«Jacobin»: μαρξισμός, κουλτούρα και ταξική ανάλυση στον 21ο αιώνα

Standard

Ένα αριστερό περιοδικό με ευρεία απήχηση

Μέσα σε μία μόλις πενταετία το περιοδικό Jacobin κατάφερε όχι να αναδειχθεί όχι μόνο σε «ηγετική φωνή της αμερικανικής Αριστεράς, με άρθρα πάνω στην πολιτική, την οικονομία και τον πολιτισμό, σε μια σοσιαλιστική προοπτική», αλλά σε σημείο αναφοράς για την Αριστερά, διεθνώς (με πάνω από 10.000 συνδρομητές και πάνω από 700.000 διαδικτυακούς αναγνώστες ανά μήνα) — και ειδικότερα για μια νέα γενιά αριστερών, που δίνουν έμφαση σε ζητήματα θεωρίας και ταξικής πάλης, όπως άλλωστε ο ιδρυτής και οι βασικοί του συνεργάτες. Ο ιστορικός Γιώργος Σουβλής (υποψήφιος δρ στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας) συνάντησε τον Bhaskar Sunkara, ιδρυτή και εκδότη του Jacobin, στο πλαίσιο του συνεδρίου Historical Materialism, τον Νοέμβριο του 2014 και συζήτησε διά μακρών μαζί του. Μια σύνοψη της συζήτησης, έπειτα από διαδοχικές επεξεργασίες και επικαιροποιήσεις, με τη βοήθεια του Bhaskar, μπορείτε να διαβάσετε σήμερα. Εμείς, πρέπει να ευχαριστήσουμε θερμά τον Μπασκάρ Σουνκάρα, τον Γιώργο Σουβλή, καθώς και τον Δημήτρη Ιωάννου, που ανέλαβε το επίπονο έργο της απομαγνητοφώνησης και μετάφρασης.

«Ε»

Συνέντευξη του Μπασκάρ Σουνκάρα στον Γιώργο Σουβλή

                                                         Μιλάει για το περιοδικό «Jacobin» και τη διαδρομή του, το Οccupy Wall Street, τον Μπ. Σάντερς, τον ΣΥΡΙΖΑ, τους Podemos

Απομαγνητοφώνηση και μετάφραση Δημήτρης Ιωάννου

Πες μας κάποια πράγματα για σένα, τις σπουδές σου, την ένταξή σου στην Αριστερά κλπ.

Γεννήθηκα το καλοκαίρι του 1989. Οι γονείς μου είχαν έρθει ένα χρόνο νωρίτερα στις ΗΠΑ, μετανάστες από το Τρινιντάντ και το Τομπάγκο. Ήμουν ο μικρότερος από πέντε αδέλφια και ο μόνος που γεννήθηκε στις ΗΠΑ. Έτσι, στην οικογένειά μου μπορείς να δεις την τυπική διαταξική πορεία του μετανάστη. Τα περισσότερα από τα αδέλφια μου δεν πήγαν στο πανεπιστήμιο και είχαν λιγότερες ευκαιρίες από όσες είχα εγώ, που μεγάλωσα σε μια περιοχή με καλά δημόσια σχολεία, πρόσβαση σε βιβλιοθήκες κ.λπ. Οπότε, οι ταξικά εξηγήσιμες ανισότητες ευκαιριών ήταν σε μένα προφανείς από πολύ νωρίς, όπως και το πόσα πράγματα στη ζωή οφείλονται στην τύχη.

