Σαχτζάτ Λουκμάν, ετών εικοσιεφτά

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

kaTRAKI

Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη

Δεν θέλω να μιλήσω πάλι για τον Δένδια. Ούτε για τις ευθύνες της κυβέρνησης. Ούτε για τη ΔΗΜΑΡ που έβγαλε μια ωραιότατη ανακοίνωση και καταδικάζει, λες και είναι κάνας αμέτοχος εμπειρογνώμων. Ούτε για τη ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ που, παρά την… πανστρατιά του εναντίον της Χρυσής Αυγής δεν καταδέχτηκε να βγάλει μια ανακοίνωση. Ούτε για τα «πενήντα φυλλάδια πολιτικού κόμματος» (ποιανού άραγε; Του ΚΚΕ; Των Οικολόγων; Του ΚΟΔΗΣΟ μήπως ή της ΕΡΕ, οπότε έχουν και ιστοριοδιφικό ενδιαφέρον;), που, σύμφωνα με την ΕΡΤ, βρέθηκαν στο σπίτι ενός από τους συλληφθέντες. Ούτε για τα κανάλια που δεν μίλησαν, τούτη τη φορά, για «στυγερό έγκλημα», αλλά για «διαπληκτισμό» πάνω στον οποίο ο «άτυχος νέος» «έχασε τη ζωή του». Τα έγραψε, και τα έγραψε καλά, ο Δημοσθένης στο RedNotebook (rnbnet.gr/index.php). Αντί γι’ αυτά, θέλω μονάχα να σταθούμε ένα λεπτό· να σταθούμε και να σκεφτούμε το γεγονός, γεγονός φοβερό και τρομερό, και που δεν έχει επιστροφή: ένα παλικάρι εικοσιεφτά χρονών, που πήγαινε κάθε πρωί, χαράματα, με το ποδήλατό του, μια ώρα δρόμο, να δουλέψει στο φούρνο για το μεροκάματο, δολοφονήθηκε καταμεσής του δρόμου, στην Τριών Ιεραρχών, στα Πετράλωνα. Επειδή ήταν Πακιστανός. Τον έσφαξαν δυο Έλληνες, τον δολοφόνησε το δηλητήριο που χύνουν καθημερινά οι νεοναζί στην κοινωνία μας. Συνέχεια ανάγνωσης

…και κάποια σε μπαλκόνι

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 της Ιωάννας Μεϊτάνη

 balkoniΠόσο επίμονη είναι η επικαιρότητα ορισμένων πραγμάτων. Και ειδικά της αδικίας. Άλλα παιδιά γλεντούν, τραγουδούν και χορεύουν / άλλα λευτεριά ζητούν κι από μικρά δουλεύουν. Κι έπειτα: Κάποια κοιτούν τον ουρανό, κάποια μπροστά σ’ οθόνη /κάποια παίζουν στο βουνό και κάποια σε μπαλκόνι / Κοίτα και πες μου αν μπορείς ποιο είναι τάχα τυχερό / τι θες να βρεις για να χαρείς και τι ’ναι τόσο φοβερό.*

Κι επειδή τέτοια πράγματα δεν γίνονται από μόνα τους, υπάρχουν κάποιοι να μας τα θυμίζουν, να μας δίνουν αφορμές. Μια τέτοια αφορμή δίνει η παράσταση «Μια γιορτή στου Νουριάν» που παίζεται στο θέατρο Πορεία. Για ανθρώπους από 6 χρονών και πάνω, όπως λένε οι συντελεστές. Άλλοι μαύροι, άλλοι λευκοί· όλα ίδια όμως τα παραμύθια. Κι αυτό δεν είναι παραμύθι, είναι μια ιστορία ρατσισμού της διπλανής πόρτας και ταυτόχρονα μια ιστορία ακύρωσης του ρατσισμού «από τα κάτω», όπως μας αρέσει να λέμε: χωρίς πολλά πολλά, χωρίς θεωρίες, μ’ ένα χαλί, μια πορτοκαλάδα, μ’ έναν φακό, με τέσσερα ευρώ που γίνονται δύο και μετά πάλι τέσσερα. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι τόποι του ρατσισμού

Standard

του Κωστή Χατζημιχάλη

Από το έργο του Ενκί Μπιλάλ, «Η τριλογία του Νικοπόλ»

 Το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, οι πλατείες του Αγ. Παντελεήμονα, της Αμερικής και της Αττικής αναφέρονται συχνά ως τόποι εκδήλωσης ρατσιστικών επιθέσεων της Χρυσής Αυγής σε μετανάστες, εκεί εντοπίζεται η παράνομη και απροκάλυπτη βία, το αντριλίκι, η εθνικοφροσύνη, η ομοφοβία και ο σεξισμός των «λεβεντόπαιδων», όπως τους αποκαλεί έγκριτη πρωινή εφημερίδα. Μάλιστα η κυρίαρχη αφήγηση χρησιμοποιεί την παρουσία μεταναστών ως την κύρια αιτία υποβάθμισης των παραπάνω περιοχών. Η κατασκευή του προβλήματος οδηγεί και στις πολιτικές επίλυσής του και έτσι η εξουσία «νομιμοποιεί» τον Ξένιο Δία και τις φαραωνικές πεζοδρομήσεις και αναπλάσεις, εκεί ακουμπά και η Χρυσή Αυγή.

Ωστόσο οι τόποι του ρατσισμού έχουν και άλλες διαστάσεις. Είναι περιοχές όπου η παρουσία των μεταναστών είναι ορατή: τα σώματα τους με το διαφορετικό χρώμα δέρματος συναντιόνται με τους «άσπρους» γηγενείς, τα ρούχα, η ομιλία και το φέρσιμο είναι διαφορετικά, τα ονόματα είναι ξενικά, το ίδιο και τα μαγαζιά. Η επιτέλεση αυτών των δραστηριοτήτων στο δημόσιο χώρο της πόλης τους κάνει ορατούς, ενώ την ίδια στιγμή είναι αόρατοι για τη δικαιοσύνη και για τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα, ακόμη και για το δικαίωμα στη ζωή. Φανταστείτε τώρα για μια στιγμή τους μετανάστες και τις μετανάστριες σαν αόρατους/ες και ως προς τα σώματα αλλά υπαρκτούς/ες: να δουλεύουν σε υπόγειες σήραγγες για τους «επάνω», σε ειδικά φτιαγμένους χώρους παραγωγής και κατοικίας, κάτω από την επιφάνεια αλλά στο κέντρο της πόλης. Όπως στα κόμικς του Μπιλάλ την εποχή που οι κυρίαρχοι των πόλεων είχαν κεφάλι γερακιού και ατσάλινα χέρια και οι επιζώντες άνδρες και γυναίκες δουλεύουν γι’ αυτούς στα υπόγεια του μετρό που έχει καταστραφεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Mε αφορμή τις δηλώσεις Παναγιώταρου για τον Σχορτσιανίτη: Η μπάλα στην εξέδρα

Standard

WEB ONLY: μόνο στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» και την ιστοσελίδα της «Αυγής»

του Χρήστου Τριανταφύλλου

 

