Προσοχή στο κενό: Η πολιτική μας αποτυχία και μια αυτοκτονία

Standard

Για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη και όλους τους Βαγγέληδες της ελληνικής κοινωνίας-3

της Ντίνας Τζουβάλα

Εδώ και λίγες μέρες, τα ΜΜΕ δεν σταματάνε να αναπαράγουν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τα βασανιστήρια και την εξευτελιστική μεταχείριση στην οποία υποβλήθηκε ο Βαγγέλης Γιακουμάκης, δημιουργώντας ένα κύμα ηθικού πανικού, ειδικά στα Ιωάννινα. Ωστόσο, ένα τέτοιο κλίμα συλλογικής υστερίας αποκρύπτει τις αιτίες αυτής της μεταχείρισης. Ο Βαγγέλης Γιακουμάκης έπεσε θύμα εκφοβισμού από τους συμφοιτητές του, όχι μόνο γιατί ήταν ντροπαλός, αλλά, κυρίως, γιατί θεωρήθηκε ότι δεν ήταν αρκετά «άντρας», ότι ήταν «αμφίβολου» σεξουαλικού προσανατολισμού. Ο Γιακουμάκης δεν έπεσε θύμα τυφλού μίσους, αλλά στοχοποιήθηκε γιατί δεν εναρμονιζόταν με τα παραδοσιακά πρότυπα αρρενωπότητας, που κυριαρχούν στην Ελλάδα.

Leonora Carrington - Bird bath

Leonora Carrington – Bird bath

Ξέρω ότι το ζήτημα είναι ευαίσθητο, καθώς εμπλέκει πτυχές της προσωπικής ζωής του –νεκρού πια– παιδιού. Ωστόσο, αν δεν μιλήσουμε γι’ αυτή τη διάσταση, χάνουμε την ουσία του ζητήματος. Γιατί, εκτός από την προφανή επίδειξη «ανδρισμού», όπως σε όλες τις περιπτώσεις εκφοβισμού, πρέπει να έχουμε κατά νου αυτό που η ελληνική κοινωνία προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεχάσει: ο Γιακουμάκης υπήρξε θύμα ομοφοβικής βίας και διακρίσεων, όχι μόνο «νεανικής βίας». Ως εκ τούτου, η ξαφνική κοινωνική ανησυχία για το bullying είναι μεν καλοδεχούμενη σε μια χώρα που η διαμαρτυρία για τέτοιες συμπεριφορές συνήθως θεωρείται περαιτέρω επιβεβαίωση αδυναμίας, αλλά δεν είναι αρκετή. Η Ελλάδα είναι ένα από τα τελευταία κράτη της Ευρώπης που δεν παρέχει, μέχρι σήμερα κανενός είδους νομική αναγνώριση σε ομόφυλα ζευγάρια – και αυτή είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου σε μια βαθιά ομοφοβική κοινωνία. Συνέχεια ανάγνωσης

Να βρούμε τις λέξεις, να πούμε τις ιστορίες μας

Standard

Για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη και όλους τους Βαγγέληδες της ελληνικής κοινωνίας-2

του Πέτρου Σαπουντζάκη 

Τα τελευταία έξι χρόνια, που ασχολούμαι με το θέμα του ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού στην εκπαίδευση, η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντώ όταν φέρνω το θέμα σε κοινό, κυρίως όταν κάνω μια θεωρητική ανάλυση, είναι μια αντίσταση έμμεση, η οποία δεν εκδηλώνεται φανερά αλλά με σιωπή.

Σαλβαντόρ Νταλί, «Αταβιστικό δειλινό», 1935

Σαλβαντόρ Νταλί, «Αταβιστικό δειλινό», 1935

Ναι, πλέον έχουμε μάθει να ακούμε για ομοφοβία και τρανσφοβία. Έχουμε ακούσει για τις διακρίσεις με βάση τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα ή την έκφραση φύλου. Είναι μέρος του γνωστού-άγνωστου σεξισμού. Υπάρχουν όμως κάποιοι αόρατοι μηχανισμοί που μας κρατούν ακόμα σε αμήχανη στάση. Κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν συμπληρώνει, κανείς δεν διευκρινίζει.