Από πολύ νέος ενδιαφερόμουν για έναν ακτιβισμό με αριστερό-προοδευτικό πρόσημο. Ωστόσο, πέρα από αυτή την ευρεία κεντροαριστερή προδιάθεση, δεν πολιτικοποιήθηκα. Η πραγματική ένταξή μου στην Αριστερά έγινε μέσω της διανοητικής δραστηριότητας: μια και οι γονείς μου δούλευαν ως αργά, πήγαινα στη βιβλιοθήκη μετά το σχολείο και, γύρω στην έβδομη τάξη [η δική μας 1η γυμνασίου], δηλαδή στα 12 ή 13 μου, ανακάλυψα τον Φόρο Τιμής στην Καταλονία του Τζορτζ Όργουελ, και μέσω αυτού τη συζήτηση γύρω από τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον Τρότσκι. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι γίνεται με εκείνη την υπόθεση του σοσιαλισμού;

Standard

του Κωνσταντίνου Ζαγάρα

Μπόρις Κουστόντιεφ, «Ο μπολσεβίκος» (1920)

Μπόρις Κουστόντιεφ, «Ο μπολσεβίκος» (1920)

«Τι θα γίνει με εκείνη την υπόθεση του σοσιαλισμού;» Ένα ερώτημα που βασάνιζε για δεκαετίες τους αριστερούς, αλλά απαξιώθηκε μαζί με τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων, στα ερείπια της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, απουσιάζοντας χαρακτηριστικά από τον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα, μάλλον παραπέμπει σε μια φιλολογικού ή ακαδημαϊκού τύπου συζήτηση, μακριά απ’ την κεντρική πολιτική σκηνή και τις ανάγκες των πολιτών.

Αποτελεί παράδοξο, ενώ η κρίση διαπερνά κάθε πτυχή της καθημερινότητας, να μην συζητείται καν αυτό που, από τον 19ο αιώνα, διακηρύχθηκε ως η κίνηση που οδηγεί σε μια αταξική κοινωνική θέσμιση, μια κοινωνία όπου ο καθένας προσφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του και στον καθένα προσφέρεται ό,τι αντιστοιχεί στις ανάγκες του.

Περίοδος μεταβατική. Ζούμε σε κοινωνίες αβίωτες, όπου συνυπάρχουν ο πλούτος και η φτώχεια, η χλιδή και η εξαθλίωση. Τα τεχνολογικά θαύματα στρώνουν τον δρόμο σε μια ιλιγγιώδη παραγωγικότητα, τη στιγμή που τα δύο τρίτα της ανθρωπότητας σαπίζουν μέσα στην υπανάπτυξη, τη φτώχεια και την αρρώστια. Σε κοινωνίες που κατάφεραν να κατακτήσουν υψηλά επίπεδα ευμάρειας, αλλά σήμερα θέτουν σε αμφισβήτηση τους ίδιους τους όρους ύπαρξής τους.

Στην Ελλάδα δεν σπάνιζαν –ούτε και τώρα σπανίζουν– οι αντιλήψεις, ακόμα και στην Αριστερά, για την κοινωνική καχεξία της εργατικής τάξης, την τριτοκοσμικού τύπου δομή της ελληνικής κοινωνίας, περί «μικρομεσαίας δύσμορφης ανάπτυξης» και «δημοσιοϋπαλληλικού παραδείσου». Ωστόσο, η καπιταλιστική ολοκλήρωση επήλθε στην Ελλάδα. Καθυστερημένα ή στρεβλά, αλλά επήλθε: αναπτύχθηκε ο δευτερογενής τομέας, επεκτάθηκε η μισθωτή εργασία, επικράτησε το βιομηχανικό μοντέλο στην οργάνωση της παραγωγής, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δέσποζε για χρόνια στην οικονομία, ο πληθυσμός αστικοποιήθηκε, το κράτος υπήρξε μοχλός αναπαραγωγής του κεφαλαίου, η ντόπια αγορά ενσωματώθηκε στην παγκόσμια και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους εξασφάλισαν σε μεγάλο βαθμό, την αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής. Συνέχεια ανάγνωσης