Σοφοκλής Σχορτσιανίτης

Πριν λίγες μέρες, ένα από τα πλέον σημαίνοντα στελέχη της Χρυσής Αυγής, ο Ηλίας Παναγιώταρος, φαίνεται να υπέπεσε σε ένα ασυγχώρητο, για τη (δυστυχώς μεγάλη) δυναμική του κόμματός του, τακτικό λάθος. Στις 26 Οκτωβρίου, στην ιστοσελίδα της γνωστής για τα φιλοακροδεξιά αισθήματά της εφημερίδας Πρώτο Θέμα του Θέμου Αναστασιάδη (μας είχε απασχολήσει και πριν από κάποιον καιρό· βλ. rednotebook.gr/details.php?id=6729) αναρτήθηκε ένα απόσπασμα από την συνέντευξη του προαναφερθέντος βουλευτή στην εκπομπή «Μακελειό» του Στέφανου Χίου.[1] Ενώ αυτό θα φαινόταν φυσιολογικό, δεδομένης της προώθησης του ακροδεξιού λόγου εκ μέρους της συγκεκριμένης εφημερίδας, συναντούμε ένα φαινόμενο παράδοξο εκ πρώτης όψεως: η άποψη Παναγιώταρου χαρακτηρίζεται «ρατσιστική» και «φυλετική», καθώς στην εν λόγω συνέντευξη ο απρόσεκτος (;) βουλευτής χαρακτήρισε τον διεθνή μπασκετμπολίστα Σοφοκλή Σχορτσιανίτη «μη Έλληνα», λόγω του χρώματος του δέρματός του.  Επιπλέον, τα σχόλια κάτω από το άρθρο, που συνήθως αποτελούν μνημεία ακροδεξιού λόγου, ψέγουν σε έντονο ύφος τον Παναγιώταρο για τον «φασισμό» του, με τους αναγνώστες που τον υπερασπίζονται να αποτελούν φανερά μειοψηφία. Συνέχεια ανάγνωσης

Κίνδυνος Θάνατος

Standard

του Στρατή  Μπουρνάζου

Aντιφασιστική αφίσα του Ισπανικού Εμφυλίου.

Πιστεύαμε, παλιότερα, ότι η δράση της Χρυσής Αυγής έπληττε κυρίως τους μετανάστες. Μετά, και άλλες ομάδες: ρομά, ομοφυλόφιλους, «αντιφρονούντες». Έπειτα, τη δημοκρατία, την κοινωνία, τον πολιτισμό μας. Σήμερα, απειλεί την ίδια τη ζωή. Δεν είναι σχήμα λόγου, επιβεβαιώνεται καθημερινά, από τις εφόδους και τα μαχαιρώματα μέχρι το τραγικό περιστατικό της Σπάρτης (τραγικό, όχι μόνο λόγω του νεκρού, αλλά και επειδή, αν δεν υπήρχε αυτός ο νεκρός, ίσως να είχαμε περισσότερους). Κίνδυνος Θάνατος, λοιπόν.Όμως, αν από τη μια συμφωνούμε εύκολα ότι χρειάζεται άμεση δράση εναντίον του ακροδεξιού αφηνιασμού, από την άλλη δυσκολευόμαστε να πούμε ποια πρέπει να είναι αυτή. Ασφαλώς, τη δυσκολία αυτή δεν μπορούμε να την προσγράψουμε στα δυνατά μας χαρτιά, ωστόσο, μερικές φορές, η αναγνώρισή της μπορεί να είναι πιο δημιουργική από τις έτοιμες ρετσέτες. Σ’ αυτό αποσκοπούν και οι σκέψεις που ακολουθούν.

Σημείο πρώτο. Ξενοφοβία, ομοφοβία, σεξισμός, εθνικισμός και ρατσισμός υπήρχαν ασφαλώς, ισχυροί και διάχυτοι, στην ελληνική κοινωνία τα προηγούμενα χρόνια. Είναι λάθος να το παραβλέπουμε, καθώς η Χρυσή Αυγή αρδεύεται από τη δεξαμενή αυτή, αλλά είναι ακόμα μεγαλύτερο λάθος να θεωρήσουμε ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά. Το έχω διαβάσει αρκετές φορές: η ελληνική κοινωνία πάντα είχε πολλή «μαυρίλα», απλώς τώρα που άλλαξαν διάφορα (κατέρρευσε λ.χ. το πελατειακό σύστημα) πήρε τη σκυτάλη η Χρυσή Αυγή.

Το λάθος έγκειται, πρωτίστως, στο ότι δεν υπάρχει ένα αδιατάρακτο ιστορικό και ιδεολογικό συνεχές. Κάποιες κρίσιμες στιγμές, ορισμένα ρεύματα γίνονται ηγεμονικά — και μετά δεν ξεμπερδεύεις εύκολα μαζί τους: κατεξοχήν παράδειγμα, οι αριστερές ιδέες στα χρόνια της Αντίστασης. Έτσι, οι ρατσιστικές ιδέες προσλαμβάνουν εντελώς άλλη δυναμική όταν παύουν να είναι διάχυτες και αποκτούν συγκεκριμένο πολιτικό, ιδεολογικό, πρακτικό οργανωτή: μια συμμορία με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και απήχηση. Με λίγα λόγια, το 7% που ψήφισε (και το 10 ή 12% που λέει ότι θα ψηφίσει) Χρυσή Αυγή δεν είναι (όλοι) φασίστες, μπορεί όμως κάλλιστα να γίνουν. Αυτό, άλλωστε, είναι το στοίχημα, και για τη Χρυσή Αυγή και για εμάς: όχι μόνο αν οι τετρακόσιες χιλιάδες ψηφοφόροι γίνουν πεντακόσιες και εννιακόσιες χιλιάδες, αλλά και αν αυτές οι χιλιάδες γίνουν ακροδεξιοί, Χρυσαυγίτες, φασίστες (και δεν το εννοώ οργανωτικά). Η Χρυσή Αυγή θα επιδιώξει, με κάθε τρόπο, να αποκτήσει δεσμούς μ’ αυτό τον κόσμο, κι εμείς πρέπει, επίσης με κάθε τρόπο, να τους διαρρήξουμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντιμέτωποι με τον νεοφασισμό σήμερα

Standard

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΚΑΙ ΤΗ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΒΙΑ

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου, ώρα 19.30

Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-135)

Ομιλητές: Νίκος Γιαννόπουλος, Άρτεμις Καλοφύρη, Μάκης Κουζέλης, Νικόδημος Μάινα Κινύουα, Δημήτρης Χριστόπουλος

Το τελευταίο διάστημα, αισθανόμαστε καθημερινά ότι η δράση της Χρυσής Αυγής είναι πλέον ανεξέλεγκτη. Είναι σαφές ότι δεν πλήττει μόνο τους μετανάστες, τους ρομά, τους πολιτικούς αντιπάλους· πλήττει τη δημοκρατία, την κοινωνία, τον πολιτισμό και απειλεί –κι αυτό  δυστυχώς δεν είναι σχήμα λόγου– τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή μας. Η δράση αυτή, σε συνδυασμό με την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Χρυσής Αυγής, την αυξημένη δημοσκοπική καταγραφή της, την αδράνεια, τουλάχιστον, των κρατικών αρχών, τη σιωπή μεγάλου μέρους του πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου (για να μην αναφερθούμε σε περιπτώσεις άμεσης υποστήριξης από εφημερίδες όπως το Πρώτο Θέμα), συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό.