Αν μάλιστα φέρω στο κοινό παραδείγματα από ζωές ΛΟΑΤ ατόμων, μαθητριών, φοιτητών, ενηλίκων, η αμηχανία αιωρείται και κυριαρχεί. Συναισθήματα που δεν ξέρεις αν είναι απολογητικά, ενοχικά, συναισθήματα έντασης, σαν να κατηγορείς κάποιον για κάτι που δεν έχει κάνει. Ένα σιωπηλό «Και τι να κάνω; Τι να κάνουμε; Πρέπει να κάνουμε κάτι;» Συνέχεια ανάγνωσης

Η πορνογραφία δείχνει πώς θα είναι το τέλος του κόσμου»

Standard

Με αφετηρία τις «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι»

του Κρις Χέτζες

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου 

Aπό τις «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι»

Οι «Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι», τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία, είναι μια αποθέωση του σαδισμού που διαπνέει σχεδόν όλες τις εκφάνσεις της αμερικανικής κουλτούρας και βρίσκεται στην καρδιά της πορνογραφίας και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Εξοραΐζει την πραγμοποίηση των γυναικών. Προασπίζει έναν κόσμο κενό από συμπόνια, ενσυναίσθηση και αγάπη. Μετατρέπει σε ερωτικό αντικείμενο μια υπεραρσενική εξουσία που κακομεταχειρίζεται, υποβιβάζει, ξεφτιλίζει και βασανίζει γυναίκες των οποίων οι προσωπικότητες έχουν αφαιρεθεί, των οποίων η μόνη επιθυμία είναι να υποβιβάζουν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία του αντρικού πόθου. Η ταινία, όπως ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» του Ίστγουντ, έχει ως δεδομένο έναν κόσμο θηρευτών και θηραμάτων όπου οι αδύναμοι και ευάλωτοι είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης ενώ οι ισχυροί είναι ναρκισσιστές και βίαιοι ημίθεοι. Καθαγιάζει αυτή την καπιταλιστική κόλαση ως φυσική και επιθυμητή. Συνέχεια ανάγνωσης

Η τρανς Aριστερά – και η ανάγκη της

Standard

Ριζοσπαστική πολιτική, φύλο και σεξουαλικότητα

του Δημήτρη Παπανικολάου

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το μοντέλο», 1922

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το μοντέλο», 1922

 Η πρώτη αντίδρασή μου, όταν άκουσα την προηγούμενη εβδομάδα τον Πάνο Σκουρλέτη να αναφέρεται σε τρανσέξουαλ αριστερούς μιλώντας για τα στελέχη της ΔΗΜΑΡ, ήταν να σκεφτώ ότι μάλλον ο εκπρόσωπος Tύπου του ΣΥΡΙΖΑ δεν γνωρίζει την ανθρωπογεωγραφία του ίδιου του πολιτικού χώρου τον οποίο εκπροσωπεί. Μου φάνηκε, δηλαδή, περίεργο να μην ξέρει ότι και βέβαια υπάρχουν «τρανσέξουαλ» αριστεροί και αριστερές, και ότι οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται πολύ κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ, συμμετέχοντας στον πολύ δημιουργικό διάλογο που κάνουν οι ομάδες φύλου/σεξουαλικότητας και δικαιωμάτων εντός του κόμματος και των συνιστωσών του. Να μου πεις, μια άστοχη παρομοίωση έκανε ο άνθρωπος, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι είπε τη φράση «πολιτικά μιλώντας». Περί αυτού παρακάτω.

Η δεύτερή μου σκέψη, μόλις άκουσα για τρανσέξουαλ αριστερούς, ήταν ο χαμός που θα επακολουθούσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – παρόμοιος μ’ αυτόν που είχε προκληθεί για προηγούμενες αντίστοιχες δηλώσεις στελεχών ή συνεργαζόμενων με τον ΣΥΡΙΖΑ. Με το που γίνονται τέτοιες δηλώσεις, τα αντανακλαστικά των χρονικογράφων του διαδικτύου είναι να βγουν να καταγγείλουν συλλήβδην το κόμμα για κοινωνικό αρχαϊσμό. Άντε τώρα να πείσεις ότι δεν είσαι (ομοφοβικός ή τρανσφοβικός) ελέφαντας… Ή, τέλος πάντων, να δεις κατά πόσο μπορεί να είσαι λιγάκι, και να κάτσεις, πολιτικά, να το αντιμετωπίσεις.

Αν γυρνώ και (συ)ζητώ τα ρέστα από εκείνη τη φράση, δεν είναι μόνο γιατί πιστεύω ότι η Αριστερά που θέλει να εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο χώρος όπου όταν κάνεις ένα τέτοιο λεκτικό παραστράτημα βγαίνεις και λες κι ένα δημόσιο συγγνώμη. Είναι γιατί πιστεύω ότι, με την αφορμή αυτή, μπορούμε  και πρέπει να συζητήσουμε τρία καίρια και αλληλένδετα ζητήματα που αναδύονται: πολιτικοκοινωνικής στόχευσης, πολιτικού λόγου και πολιτικής γενεαλογίας. Τα παίρνω με τη σειρά.