Αρχείο Στ. Καλλέργη: Ψηφίδες από τον σχεδιασμό της σοσιαλιστικής πολιτείας

Standard

stavrosss

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Aπό τις εκδόσεις της Βιβλιοθήκης του Μουσείου Μπενάκη κυκλοφορεί, τις επόμενες μέρες, ο τόμος Αρχείο Σταύρου Καλλέργη: Ψηφίδες από τον σχεδιασμό της σοσιαλιστικής πολιτείας. Πρόκειται για τον αναλυτικό κατάλογο του αρχείου του έλληνα σοσιαλιστή σε επιμέλεια του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου, που ανασυνθέτει τη ζωή και τη δράση του, με πολλά άγνωστα στοιχεία. Από την εισαγωγή του επιμελητή, που αποτελεί μια πρωτότυπη αυτοτελή μελέτη, προδημοσιεύουμε το κομμάτι που αναφέρεται στα ύστερα χρόνια, της απόσυρσης και της ιδιώτευσης του Καλλέργη. Για τις ανάγκες της παρούσας δημοσίευσης, έχουν απαλειφθεί οι υποσημειώσεις.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

του Κωστή Καρπόζηλου

 kostisΗ εποχή της ιδιώτευσης (1900-1926). Η καθημερινότητα του Σταύρου Καλλέργη στο γύρισμα του 20ού αιώνα είχε μικρή συνάφεια με τους προσανατολισμούς της προηγούμενης ζωής του. Ο άνθρωπος που είχε περιγράψει τη «νοικοκυροσύνη» ως συνώνυμη της κοινωνικής καθυστέρησης μετατρεπόταν σε δραστήριο μεταπράτη με επεκτεινόμενες εμπορικές δραστηριότητες. Ύστερα από την απολογητικού ύφους Επιστολή του 1898 δεν υπάρχουν τεκμήρια που να αποκαλύπτουν ενδεχόμενες εσωτερικές ταλαντεύσεις που παρήγαγε αυτή η μεταβολή. Ο Καλλέργης πρέπει να συνειδητοποίησε νωρίς ότι η κρητική κοινωνία σε μικρό βαθμό αποδεχόταν τις κοινωνικές και πολιτικές του αντιλήψεις. […]

Το «Εμποροπαραγγελιοδοχικόν Γραφείον Σταύρου Γ. Καλλέργη» στον Πάνορμο, προμήθευε καταστήματα στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο με τα προϊόντα της περιοχής: χαρούπια, λάδι, σαλιγκάρια και ελαιοπυρήνα. Το 1901 ο Καλλέργης επιχείρησε να διευρύνει τις δραστηριότητές του συνεργαζόμενος με τον ηρακλειώτη έμπορο Σπυρίδωνα Ιωάννου. Η συνεργασία αποσκοπούσε στην εισαγωγή υφασμάτων και ενδυμάτων της «ελληνικής βιομηχανίας» και στην εξαγωγή κρητικών αγροτικών προϊόντων στο ελληνικό κράτος. Το δίκτυο συνεργατών του νέου σχήματος περιλάμβανε τις πόλεις της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο και το λιμάνι του Πάνορμου), την Αθήνα και τον Πειραιά. Ο κόσμος του Σταύρου Καλλέργη κινούνταν πλέον γύρω από τις παραγγελίες, τις συναλλαγματικές, την Τράπεζα Κρήτης, τους προμηθευτές, την κίνηση των φορτίων, το κατάστημα υφασμάτων «Φωτόπουλος – Λιαγκρής» στην Αθήνα. Στο πλαίσιο αυτό ο Καλλέργης επέστρεψε στην Αθήνα, προκειμένου να ενισχύσει τη συνεργασία του οίκου του με αθηναϊκά καταστήματα και βιοτεχνίες. Υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες η ελπιδοφόρα συνεργασία μετατράπηκε σε εξαιρετικά σύντομο διάστημα σε οικονομική αποτυχία, με χρέη έναντι του αθηναίου εμπόρου Νικολάου Μπαλάσκα και ρήξη με τον Ιωάννου. Συνέχεια ανάγνωσης