Με αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα, και θεωρώντας ότι η ανάγκη πλατιάς αντιφασιστικής δράσης αποτελεί άμεση προτεραιότητα, τα «Ενθέματα» της Αυγής, σας καλούμε στην εκδήλωση «Αντιμέτωποι με το νεοφασισμό σήμερα. Μια συζήτηση γα την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την έξαρση της ρατσιστικής βίας»,  που οργανώνουν μαζί με το περιοδικό Unfollow, την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου, ώρα 19.30, στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-135). Θα μιλήσουν:

Νίκος Γιαννόπουλος, μέλος του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα

Άρτεμις Καλοφύρη, φιλόλογος, μέλος της Πρωτοβουλίας ενάντια στο φασισμό και τη ρατιστική βία

Μάκης Κουζέλης, καθηγητής κοινωνικής θεωρίας και κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Νικόδημος Μάινα Κινύουα, ΜΚΟ Asante

Δημήτρης Χριστόπουλος, πανεπιστημιακός μέλος του Συντονιστικού της Πρωτοβουλίας για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας Συνέχεια ανάγνωσης

Άντερς Μπρέιβικ: ψυχρός, ατάραχος και ψυχικά υγιής

Standard

Το μόνο που πρέπει να αλλάξει η τρομοκρατική επίθεση στην Ουτόγια είναι ο ακροδεξιός ρατσισμός

 του Όουεν Τζόουνς

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

 Ο Άντερς Μπρέιβικ είναι ένας ακροδεξιός τρομοκράτης, όχι ένας τρελός. Σε κάποιους είναι δύσκολο να αφομοιώσουν την ετυμηγορία αυτή: έχουμε έναν άντρα που εκτέλεσε με μεθοδικότητα δεκάδες έφηβους, είτε αυτοί έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν είτε είχαν παραλύσει από τον τρόμο. Πυροβόλησε παιδιά που παρίσταναν τα πεθαμένα ή  προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κολυμπήσουν για να γλιτώσουν. Την ώρα που ξανάφερνε στη μνήμη του τα ογδόντα λεπτά της σφαγής, σε μια απ’ τις πιο ψύχραιμες, ίσως, απολογίες στη μεταπολεμική νομική ιστορία της Ευρώπης, ο τόνος του ήταν ψυχρός και ατάραχος. Ο Μπρέιβικ πέρασε τη δίκη μειδιώντας, ενώ η μόνη στιγμή που έκλαψε ήταν κατά διάρκεια του αξιοθρήνητου προπαγανδιστικού βίντεο που ο ίδιος είχε φτιάξει. Χαμογέλασε ξανά, όταν το δικαστήριο αποφάσισε πως έχει σώας τας φρένας, ανατρέποντας προηγούμενες ψυχιατρικές εκθέσεις. Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε: γι’ αυτόν τον αυτοαποκαλούμενο «πολιτικό ακτιβιστή», το να τον στείλουν σε κάποια ψυχιατρική κλινική θα ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του, ο «απόλυτος εξευτελισμός».

Αλλά και πολλές από τις οικογένειες των θυμάτων αναστέναξαν, επίσης, με κάποια ανακούφιση, όταν η περίπτωση της παραφροσύνης αποκλείστηκε. Κάτι τέτοιο θα απάλασσε τον δολοφόνο από την προσωπική ευθύνη για τη σφαγή, την ώρα που εκείνοι θεωρούσαν –και δικαίως– τη θηριωδία του Μπρέιβικ πολιτικό έγκλημα. Όταν τρομοκράτες πυροδοτούν τα ίδια τους τα σώματα στο όνομα, δήθεν, του Αλλάχ, το ζήτημα της παραφροσύνης σπάνια τίθεται στη δημόσια συζήτηση: προφανώς, τους ισλαμιστές τρομοκράτες τους διακατέχει μια ιδεολογία μίσους, ενώ ένας λευκός ακροδεξιός δολοφόνος δεν μπορεί παρά να είναι κλινικά παράφρων. Παρά τις φρικαλεότητες που είχαν θύματα εκατομμύρια Ευρωπαίους στη διάρκεια του 20ού αιώνα –και αποτελούν ζωντανή μνήμη– πολλοί από εμάς αγωνιζόμαστε να αποδεχθούμε ότι απολύτως «λογικά» ανθρώπινα όντα είναι ικανά για πράξεις ανείπωτης βαρβαρότητας. Ο Μπρέιβικ δεν πρέπει να μείνει στη μνήμη ως ένας μανιακός δολοφόνος, ως ο Χάρολντ Σίπμαν ή ο Τεντ Μπάντι της Νορβηγίας. Είναι ένας πολιτικός τρομοκράτης, και το αιματοκύλισμα που προκάλεσε είχε ως κίνητρο το μίσος απέναντι στους σοσιαλιστές και τους μουσουλμάνους. Συνέχεια ανάγνωσης

Απόκρυφες πτυχές της μελανής ψήφου

Standard

της Έφης Αβδελά και της Αγγέλικας Ψαρρά

Αντιφασιστική αφίσα του Ισπανικού Εμφυλίου

Στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις η Χρυσή Αυγή πήρε 7% των ψήφων και εγκαταστάθηκε για τα καλά στην Ελληνική Βουλή. Την ψήφισαν περίπου πεντακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι άνδρες μέσου μορφωτικού επιπέδου, στα αστικά και ημιαστικά κέντρα. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, ένα, ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία: Από πού τροφοδοτείται η συγκεκριμένη οργάνωση; Γιατί την επιλέγουν οι ψηφοφόροι της;

 Είναι, πιστεύουμε, προφανές ότι το αναντίρρητο γεγονός πως η Χρυσή Αυγή είναι μια νεοναζιστική οργάνωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι ψηφοφόροι της ασπάζονται –και ακολουθούν– τις αμιγώς νεοναζιστικές θέσεις και πρακτικές της. Η πρόχειρη ταύτιση εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων με τον φασισμό ή τον ναζισμό είναι ερμηνευτικά ανεπαρκής και ενδέχεται να αποδειχθεί και πολιτικά ατελέσφορη. Και είναι βέβαιο ότι οι ιστορικές αναλογίες με τις αιτίες που οδήγησαν στη γιγάντωση του φασισμού και του ναζισμού την εποχή του Μεσοπολέμου δεν είναι σε θέση να δώσουν απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα. Με άλλα λόγια, η ταύτιση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής με τον ναζισμό δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα στην πολυπλοκότητά της και, κυρίως, δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Απόδειξη ότι η οργάνωση διατήρησε το ποσοστό της, παρά το ότι στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων αποκαλύφθηκε –και, με αδικαιολόγητη είναι αλήθεια καθυστέρηση, καταγγέλθηκε από πολλές πλευρές– ο νεοναζιστικός χαρακτήρας της. Συνέχεια ανάγνωσης

Οροθετικές γυναίκες ή, μήπως, οροθετικοί λόγοι;

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ- ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

Λόβις Κόρινθ, «Η αρπαγή των γυναικών», 1904

Είναι αλήθεια ότι δεν απομένουν να ειπωθούν και πολλά για την αδιανόητη διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών που παρακολουθήσαμε να κλείνει πανηγυρικά –όσο και συμβολικά– την προεκλογική εκστρατεία βασικών στελεχών της κυβέρνησης Παπαδήμου.