Υπάρχει κόσμος που περιμένει από τη νέα Αριστερά να παραγάγει όχι απλώς μια ρητορική ανοχής, αλλά πραγματικά ριζοσπαστική πολιτική στα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας. Πολύς επίσης κόσμος πιστεύει ότι, την εποχή της Κρίσης, όταν οι έμφυλες ιεραρχίες σκληραίνουν, η επιμονή της Αριστεράς σε αυτά τα ζητήματα επιβεβαιώνει παραδειγματικά τη ριζοσπαστικότητα και την πολιτική της βούληση. Το να έχει όλο και πιο προοδευτικές και ενημερωμένες πολιτικές φύλου και σεξουαλικότητας, δεν είναι για την Αριστερά μόνο δείγμα του γενικότερου πολιτικού πολιτισμού της· σήμερα, γίνεται και μια απολύτως αναγκαία ένδειξη ότι δεν είναι διατεθειμένη να συστραφεί, εν καιρώ μνημονίων, σε κοινωνικοπολιτικές ατζέντες εθνοπαραδοσιακές, κοινωνικοπατριαρχικές, και βιοπολιτικά κανονιστικές. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Δημοκρατία με τα μάτια του… έρωτα

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του χρόνου» (λεπτομέρεια), 1545

Το 2011 ήταν μια πολύ σκληρή χρονιά για την Ελλάδα. Η οικονομική διάλυση της κοινωνίας είναι η ορατή πλευρά μιας καταστροφής, οι αθέατες όψεις της οποίας, πολιτικές και πολιτισμικές, είναι εξίσου οδυνηρές, αν και πιο μακρόσυρτες ή αδιαφανείς ακόμη. Κι όμως, αυτή τη χρονιά, στην οποία δοκιμάστηκαν και εξακολουθούν να δοκιμάζονται (για πόσο ακόμη, ένας Θεός ξέρει) άνθρωποι, θεσμοί, κατακτήσεις δεκαετιών, και εν τέλει η ίδια η δημοκρατία, υπήρξε μια σημαντική και σε βάθος χρόνου αντίσταση. Στα τέλη του 2011 με αρχές 2012 –την εποχή δηλαδή που κάποιοι διανοούμενοι έτειναν χείρα σωτηρίας σε υπουργούς που ευθύνονται άμεσα για τη διάλυση των θεσμών, μαθαίνοντάς μας ότι η υποταγή μας είναι το καλύτερο μέσον για τη δική τους επιβίωση– κάποιοι άλλοι διανοούμενοι εξέδιδαν βιβλία. Κάποιοι άλλοι λοιπόν κόπιαζαν, προσφέροντάς μας εργαλεία για να ξαναθυμηθούμε ότι η σθεναρή και μακροχρόνια αντίσταση χρειάζεται ρίζες, σκέψη σοβαρή και βαθιά. Ανάμεσα στα σημαντικά βιβλία που βρέθηκαν στα χέρια μου, όπως του Αντώνη Λιάκου και του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, και τα οποία δεν είχα ακόμη το χρόνο να διαβάσω (ο όγκος αλλά και η πυκνότητα των ιδεών τους δεν προσφέρονται για γρήγορες αναγνώσεις), έπεσε κι ένα μικρό βιβλιαράκι — ευκολοδιάβαστο αλλά όχι εύκολο, ευχάριστο αλλά πολύ σοβαρό: Έρωτας και τιμωρία στην Ελλάδα. Σύντομη ιστορική εισαγωγή του Νίκου Παρασκευόπουλου (εκδ. Σαββάλας), μόλις 100 σελίδες μικρού σχήματος.
Ο συγγραφέας μιλά για τη δημοκρατία, την ελευθερία, τις κοινωνικές και πολιτικές νοοτροπίες, τις ανθρώπινες συμπεριφορές, με τα μάτια ενός λίγο απροσδόκητου «συντρόφου»: του έρωτα. Ποινικολόγος ο Παρασκευόπουλος, εξοπλισμένος όπως πάντα στις μελέτες του όχι μόνο με τα σίγουρα εργαλεία της επιστήμης του, αλλά και με κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, φιλοσοφικές και ιστορικές αποσκευές, ανιχνεύει μέσω του δικαιικού συστήματος τη σχέση συγκεκριμένων «ερωτικών συμπεριφορών με τις βαθιές δομές της συλλογικά οργανωμένης εξουσίας». Συνέχεια ανάγνωσης