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Η γλώσσα του σοσιαλισμού

Standard

 Ταξική προοπτική και εθνική ιδεολογία στον ελληνικό 19ο αιώνα

της Βίκυς Καραφουλίδου

 Τα «Ενθέματα», με ιδιαίτερη χαρά,  αναγγέλλουν την κυκλοφορία της μελέτης της Β. Καραφουλίδου Η γλώσσα του σοσιαλισμού. Ταξική προοπτική και εθνική ιδεολογία στον ελληνικό 19ο αιώνα (εκδ. Βιβλιόραμα), που θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία την επόμενη Πέμπτη. Με χαρά, όχι τόσο επειδή η συγγραφέας τυγχάνει φίλη, αλλά επειδή πρόκειται για ένα βιβλίο προικισμένο: ένα απαιτητικό και συνάμα εξόχως ενδιαφέρον θέμα, ένα φιλόδοξο ερευνητικό σχέδιο,  πραγματώνονται με το απαιτούμενο θεωρητικό εύρος και την κατάλληλη πραγματολογική τεκμηρίωση, χαρίζοντάς μας μια άρτια μελέτη. Δεν μένει παρά να το διαπιστώσετε, ιδίοις όμμασι.

Στρ. Μπ.

Horace Vernet (χαράκτης: J. P. M. Jazet), «Μάστιγες του 19ου αιώνα: σοσιαλισμός και χολέρα». Επιχρωματισμένη χαλκογραφία. Από το εξώφυλλο του βιβλίου (μακέτα: Εριφύλη Αράπογλου)

 Στη δημιουργία ενός πυκνού πλέγματος επιχειρημάτων κατά του σοσιαλισμού και της νεωτερικής ταξικής διαστρωμάτωσης, κοντά στα μοτίβα αμφισβήτησης της βιομηχανίας, της ύπαρξης προλεταριάτου και της απόρριψης του εθνικά επιζήμιου εμφυλίου πολέμου, έρχονταν να προστεθούν και άλλες δύο καθοριστικές αρνήσεις, αυτές της επιστήμης και του δυτικού πολιτισμού. […] Ο «σοσιαλισμός» συγκαταλεγόταν χλευαστικά στις επιστημονικές θεωρίες της [ευρωπαϊκής] μόδας και περιγραφόταν ως ξένες έγνιες και παράξενες έννοιες. Το διακύβευμα πάντως διαφαινόταν ακόμα καθαρότερα, όταν ο Κ. Χατζόπουλος στηλίτευε ακριβώς αυτόν τον στρουθοκαμηλισμό απέναντι στον ευρωπαϊκό κόσμο. Η Ελλάδα ανήκε στη Δύση και έπρεπε κάποια στιγμή να το πάρει οριστικά απόφαση: Κ’ εμείς ενώ απ’ τόνα μέρος πασχίζομε να συγκοινωνήσωμε και σιδηροδρομικώς με την Ευρώπη, απ’ τ’ άλλο θέλομε ν’ αντισταθούμε στην εξέλιξη, που θα μας φέρη κατ’ ανάγκη η στενότερη συνάφειά μας τον πολιτισμό της. […] Κινέζικη τακτική […] Ο πολιτισμός αυτός, θέλοντας και μη θα σας κατακτήση. Στο πλάι του, και στην υποστήριξη μιας Ευρώπης-προτύπου, με τον πολιτισμό και τις επιστήμες της, στρατεύονταν όχι μόνο οι δηλωμένοι σοσιαλιστές, αλλά και όλοι οι δημοτικιστές που είχαν υπερασπιστεί, άμεσα ή έμμεσα, τον Σκληρό. Πιο γλαφυρός ανάμεσά τους, ο Φώτος Πολίτης, διατρέχει με το βλέμμα μια Γερμανία που γνωρίζει αρκετά καλά για να τη ζηλέψει βαθιά, συγκρίνοντάς την ανηλεώς με τις ανεπάρκειες της «θλιβερής» του πατρίδας. Εκεί, εργασία, μόρφωση, βιβλιοθήκες, φοιτήτριες, ζωντανές συζητήσεις, πολιτική: Η θρησκεία, ο σοσιαλισμός, το ζήτημα της χειραφέτησης, είναι θέματα από καθημερνές διαλέξεις. […] για όλα τα κοινωνικά ζητήματα. Κι’ ο εργάτης, κι’ ο μπακάλης, κ’ η δούλα, πάνε το βράδυ κι ακούνε. Εδώ, τεμπελιά, το καφέ του Ζαχαράτου, αρχαιολογία και πατριαρχικά ράσα, επικίντυνη επιπολαιότητα, φοβισμένα κορίτσια που κρατάνε το φουστάνι της μάννας τους: Είναι αστείο να λέμε πως είμαστε έξυπνη φυλή, όταν μας λείπει το  δ η μ ι ο υ ρ γ ι κ ό   π ν ε ύ μ α […] ο  χ α ρ α κ τ ή ρ α ς λείπει από κάθε έργο μας […] Κι’ αν τολμήση κανείς καμμιά φορά ν’ ανοίξη μια χαραμάδα, για να φυσήξη ελαφρά μέσα ο καθαρός αγέρας […] θαν τον πνίξουν οι καλοθελητάδες του έθνους και θα σπάσουν τις καμπάνες τους οι εκατόν ογδόντα πέντε εκκλησίες που λειτουργάνε στην Αθήνα, φωνάζοντας το λαό ν’ αποτελειώση τον προδότη.