Παραμένει, ωστόσο, ένα κρίσιμο ζήτημα στο οποίο θα ήθελα να σταθώ: φοβούμαι πως η καταγγελία του συγκεκριμένου γεγονότος δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης των συμφραζομένων που το κατέστησαν δυνατό — και, το χειρότερο, πολιτικά αποδοτικό. Εξηγούμαι: παρά τον πράγματι εξωφρενικό χαρακτήρα της, η διαπόμπευση δεν πρέπει να προσληφθεί ως προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης κάποιου άρρωστου υπουργικού εγκεφάλου. Θα έλεγα ότι υπήρξε η συμπύκνωση πολιτικών για το κέντρο της Αθήνας που προηγήθηκαν, η οποία ήρθε να προστεθεί σε σειρά ομοειδών κινήσεων, εξίσου προεκλογικών. Προεκλογικό θέαμα που «απέδωσε»: οι υπουργοί που το σκηνοθέτησαν διασώθηκαν, παρά τη συντριβή του κόμματός τους στη Β΄ περιφέρεια της Αθήνας.

Δεν πρέπει έτσι να αποσυνδέσουμε τις ανατριχιαστικές εικόνες που παρακολουθήσαμε από τους λόγους που επιστρατεύονται για να τις νομιμοποιήσουν: ότι, δηλαδή, οι «αλλοδαπές ιερόδουλες φορείς του AIDS» συνιστούν απειλή για την ελληνική κοινωνία, καθώς το πρόβλημα «ξέφυγε από το γκέτο» και πλέον «μολύνει τις ελληνικές οικογένειες». Κι ας μην υποτιμήσουμε την εμβέλεια των ισχυρισμών αυτών του όποιου Α. Λοβέρδου. Της ιδέας, για παράδειγμα, ότι η δημόσια υγεία είναι μια έννοια που προϋποθέτει αποκλεισμούς, ότι αφορά αποκλειστικά τους εκτός «γκέτο» αυτόχθονες. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντανακλάσεις

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Carrer de Ferlandina, Ραβάλ, Βαρκελώνη. Φωτογραφία: Μ. Βαλεαρίδης

 Βαρκελώνη, 24 Μαΐου. Δύο μικρές ιστορίες: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της Ραβάλ, στο κέντρο της Βαρκελώνης. Η Ραβάλ, μια από τις παλιότερες συνοικίες της πόλης, συνδυάζει τη φήμη του «εναλλακτικού» και του «ψαγμένου» με αυτή του «επικίνδυνου». Από τη μία είναι γεμάτη μουσεία και γκαλερί, δισκάδικα, ωραία μπαράκια και εστιατόρια, από την άλλη παραμένει μια φτωχογειτονιά, τόπος κατοικίας για πολλούς μετανάστες. Τα περισσότερα κτίρια είναι ψηλά, παλιά και ετοιμόρροπα. Σηκώνοντας το κεφάλι κυριαρχεί η εικόνα των απλωμένων ρούχων, στριμωγμένων στα σκοινιά μπροστά απ’ τα μικρά μπαλκονάκια· μερικές δορυφορικές κεραίες, κάποιες σημαίες της Μπάρτσα και της Καταλονίας εδώ κι εκεί. Στο ισόγειο, μαγαζιά μεταναστών, πουλάνε ή επιδιορθώνουν ό,τι χρειάζεται να καταναλωθεί ή να επιδιορθωθεί. Διάφορες «ύποπτες φάτσες» όπως έχουμε συνηθίσει να ακούμε, συχνάζουν στις γωνίες, συνήθως σε παρέες· καπνίζουν, μιλάνε, γελάνε ή τσακώνονται. Οι έντονες μυρωδιές, ωραίες ή ανυπόφορες, συμπληρώνουν την αίσθηση του ανοίκειου, με την έννοια της ανασφάλειας, συχνά, ιδίως τις νυχτερινές ώρες, και συγχρόνως του ελκυστικού και ενδιαφέροντος. Κάπως έτσι είναι η Ραβάλ, για μένα, στο λίγο διάστημα που την έχω γνωρίσει.

Ξαναρχίζω λοιπόν: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της περιοχής. Είναι μόνη της και ο πεζόδρομος εκείνη την ώρα άδειος. Την πλησιάζει ένας ψηλός, μαύρος άντρας, μια απ’ αυτές τις «ύποπτες φάτσες», όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε· της μιλάει. Η κοπέλα κρατάει την τσάντα της σφιχτά, σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρνει κανείς όταν φτάνει στην πόλη. Το πρώτο συναίσθημα είναι ο φόβος. Ο άντρας τής λέει πως είναι όμορφη, την καλημερίζει, κάνει μια μικρή κίνηση, σαν υπόκλιση. Η κοπέλα του χαμογελάει, τον ευχαριστεί, ανταποδίδει τον χαιρετισμό και χωρίζουν. Το χαμόγελο τη συντροφεύει για το υπόλοιπο της ημέρας, εκείνη τη μέρα ένιωθε πιο όμορφη, γιατί εκείνος ο άντρας της το είπε. Δεν θυμάμαι να έχω κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο, και νιώθω πως αυτός ο άντρας καταλαβαίνει την άνοιξη –ίσως και τη ζωή– κάπως καλύτερα από μένα. Συνέχεια ανάγνωσης

Strange Fruits…

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

του Κώστα Αθανασίου

Τα κορμιά των λιντσαρισμένων Σιπ και Σμιθ, στο Μάριον της Ιντιάνα, 1930

«Τα δέντρα του Νότου κουβαλούν παράξενους καρπούς / αίμα στα φύλλα, αίμα στις ρίζες», τραγουδούσε το 1939 η Μπίλι Χόλιντεϊ, δίνοντας ψυχή στο τραγούδι που είχε γράψει ο Έιμπελ Μίρπολ το 1937, συγκλονισμένος μπροστά στη φωτογραφία των κορμιών των Σιπ και Σμιθ που κρέμονταν από ένα κλαδί, λιντσαρισμένοι, στο Μάριον της Ιντιάνα. Αν σήμερα αυτό το τραγούδι εξακολουθεί να συγκλονίζει, εκείνη την εποχή σόκαρε· η Columbia αρνήθηκε να το ηχογραφήσει. Η κτηνωδία άρχιζε να αποκτάει πρόσωπο και ήχο.

