915 στην εφημερίδα Σάλπιγξ της Λέσβου. Ο Μυριβήλης είναι, τότε, νεαρός δημοσιογράφος. Μόλις τον προηγούμενο Μάιο έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα, και τον Φεβρουάριο του 1915 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες. Την ίδια περίοδο στη Μυτιλήνη έχουν αφιχθεί οι μικρασιάτες πρόσφυγες του Πρώτου Διωγμού και προσπαθούν με κάθε τρόπο να επιβιώσουν. Κάποιοι έφηβοι πρόσφυγες για να ενισχύσουν το ατομικό και οικογενειακό τους εισόδημα ψάλουν τα κάλαντα κάπου κοντά στο σπίτι του Μυριβήλη, στην παλιά γειτονιά της Επάνω Σκάλας. Την απροθυμία της σπιτονοικοκυράς να προσφέρει τον απαραίτητο οβολό παρουσιάζει ο χρονογράφος.

Αριστείδης Καλάργαλης

 

Μια παρέα εφήβων προσφύγων εσταμάτησε κάτω από ένα πλουσιόσπιτο της γειτονιάς μου και άρχισε να λέει τα κάλαντα, τη συνοδεία μιας θορυβώδους τραμπούκας. Η βροχή έπεφτε ψυχρή και επίμονη, και οι νεαροί ψάλτες είχανε τα μελανιασμένα χέρια χωμένα στις τσέπες, τα κασκέτα χωμένα ως τα αυτιά, και οι μύτες κοκκίνιζαν ως ρεπανάκια.

Αφού εξύμνησαν τα κάλλη της κυράς λιγνής, κυράς ψηλής, κυράς καμαροφρύδας, η οποία εντούτοις εις την πραγματικότητα παρουσίαζε σωματικήν διάπλασιν εντελώς αντίθετην προς την περιγραφήν των ωραίων στίχων, και αφού έκαναν τον ίδιον πανηγυρικόν και για την κόρη, την οποίαν παρέστησαν πεντάμορφην σαν βασιλοπούλαν των παραμυθιών, χωρίς το καημένο το κορίτσι να διαμαρτυρηθεί διά το κατάφωρον ψεύδος το οποίον επέρριπτον επί της ξυλοκοπτοειδούς σιλουέτας την οποίαν ο ειλικρινής καθρέπτης παρουσίαζεν επί τω αντικρύσματί της, ηυχήθησαν χρόνια πολλά και περίμεναν την πληρωμήν των διά τας μουσικάς ευχάς που εσκόρπισαν πλούσια επί του ευπορούντος σπιτιού.

Αλλά κανένα παράθυρο δεν άνοιξε, κανένα χέρι δεν εβγήκε, κανένα νόμισμα δεν εκρότησεν επάνω εις τις βρεγμένες πέτρες. Τότε ο τενόρος της παρέας εκραύγασε εις τον ανώτατον τόνον της φωνητικής του κλίμακος:

— Αϊ! και του χρόνου αφέντες!

Μα οι αφέντες πέρα βρέχει. Και ύστερα πιο μπάσος άνοιξε το πηγαδόστομά του και ολόλυξεν υποκώφως:

— Λέμε, και του χρόνου αφέντες!

Μα οι αφέντες χαμπάρι. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς Κείμενα: Των Εμφανών

Standard

αναδημοσίευση από το RedNotebok

 του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη

Στα χρόνια που κάθε αριστερή οικογένεια είχε από έναν φυλακισμένο ή κυνηγημένο να λείπει απ’ το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, οι υπόλοιποι συνήθιζαν να κρατούν, γι’ αυτόν και για τους «αφανείς» εκείνου του καιρού, το δεύτερο κομμάτι της πρωτοχρονιάτικης πίτας. Μ’ αυτή τη μικρή πράξη αντίστασης, οι μεγαλύτεροι «διαπαιδαγωγούσαν» σιωπηρά τους μικρότερους, κι οι ίδιοι όμως ένιωθαν για μερικές στιγμές το σπίτι πιο ζεστό·  έτσι που οι γιορτές μεγεθύνουν σαδιστικά κάθε έλλειψη, είναι ένα στοίχημα για τους ανθρώπους κάθε εποχής να επινοούν αντιπερισπασμούς – μικρές γιορτές μες στις γιορτές, που να κρατούν έστω για λίγο την ψύχρα σε απόσταση.

Τη συνήθεια αυτή θύμιζε σ’ ένα προ εξαετίας σημείωμα στην Αυγή ο Νίκος Μπελαβίλας, ζητώντας οι αριστεροί –αυτοί τουλάχιστον– να μην ξεχάσουν την ωραία παράδοση, τώρα που κυνηγημένοι («αφανείς»…) είναι οι μετανάστες. Είχε δίκιο ο Νίκος. Μόνο που αν έγραφε σήμερα το σημείωμα αυτό, έξι μόλις χρόνια μετά το hangover της ολυμπιακής Αθήνας, ίσως να διάλεγε έναν διαφορετικό τίτλο. Συνέχεια ανάγνωσης