Σε αυτόν τον μακρύ διάλογο, οι κομβικοί άξονες της διαμάχης είχαν γίνει ξεκάθαροι: νεωτερικότητα/Δύση/βιομηχανία/επιστήμη/ταξική κοινωνία. Από τη μία πλευρά, η δυσπιστία. Από την άλλη, ο θαυμασμός. Στο ενδιάμεσο, η συμβιβαστική τακτική του εκδότη, που αγκάλιαζε με φροντίδα όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του, φωτισμένα μυαλά […] και ψυχές φιλελεύτερες […] σοσιαλίστες και νατσιοναλίστες, εξίσου: θα δώσουνε στο τέλος τα χέρια κ’ έτσι σιγά σιγά θα γεννηθεί στην πατρίδα μας ένας καινούριος σοσιαλισμός που να ταιριάζει και με την ψυχή μας, και με τη ζωή μας, και με το κλίμα μας, ακόμα και με τα όνειρά μας τα εθνικά, ένα είδος να πούμε  Ρ ω μ α ί ϊ κ ο ς  σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς. Η προσδοκία δεν ευοδώθηκε. Αντίθετα, φαίνεται πως, με αφορμή το διάλογο πάνω στο έργο του Σκληρού, η ασθενής συζυγία σοσιαλισμού και δημοτικισμού έφερε στο φως κάτι άλλο. Το πρόπλασμα ενός ευρύτερου προοδευτικού χώρου, που θα υπερασπιζόταν την κοινωνική ευαισθησία, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, την εξυγίανση των κοινωνικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών δομών, τη χειραφέτηση από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, την ευθυγράμμιση με την Ευρώπη. Σε μια αρκετά καλά υπολογισμένη ανταλλαγή, όπως τουλάχιστον τη βλέπει κανείς εκ των υστέρων, οι σοσιαλιστές προσέφεραν κοινωνικό έρεισμα, οι δημοτικιστές δημόσιο ακροατήριο και πολιτική νομιμοποίηση. Και οι δύο από κοινού σμίλευαν το πρώτο μόρφωμα μιας ευρύτερης «αριστεράς». Μιας αριστεράς που δεν θα συμφωνούσε πάντα στις προτεινόμενες λύσεις του κοινωνικού ζητήματος, αλλά θα στήριζε συστηματικά κάθε απόπειρα που έκρινε πως διευκόλυνε την προοδευτική κίνηση του ανθρώπινου χρόνου. Από τη στιγμή αυτή και πέρα, ο «σοσιαλισμός», ως γενικότερη απελευθερωτική διαδικασία δίχως ευκρινές τέλος, έμπαινε στη δημόσια πολιτική, ανοίγοντας δειλά το δρόμο τόσο για τη συνεργασία με τον Βενιζέλο, όσο και για τις αλλεπάλληλες στρατηγικές και θεωρητικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του μέχρι πρότινος συμπαγούς κοινωνικού λόγου. Συνέχεια ανάγνωσης