Πριν από λίγες μέρες, στις 28 Αυγούστου, έκλεισαν 56 χρόνια από τη δολοφονία του Έμετ Τιλ — ένα γεγονός που θα αποδεικνυόταν καταλύτης για το κίνημα των δικαιωμάτων και την αντίσταση των Αφροαμερικανών στον ρατσισμό των «λευκών ΗΠΑ». Ο 14χρονος Έμετ Τιλ ζούσε στο Σικάγο· τον Αύγουστο του 1955, πήγε για λίγες μέρες στο Μάνεϊ του Μισισίπι, για να επισκεφτεί συγγενείς. Στις 24 Αυγούστου, μπήκε μαζί με φίλους στο μαγαζί των (λευκών) Ρόι και Καρολάιν Μπράιαντ, για να αγοράσει τσίχλες. Φαίνεται πως ο μικρός, συνηθισμένος στους πιο φιλελεύθερους τρόπους του Βορρά, δεν ήξερε ακριβώς τους κώδικες που όφειλε να ακολουθεί «ο νέγρος του Νότου», για να «είναι στη θέση του». Η συμπεριφορά του θεωρήθηκε ασεβής· σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Τιλ είχε μαζί του μια φωτογραφία από τη (μικτή) τάξη του, στο σχολείο του, στο Σικάγο, και το γεγονός αυτό θεωρήθηκε προσβλητικό για τους λευκούς. Άλλοι πάλι λένε πως φεύγοντας ο Έμετ είπε «Βye, baby» στη λευκή ιδιοκτήτρια — έγκλημα καθοσιώσεως στον Νότο των ΗΠΑ. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι κυριολεκτικές μεταφορές του τρομοκράτη Άντερς Μπρέιβικ

Standard

Γιατί η Νορβηγία;

του Ρέμι Νίλσε

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

 Με αφορμή τις δημοτικές εκλογές που διεξήχθησαν την περασμένη Δευτέρα στη Νορβηγία, στη σκιά των αποτρόπαιων γεγονότων του Ιουλίου (με το Εργατικό Κόμμα να ενισχύεται και το ακροδεξιό Κόμμα της Προόδου να σημειώνει μεγάλες εκλογικές απώλειες), δημοσιεύουμε, παρά την κάποια χρονική απόσταση, ένα σχετικό άρθρο του διευθυντή της νορβηγικής έκδοσης της Monde Diplomatique, Ρέμι Νίλσεν (δημοσιεύθηκε στην αγγλική έκδοση της Monde Diplomatique, στις 17.8.2011). Το κείμενο φωτίζει νέες πτυχές στη συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ευρώπη για το μακελειό της Οτόγια, αναζητώντας τις αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτό, μέσα από την ανάλυση των νέων χαρακτηριστικών της ευρωπαϊκής Δεξιάς και ακροδεξιάς και της επιρροής της στον δημόσιο λόγο. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

Μ.Α.

Έντβαρντ Μουνκ, «Βραδάκι στην οδό Καρλ Γιόχαν», 1892

Ένα χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής στις σκανδιναβικές χώρες είναι ότι το υφιστάμενο σοσιαλδημοκρατικό κοινωνικό κράτος χαίρει τόσο γενικής αποδοχής από τον πληθυσμό, ώστε όλα τα πολιτικά κόμματα το αγκαλιάζουν, ακόμα και η Δεξιά (μάλιστα, φέτος, λίγους μήνες πριν, είχε ισχυριστεί ακόμα και ότι έπαιξε τόσο κεντρικό ρόλο στη δημιουργία του συστήματος αυτού όσο και το εργατικό κίνημα). Η ρατσιστική Δεξιά –ειδικά στη Δανία, αλλά και στη Νορβηγία και τη Σουηδία– εγκολπώθηκε το μοντέλο αυτό και υποστήριξε ότι ο κύριος κίνδυνος που το απειλεί είναι η μετανάστευση, και όχι η αύξηση των ανισοτήτων που δημιουργεί η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ή ο αδηφάγος χρηματοπιστωτικός κλάδος. […]

Νεοναζισμός και «πολιτισμικός συντηρητισμός»: βασικές διαφορές

Η ρητορική αυτή της επικείμενης κατάρρευσης του σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού μοντέλου αποτελεί κεντρικό μοτίβο του λόγου της «πολιτισμικά συντηρητικής» τάσης της Δεξιάς, στην οποία ανήκει και ο Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ. Έχουν σημασία, και δεν πρέπει να μας διαφεύγουν, οι διαφορές μεταξύ του νεοναζιστικού κινήματος και αυτού του ρεύματος του «πολιτισμικού συντηρητισμού». Οι αναρτήσεις του Μπρέιβικ σε διάφορα διαδικτυακά φόρουμ δεν παρουσιάζουν κανένα απ’ τα γνωρίσματα της παραδοσιακής ρατσιστικής ακροδεξιάς: καταδικάζει το Ισλάμ ως πολιτική ιδεολογία και όχι τους Μουσουλμάνους ως βιολογικά κατώτερη φυλή, δεν προπαγανδίζει κάποια σταυροφορία ενάντια στον ισλαμικό κόσμο (μόνο ενάντια στους μουσουλμάνους της Ευρώπης), υποστηρίζει το Ισραήλ και καταγγέλλει το ιστορικό προηγούμενο του ναζισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Το επίφοβο κενό

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Έγκον Σίλε, «Όρθιος άντρας με κόκκινο μεσοφόρι », 1954

Μια απεργιακή πορεία χιλιάδων ανθρώπων αντιμετωπίζει τη βαναυσότητα των ΜΑΤ με αποτέλεσμα πολλούς σοβαρά τραυματίες και έναν άνθρωπο τριάντα χρόνων, τον Γιάννη Καυκά, σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική. Στη συνέχεια οργανώνεται πορεία εναντίον της αστυνομικής βίας και των ρατσιστικών επιθέσεων στο κέντρο της Αθήνας. Και, κάποια στιγμή, μια ομάδα κρετίνων αποφασίζει να παίξει πόλεμο με την αστυνομία περνώντας μέσα από τον κόσμο μιας λαϊκής αγοράς. Αποτέλεσμα; Τραυματίες με σοβαρά εγκαύματα και ένας άνθρωπος στα πρόθυρα του θανάτου από εισπνοή τοξικών αερίων. Πώς να χωρέσουν άραγε όλες αυτές οι στιγμές σε μια αφήγηση της παρούσας κατάστασης; Πώς να χωρέσουν τόσα συντρίμμια το νόημα που θα ήθελε να τους δώσει ο καθένας μας;

Αυτό τον καιρό καταλαβαίνω κάπως περισσότερο όλους εκείνους που τηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στον δημόσιο σχολιασμό και στην έκφραση θέσης. Ακόμα και εκείνους που ισχυρίζονται ότι σε αυτούς τους καιρούς ο πρώτος λόγος «πρέπει να ανήκει στους ειδικούς» και όλοι εμείς οι υπόλοιποι καλό θα ήταν «να κάνουμε απλώς τη δουλειά μας».

Καταλαβαίνω, δίχως βεβαίως να συμφωνώ. Είναι σίγουρα πιο ανακουφιστικό να γράφεις μια επιφυλλίδα για τις μεταφορές στον Σεφέρη ή ένα άρθρο για τις υποθετικές κρίσεις στον Καντ, από το να αγγίζεις μια πραγματικότητα που μοιάζει συχνά με παραλήρημα. Και μάλλον λέμε ψέματα στον εαυτό μας ότι ετούτη η πραγματικότητα μπορεί να πιαστεί από κάπου, ότι μπορούμε να εξηγήσουμε την τάση ή το γενικό πλάνο των εξελίξεων. Τα ίδια τα γεγονότα έρχονται να στραπατσάρουν με αναίδεια θεωρήματα και διανοητικές κατασκευές. Τα γεγονότα ως πολλαπλασιαστές απορίας και επιταχυντές της διάλυσης των όποιων βεβαιοτήτων χτίστηκαν την προηγουμένη. Συνέχεια ανάγνωσης

Η «αυτοδικία» κάπου μεταξύ «αυτοάμυνας» και επίθεσης

Standard

 του Δημήτρη Χριστόπουλου

Τις τελευταίες μέρες, ρατσιστικές επιθέσεις, πογκρόμ εναντίον μεταναστών ενδημούν χάρη σε ένα προφανές στρατηγικό σχέδιο υλοποίησης από τη Χρυσή Αυγή και ελέω της απουσίας ενός αντίστοιχου σχεδίου αντιμετώπισης από την πολιτεία. Οι επιθέσεις αυτές στις γνωστές περιοχές του αθηναϊκού κέντρου βαπτίστηκαν από τη συντριπτική πλειοψηφία των μέσων «αυτοδικία», καθώς εγγράφονται σε μια χρονική αλληλουχία και συνάφεια με τη δολοφονία του Mανώλη Καντάρη στη γωνία Ηπείρου και 3ης Σεπτεμβρίου.