Από την κοινωνική τάξη στην ουτοπία: η επιστημονική και πολιτική διαδρομή του Ράιτ

Standard

O MΕΓΑΛΟΣ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΕΡΙΚ ΟΛΙΝ ΡΑΪΤ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

του Λουδοβίκου Κωτσονόπουλου

Το έργο του Έρικ Όλιν Ράιτ εκτείνεται σε τέσσερις δεκαετίες και διακρίνεται από μια συνεχή προσπάθεια δημιουργικής ανανέωσης στα πεδία των κοινωνικών τάξεων, του κράτους και προσφάτως της κοινωνικής θεωρίας. Η ερευνητική πορεία που ακολούθησε μπορεί να χωριστεί σε δύο κύκλους, καθένας εκ των οποίων αντιστοιχεί σε μια διαφορετική επιστημονική και πολιτική φάση.

Ο πρώτος κύκλος ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και εκτείνεται ως τις αρχές του 1980. Ξεκινώντας τη διαδρομή του στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Ράιτ συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη, μαζί με τον James O’ Connor (συγγραφέα του εξαιρετικά επίκαιρου βιβλίου Η δημοσιονομική κρίση του κράτους), του περιοδικού Kapitalistate και της Ένωσης Μαρξιστών Κοινωνικών Επιστημόνων. Ο κύκλος του Kapitalistate φέρνει σε επαφή τους αμερικανούς κοινωνικούς επιστήμονες με την προβληματική του κράτους, όπως αυτή αναπτύσσεται εκείνη την περίοδο σε διάφορες τάσεις στην Ευρώπη. Οι τάσεις αυτές είναι κυρίως τρεις: ο γαλλικός δομομαρξισμός, η γερμανική σχολή της μεθοδικής παραγωγής του κράτους από τη λογική του κεφαλαίου και, τέλος, οι επεξεργασίες της ύστερης Σχολής της Φραγκφούρτης, όπως αυτές αποτυπώνονται στα έργα των Όφφε και Χάμπερμας. Αξίζει να σημειωθεί ότι τη μεταπολεμική περίοδο το ηγεμονικό παράδειγμα στα τμήματα των κοινωνικών επιστημών των αμερικανικών πανεπιστημίων ήταν ο δομολειτουργισμός, ο οποίος είχε εξοβελίσει τους όρους κράτος και κοινωνική τάξη από το λεξιλόγιό του ως μεταφυσικές αντικαθιστώντας τους με τους όρους κυβέρνηση και κοινωνικός ρόλος. Συνεπώς, ο στοχασμός για το κράτος με μαρξιστικούς όρους αποτελούσε, με τα δεδομένα της εποχής, μια πράξη σχεδόν επαναστατική. Συνέχεια ανάγνωσης

Προτάσεις για τη ρεαλιστική ουτοπία της Αριστεράς

Standard

 συνέντευξη του Έλικ Όλιν Ράιτ

* Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η πιο αποτελεσματική πολιτική στρατηγική για την Αριστερά απέναντι στις νέες προκλήσεις που δημιουργούνται λόγω της κρίσης;

* Παραμένω στρατευμένος στην υπόθεση του σοσιαλισμού και πιστεύω ότι τα δεινά που έχει φέρει ο καπιταλισμός καθιστούν αναγκαίο τον εκ θεμελίων μετασχηματισμό του. Με τον όρο «σοσιαλισμός» εννοώ το οικονομικό σύστημα στο οποίο τα μέσα παραγωγής και η οικονομική δραστηριότητα βρίσκονται κάτω από πραγματικό δημοκρατικό έλεγχο. Στην ουσία, η έννοια του σοσιαλισμού ταυτίζεται με το ριζικό εκδημοκρατισμό της κοινωνίας. Τι σημαίνει όμως αυτό για τον κόσμο στον οποίο ζούμε; Τι συνεπάγεται για την Αριστερά το να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση;