Τζαίημς Ένσορ, «Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγκα τουρσί», 1891

Με κάποιες εξαιρέσεις φαντάζομαι, οι άνθρωποι που διεξάγουν τις επιθέσεις αυτές δεν νιώθουν ότι εγκληματούν. Αυτό που κατά τεκμήριο προβάλλει η ρατσιστική βία ως νομιμοποιητική της βάση είναι η αυτοάμυνα. Η μελέτη της βίας αυτής στην Ευρώπη δείχνει ότι η συμπεριφορά που προσλαμβάνεται από τα υποκείμενά της ως αυτοάμυνα αιτιολογεί τις απεχθέστερες πράξεις σε βάρος μεταναστών, καθώς οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί τους είτε νιώθουν είτε λένε ότι νιώθουν πως «διώκονται» από τους μετανάστες. Άρα, με βάση αυτή τη συλλογιστική, η αντίδρασή τους καλύπτεται από όσα προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας για τέτοιες περιπτώσεις. Το άρθρο 22 του δικού μας Ποινικού Κώδικα αναφέρει πως «δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας», όπου άμυνα είναι «η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους».

Αυτοάμυνα, πράξη δηλαδή δίκαια, θα ήταν αν την κρίσιμη στιγμή ο σαραντατετράχρονος ή ο συνοδός του μπορούσε να αμυνθεί, προκαλώντας ακόμη και σοβαρές βλάβες στους επιτιθέμενους εγκληματίες. Σύμφωνα με το ελληνικό ποινικό δίκαιο και τη σχετική νομολογία, ως και η υπέρβαση της άμυνας είτε δεν καταλογίζεται καν, είτε τιμωρείται πολύ λιγότερο αν το θύμα της επίθεσης μπορέσει να αποδείξει ότι στην κατάσταση που βρισκόταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Είναι γνωστή στα ποινικά χρονικά, και όχι μόνο, η περίπτωση της γυναίκας που πριν από αρκετά χρόνια στη Γερμανία, αν και σκότωσε στο δικαστήριο τον βιαστή του παιδιού της, τιμωρήθηκε με ελαφρυντικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Εφτά κανόνες για να συμβάλουμε στη διάδοση των ρατσιστικών ιδεών

Standard

Το νομοσχέδιο του υπουργού Εσωτερικών της Γαλλίας, Ζαν-Λουί Ντεμπρέ, σχετικά με την είσοδο και την παραμονή των ξένων και των αιτούντων άσυλο, που κατατέθηκε το χειμώνα και ψηφίστηκε τον Απρίλιο του 1997, περιελάμβανε ένα σύνολο διατάξεων για τις άδειες παραμονής, την παράδοση του διαβατηρίου κατά τη διάρκεια των ελέγχων εξακρίβωσης στοιχείων, τις διαδικασίες απέλασης, τον έλεγχο των αδειών εργασίας στους χώρους απασχόλησης κλπ. Ανάμεσα στα νέα μέτρα, ήταν ο διπλασιασμός του χρόνου κράτησης των ξένων χωρίς χαρτιά και η υποχρέωση των ιδιοκτητών ενός ακινήτου να δηλώνουν την άφιξη ή την αναχώρηση οποιουδήποτε ξένου — ένα άρθρο που οδήγησε μια συλλογικότητα 59 κινηματογραφιστών, καθώς και άλλες ομάδες, να καλέσουν σε ανυπακοή. Ο νόμος γέννησε ένα αξιοσημείωτο κίνημα διαμαρτυρίας που διήρκεσε πολλούς μήνες. Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 21.3.1997 (βλ. και J. Ranciere, Moments Politiques, Interventions 1977-2009, La Fabrique, 2009).

του Ζακ Ρανσιέρ

μετάφραση: Μιχάλης Μάτσας

Φράνσις Μπέικον, «Πίνακας», 1950

Η διάδοση των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία φαίνεται πως αποτελεί σήμερα εθνική προτεραιότητα. Οι ρατσιστές κάνουν ό,τι μπορούν, αν και αυτό είναι αναμενόμενο. Ωστόσο, όσο και αν πασχίζουν οι προπαγανδιστές μιας ιδέας, έχουν κάποια όρια, ιδίως σε μια εποχή που δυσπιστούμε για τις ιδέες. Για να ξεπεραστούν λοιπόν τα όρια, απαιτείται συχνά η συνδρομή των αντιπάλων. Αυτό είναι και το αξιοσημείωτο της γαλλικής περίπτωσης: πολιτικοί, δημοσιογράφοι και κάθε λογής ειδικοί έχουν βρει τα τελευταία χρόνια αποτελεσματικότατους τρόπους να θέσουν τον αντιρατσισμό τους στην υπηρεσία της διασποράς των ρατσιστικών ιδεών. Όλοι οι κανόνες που διατυπώνονται εδώ έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη, αλλά συχνά με τρόπο εμπειρικό και άναρχο, χωρίς ξεκάθαρη συνείδηση της εμβέλειάς τους. Προβάλλει λοιπόν απαραίτητο να τους παρουσιάσουμε στους δυνητικούς χρήστες ρητά και συστηματικά, για να διασφαλιστεί η μέγιστη αποτελεσματικότητά τους.

Κανόνας 1ος. Καταγράψτε καθημερινά τις ρατσιστικές απόψεις και δώστε τους όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δημοσιότητα. Σχολιάστε αφειδώς, ερευνήστε άοκνα τις μεγαλοστομίες του κόσμου αυτού και των ανθρώπων του δρόμου. Ας υποθέσουμε ότι ένας ρατσιστής ηγέτης, απευθυνόμενος στο ποίμνιό του, αφήσει να του ξεφύγει η άποψη ότι πολλοί τραγουδιστές μας είναι σκουρόχρωμοι και ότι πολλά ονόματα της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου έχουν ξενική προέλευση. Θα μπορούσατε να θεωρήσετε ότι αυτή η πληροφορία δεν αποτελεί είδηση και ότι είναι εντελώς τετριμμένο, εκ του περισσού, ένας ρατσιστής να εκστομίζει ρατσιστικές απόψεις μπροστά σε ομοϊδεάτες του. Το αποτέλεσμα όμως μιας τέτοιας στάσης θα ήταν διπλά δυσάρεστο: αφενός θα παραλείπατε να εκδηλώσετε τη διαρκή επαγρύπνησή σας ενάντια στη διάδοση των ρατσιστικών ιδεών και αφετέρου οι ιδέες αυτές θα έχαναν την ευκαιρία να διαδοθούν. Ενώ η ουσία του ζητήματος είναι να μιλάμε γι’ αυτές διαρκώς, να ορίζουν μονίμως το πλαίσιο όσων βλέπουμε και όσων ακούμε. Μια ιδεολογία αποτελείται πρώτα απ’ όλα από αισθητές και οφθαλμοφανείς διαπιστώσεις και όχι από θέσεις. Δεν είναι ανάγκη να εγκρίνουμε τις ιδέες των ρατσιστών. Αρκεί να βλέπουμε αδιάκοπα αυτό που θέλουν να μας δείξουν, να μιλάμε αδιάκοπα γι’ αυτό που θέλουν να μας πουν και, απορρίπτοντας τις «ιδέες» τους, να δεχόμαστε το δεδομένο που μας επιβάλλουν.