 Στο τελευταίο μου βιβλίο Envisioning Real Utopias (Οραματιζόμενοι ρεαλιστικές ουτοπίες), αναφέρω ότι η Αριστερά συνολικά οργανώνεται στη βάση ενός στρατηγικού πλαισίου που διέπεται από τρεις διαφορετικές λογικές μετασχηματισμού: τη στρατηγική της ρήξης, τη μέση οδό και αυτό που έχω ονομάσει «συμβιωτική» στρατηγική. Με λίγα λόγια, η στρατηγική της ρήξης είναι εκείνη που οραματίζεται την οικοδόμηση του σοσιαλισμού μέσα από κάποιου είδους ριζοσπαστική σύγκρουση, μια ριζική ανατροπή του καπιταλισμού. Παραδοσιακά, η στρατηγική αυτή συνδέεται πιο στενά με την έννοια της επανάστασης. Η μέση οδός επιχειρεί να δημιουργήσει νέους θεσμούς στα σημεία διάρρηξης του παρόντος οικονομικού συστήματος. Οι εργατικοί συνεταιρισμοί και μια σειρά πρωτοβουλιών στο χώρο της κοινωνικής οικονομίας αποτελούν τέτοιου είδους παραδείγματα. Τέλος η «συμβιωτική» στρατηγική προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τους βασικούς θεσμούς που έχουν αναπτυχθεί στην κοινωνία, και ιδιαίτερα το κράτος, για να λύσει πρακτικά προβλήματα με σκοπό την προετοιμασία του εδάφους για μελλοντικούς μετασχηματισμούς.

Αυτές είναι οι λεγόμενες μη ρεφορμιστικές μεταρρυθμίσεις που προέκρινε η ευρωκομμουνιστική Αριστερά της προηγούμενης γενιάς, και οι οποίες έχουν ενσωματωθεί σε πρωτοβουλίες όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός ως τρόπος μετασχηματισμού της τοπικής διακυβέρνησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Η παρούσα γεωγραφική-οικονομική κρίση, τα προβλήματα της «παγκοσμιοτοπικοποίησης» και οι εναλλακτικές στρατηγικές της Αριστεράς

Standard

συνέντευξη του  Έρικ Σβεϊνχντάου

Τη συνέντευξη πήραν και μετέφρασαν ο Χάρης Κωνσταντάτος και η Δήμητρα Σιατίτσα

 

Ο Έρικ Σβεϊνχντάου (Erik Swyngedouw) είναι καθηγητής Γεωγραφίας στη Σχολή Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ. Επικεντρώνεται στο ζήτημα της πολιτικής οικονομίας και των χωρικών αναδιαρθρώσεων του σύγχρονου καπιταλισμού, με δεκάδες εργασίες για την οικονομική παγκοσμιοποίηση, την περιφερειακή ανάπτυξη, την αστικοποίηση. Το τελευταίο διάστημα καταπιάνεται με ζητήματα πολιτικής οικολογίας και μετασχηματισμών των σχέσεων φύσης και κοινωνίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη διακυβέρνηση, την πολιτική και τα οικονομικά των υδάτινων πόρων διεθνώς. Περισσότερες πληροφορίες για το έργο του: http://staffprofiles.humanities.manchester.ac.uk/Profile.aspx?Id=Erik.Swyngedouw Ο Ε. Σβεϊνχντάου βρέθηκε στην Αθήνα στα μέσα Δεκεμβρίου, για να συμμετάσχει σε εκδήλωση με θέμα «Το μέλλον της γεωγραφίας στην Ευρώπη», στο πλαίσιο του εορτασμού των 20 χρόνων από την ίδρυση του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Με την ευκαιρία αυτή μίλησε στα «Ενθέματα».

 

Σάντορ Τσίφφερ, «Πλοίο στον Σηκουάνα», 1911

Μιλώντας για την παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, συνήθως την ορίζουμε σαν οικονομική και δημοσιονομική. Άλλες πλευρές της –χωρικές, γεωγραφικές ή οικολογικές– φαίνεται να αγνοούνται στον κυρίαρχο λόγο, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι λόγοι και οι συνέπειες μιας τέτοιας κατανόησης της κρίσης;

Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να αναστοχαστούμε πάνω στην έννοια της κρίσης που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ και με διαφορετικούς τρόπους.