Κανόνας 2ος. Μην παραλείπετε να απορρίπτετε κάθε τέτοια διακήρυξη μετά βδελυγμίας. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε πλήρως αυτόν τον κανόνα, διότι το αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται είναι τριπλό. Πρώτον, οι ρατσιστικές ιδέες πρέπει να γίνουν κοινός τόπος, μέσα από τη συνεχή τους διάδοση. Δεύτερον, πρέπει να τις αποκηρύσσουμε διαρκώς για να διατηρήσουν τη σκανδαλιστική τους δύναμη και την έλξη τους. Τρίτον, η αποκήρυξη αυτή πρέπει να προβάλλεται ως δαιμονοποίηση, κατηγορώντας τους ρατσιστές επειδή λένε κάτι κοινότοπο και οφθαλμοφανές. Ας επιστρέψουμε στο παράδειγμά μας: θα μπορούσατε να θεωρήσετε ανάξια λόγου την ανάγκη που ένιωσε ο κ. Λεπέν να παρατηρήσει αυτό που βλέπει όλος ο κόσμος δια γυμνού οφθαλμού, ότι δηλαδή ο τερματοφύλακας της Εθνικής Γαλλίας είναι μελαμψός. Έτσι όμως θα σας διέφευγε η ουσία: να αποδείξετε ότι το έγκλημα που αποδίδεται στους ρατσιστές είναι ότι λένε κάτι που βλέπει όλος ο κόσμος δια γυμνού οφθαλμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Εικόνες από το μέλλον;

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com

Τρίτη βράδυ. Στην Γ΄ Σεπτεμβρίου ένας μικρόσωμος άνδρας (Ινδός ή Μπαγκλαντεσιανός) που το χείλος του αιμορραγεί δέχεται τη φροντίδα τριών Ελλήνων μπροστά από ένα φαρμακείο. Σε όλο το πεζοδρόμιο μέχρι τον ΟΤΕ υπάρχουν κηλίδες αίματος· λίγο πιο κάτω πάλι αίμα, πρόχειρα σφουγγαρισμένο αυτή τη φορά και δυο γυναίκες που φωνάζουν: «Να τους σκοτώσουν στο ξύλο όλους. Αμάν πια!».

Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com

Δυο μέρες μετά, τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο, ναζιστικές ομάδες συνεχίζουν να καταδιώκουν συντεταγμένα και να ξυλοκοπούν όποιον νομίζουν ξένο, να καταστρέφουν βιτρίνες και να λεηλατούν καταστήματα μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας. Έχουν προηγηθεί οι στυγνές δολοφονίες δύο ανθρώπων από άγνωστους δράστες, η μία την Τρίτη το πρωί στη συμβολή των οδών Γ΄ Σεπτεμβρίου και Ηπείρου με θύμα έναν 44χρονο Έλληνα και λάφυρο μια βιντεοκάμερα και η δεύτερη τα ξημερώματα της Πέμπτης στα Κάτω Πατήσια με θύμα έναν 21χρονο μετανάστη από το Μπαγκλαντές.

Η αναφορά στα γεγονότα δεν γίνεται βέβαια με πρόθεση ειδησεογραφική ή ενημερωτική, αλλά κυρίως για να μπορέσω εγώ ο ίδιος να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, για να μπορέσω να σκεφτώ. Είναι φορές που οι εξελίξεις μας προσπερνούν ή μας καθηλώνουν, και τότε δυσκολεύει ακόμη περισσότερο η προσπάθεια να τις κατανοήσεις και πόσω μάλλον να μιλήσεις γι’ αυτές. Το δράμα της μετανάστευσης, η πολιτική και η απουσία της, ο ρατσισμός κι ο εθνικισμός, η φτώχεια και η ανθρώπινη δυστυχία που δεν έχουν χρώμα και φυλή, η εκμετάλλευση και το οργανωμένο έγκλημα, το κράτος και το παρακράτος, η ανθρωποφαγία των ΜΜΕ και η δική μας, όλα ξαφνικά φαντάζουν λέξεις αδύναμες, παγωμένες και βουβές μπροστά στην όψη του αίματος. Και ο κύκλος δεν κλείνει εδώ.

Τετάρτη μεσημέρι, ο Γιάννης Καυκάς, 31 χρόνων. Παραμένει μέχρι σήμερα στην εντατική σε κρίσιμη κατάσταση μετά από τα δολοφονικά χτυπήματα των αστυνομικών δυνάμεων στο πλαίσιο της καταστολής της απεργιακής κινητοποίησης της Τετάρτης. Ένα «μεμονωμένο περιστατικό», όπως και τόσα άλλα, θυσία στο βωμό της τάξης και της ασφάλειας. Περιστατικό άμεσα καταδικασθέν από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο, μαζί με την τυπική και τόσο υποκριτική καταδίκη της βίας «απ’ όπου κι αν προέρχεται».

Συνέχεια ανάγνωσης

Εχθροπάθεια και ποινική καταστολή

Standard

του Δημήτρη Αρ. Φίλη

Δημήτρης Μεράντζας, "Χωρίς τίτλο", 2006 (από την έκθεση-δημοπρασία «Συμβολή 39 καλλιτεχνών για τα ΑΣΚΙ»)

Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης «για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου» εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους ποινικής καταστολής για πολιτικές απόψεις που δεν εντάσσονται σε επικρατούσες μορφές θεώρησης σημαντικών γεγονότων. Οι επικίνδυνες διατάξεις που αποτελούν και τον κορμό του νομοσχεδίου εντοπίζονται στα άρθρα 3 και 4.

Το άρθρο 3 ορίζει: «Όποιος από πρόθεση, δημόσια προφορικά ή διά του τύπου ή μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή εχθροπάθεια κατά ομάδας ή προσώπου, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το γενετήσιο προσανατολισμό, ή κατά πραγμάτων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις παραπάνω ομάδες ή πρόσωπα, κατά τρόπο που μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή χιλίων έως πέντε χιλιάδων (1.000-5.000) ευρώ». Συνέχεια ανάγνωσης

Ποινικοποίηση του ρατσιστικού λόγου: πολιτικά ανεδαφική και νομικά ολισθηρή

Standard

της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Παρόλο που τα «Ενθέματα» δεν συνηθίζουν να φιλοξενούν ανακοινώσεις φορέων ή συλλογικά κείμενα, δημοσιεύουμε σήμερα, με κάποιες περικοπές (το πλήρες κείμενο, στο http://www.hlhr.gr και στο enthemata.wordpress.com), την ανακοίνωση που εξέδωσε (30.3.2011) η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σχετικά με το σχέδιο νόμου για «την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας». Κι αυτό  επειδή θεωρούμε ότι η ανακοίνωση αποτελεί μια από τις καλύτερες αναλύσεις, με πλήρες νομικοπολιτικό σκεπτικό και γνώση της πραγματικότητας, για τους κινδύνους που ενέχει το νομοσχέδιο. Ο τίτλος είναι των «Ενθεμάτων».

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Γιάννης Ψυχοπαίδης, "Η πόλη" (από την έκθεση-δημοπρασία «Συμβολή 39 καλλιτεχνών για τα ΑΣΚΙ»)

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου διατυπώνει επιφυλάξεις σχετικά με την εν γένει χρησιμότητα, αποτελεσματικότητα και κοινωνικοπολιτική λειτουργία του εν λόγω νομοθετήματος στην ελληνική έννομη τάξη. Παρά τις ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειές του, που εστιάζονται στην προσπάθεια σύνδεσης λόγου και πράξης σε σχέση με το κείμενο της Απόφασης-πλαίσιο της Ε.Ε. το οποίο καλείται να ενσωματώσει, το παρόν σχέδιο δεν μπορεί επαρκώς να αμβλύνει τους αδικαιολόγητους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και του λόγου που θέτει η σχετική Απόφαση. Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, παρ’ ότι πολλάκις έχει πέσει θύμα λεκτικής βίας, ως και απειλών εκ μέρους πολλαπλών εκδοχών ακροδεξιού και ξενόφοβου λόγου, επιμένει ότι οι πεποιθήσεις –ακόμη και οι ειδεχθέστερες για εμάς– δεν μπορούν παρά να κυκλοφορούν ελεύθερα.

Το φιλελεύθερο πολίτευμα είναι εξ ορισμού πιο ανεκτικό απέναντι στις απειλές του από τα άλλα πολιτεύματα. Αν δεν είναι, αναιρεί τον εαυτό του. Η παραδοχή αυτή, όμως, είναι άλλη τάξης από την υποβάθμιση ή, ακόμη περισσότερο, τον εξωραϊσμό των απειλών αυτών που προέρχονται από την ανερχόμενη ακροδεξιά στην Ελλάδα αλλά και από άλλα μη πολιτικά συλλογικά μορφώματα στα οποία ενδημεί η κουλτούρα της βίας. Αυτό είναι ζήτημα που σχετίζεται με την προστασία του δημοκρατικού-φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματος και αφορά όλο το συνταγματικό πολιτικό τόξο της Ελλάδας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο αριστούχος

Standard

Διήγημα του Γιωργου Κ. Μπουγελεκα

Γιάννης Ψυχοπαίδης, "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια", 1967, από την ενότητα "Πατριδογνωσία"

–Κύριε Λυκειάρχα, μπορείτε να έλθετε στο γραφείο μου;

–Κατεβαίνω, κύριε Δημόπουλε, απάντησε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο.

Μάζεψε τις σημειώσεις του για τα στατιστικά δελτία του Υπουργείου, έσβησε το τρίτο τσιγάρο του δεύτερου πακέτου της ημέρας –απομεσήμερο βλέπεις–, κατέβηκε τις σκάλες και οδηγήθηκε στο γραφείο του ιδιοκτήτη του σχολείου.

Ιδιωτικό σχολείο στο κέντρο του Πειραιά. Μεγάλη παράδοση, μεσαία δυναμικότητα, κεφάτος σύλλογος. Μαθητικός πληθυσμός από τους γύρω δήμους και για αυτό αμφίβολες οι προοπτικές για όλους. Επιχειρηματία και εκπαιδευτικούς. Η εποχή του ευρώ δεν άφηνε περιθώρια για πολυτέλειες.

–Κύριε Κράλλη, να σας συστήσω τον κύριο Πάνου. Είναι γονέας μαθητή της Τρίτης Λυκείου και επιθυμεί να εγγράψει το παιδί του στο σχολείο μας. Πρόκειται, απ’ ό,τι μου είπε ήδη ο κύριος Πάνου, για άριστο μαθητή με εξαιρετικό χαρακτήρα.

–Χαίρομαι, κύριε Πάνου, απάντησε ο Λυκειάρχης και συνέχισε: –Σε ποιο σχολείο φοιτά τώρα ο γιος σας;

–Στο Δημόσιο Λύκειο κοντά στο σπίτι μας. Αλλά θέλω να αλλάξει σχολείο το παιδί μου.

–Γιατί, αφού πηγαίνει καλά; Ποιος λόγος σας ώθησε μέχρι εκεί;

Έπαιζε με τη φωτιά. Όμως μόνο έτσι θα μπορούσε να προφυλάξει το σύλλογο των καθηγητών, τον εαυτό του και τελικά την εικόνα του σχολείου από ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Τέλος Σεπτέμβρη κι ένας αριστούχος θέλει να αλλάξει σχολείο στην τελευταία τάξη. Κάτι έτρεχε, κι έπρεπε να το μάθει.

–Κοιτάξτε, κύριε, πρέπει να σας πω ότι έχουμε έλθει πριν δεκαέξι χρόνια από την Αλβανία. Ο Λίας ήταν νεογέννητος. Εγώ είμαι πολιτικός μηχανικός, η γυναίκα μου μαία. Διπλωματούχος. Περάσαμε δύσκολες στιγμές. Δουλέψαμε παντού. Από οικοδομές εγώ, μέχρι οικιακή βοηθός εκείνη. Τα καταφέραμε μια χαρά και σήμερα με εκτιμούν και με σέβονται όλα τα οικοδομικά συνεργεία του Πειραιά. Είμαι, βλέπετε πια, κατασκευαστής πολυκατοικιών!

Έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδη, από την ενότητα "Πατριδογνωσία"

Κοίταξε τον εργοδότη του. Εκείνος επιβεβαίωσε με το βλέμμα του και παρενέβη.

–Πράγματι, ο κύριος Πάνου είναι Βορειοηπειρώτης…

–Δεν είμαι Βορειοηπειρώτης! Αλβανός είμαι! Και είμαι περήφανος για την πατρίδα μου, αντέτεινε στα όρια του θυμού. Η γυναίκα μου είναι Βορειοηπειρώτισσα και γι’ αυτό βάφτισε τα παιδιά χριστιανικά… αν και εγώ δεν τα πολυπιστεύω αυτά.

Το γραφείο είχε παγώσει. Ο σχολάρχης προσπαθούσε να βρει την αυτοκυριαρχία του. Στο σχολείο του δεν έγραφε ούτε αλλοδαπούς ούτε Τσιγγάνους ούτε αλλόθρησκους. Δεν το έκανε τόσο για λόγους εθνικής καθαρότητας, αλλά για λόγους εμπορικούς. Γνώριζε πως οι μικροαστοί πελάτες του δεν θα ανέχονταν αλλοδαπούς συμμαθητές για τα παιδιά τους.

–Και καλά κάνετε να είστε περήφανος, κύριε Πάνου, συνέχισε ο Δημόπουλος, αφού βρήκε τα κουράγια του.

–Όμως δεν μου απαντήσατε. Γιατί θέλετε να αλλάξει σχολείο το παιδί σας; επέμεινε ο Λυκειάρχης. Συνέχεια ανάγνωσης