Η λέξη κρίση έχει κανονικοποιηθεί, με την έννοια ότι ζούμε σε συνθήκες κρίσης εδώ και πολύ καιρό: τη δεκαετία του 1990 είχαμε μια σειρά διαδοχικών κρίσεων στη Νοτιοανατολική Ασία, τη φούσκα των «dot-com», και το 2001 την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Οι συνθήκες της κρίσης έχουν γίνει οι κανονικές συνθήκες της καθημερινής ζωής. Αυτό συνδέεται στενά με εκείνο που ο Αλαίν Μπαντιού και άλλοι έχουν ονομάσει καλλιέργεια της πολιτικής του φόβου. Η συνεχής υπόμνηση ότι ο κίνδυνος είναι εκεί, ότι οι κίνδυνοι της καθημερινής ζωής δεν σταματούν να υπάρχουν. Η κανονικότητα δεν υπάρχει πια.

Πρώτο σημείο λοιπόν είναι ότι η κρίση έχει κανονικοποιηθεί, έχει γίνει ένα δεδομένο όχημα Λόγου (standard discursive vehicle) των ελίτ. Στο ερώτημα γιατί καλλιεργείται μια κουλτούρα και πολιτική του φόβου, η απάντηση είναι ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διατήρησης μιας συγκεκριμένης πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής τάξης. Η επίκληση της έννοιας της κρίσης είναι εκείνη ακριβώς που κάνει τους ανθρώπους να φοβούνται οποιαδήποτε αλλαγή.

Δεύτερον, προχωρώ στη σύγχρονη μορφή της κρίσης, που, παρεμπιπτόντως, δεν είναι παγκόσμια, καθώς η Κίνα και η Ινδία αναπτύσσονται ραγδαία· είναι μια δική μας «ατλαντική» –βορειοαμερικανική και ευρωπαϊκή– κρίση που αναπαρίσταται ως παγκόσμια. Αν διαβάσετε την World Street Journal ή τους Financial Times, δηλαδή την τρέχουσα κατασκευή του κυρίαρχου λόγου, ανακαλύπτεις, μέσα από τη φωνή των ελίτ, ότι είναι εκείνες που συστηματικά καλλιεργούν και αναπαράγουν αυτή την έννοια της κρίσης. Γιατί αυτοί, τελικά, έχουν να χάσουν τα περισσότερα.

Τρίτον, είναι προφανές ότι οι πολιτικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι ελίτ προσπαθούν να μετριάσουν για τις ίδιες τις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης που δημιούργησαν, ρίχνουν το βάρος στους φτωχούς και αδύναμους, που πλήττονται δυσανάλογα από την κρίση.

Μια κρίση γεωγραφική-οικονομική

Αν αναλογιστούμε τη δημιουργία αυτού που σήμερα αποκαλούμε οικονομική κρίση, θα υποστήριζα ότι σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με τη γεωγραφία, και ιδιαίτερα με μια συγκεκριμένη γεωγραφική μορφή αυτή της πόλης, του αστικού. Θα θυμάστε ότι όταν ξέσπασε η κρίση, το 2008, κάποιοι αναλυτές είπαν ότι αιτία ήταν τα τοξικά ενυπόθηκα δάνεια. Δηλαδή δάνεια για την αγορά ενός τμήματος πόλης –ενός σπιτιού, ενός διαμερίσματος, ενός οικοπέδου– που αναπτύχθηκαν με κερδοσκοπικό τρόπο, με τη μορφή εικονικού κεφαλαίου (fictitious capital) σε γιγαντιαία κλίμακα, στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία. Αυτό οδήγησε στη σπειροειδή κατασκευή εκείνου που ο Μαρξ ονόμασε εικονικό κεφάλαιο, κάτι που στην καθομιλουμένη ονομάζουμε κερδοσκοπικό κεφάλαιο. Η δημιουργία κερδοσκοπικού κεφαλαίου είναι ιστορικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δεν είναι κάτι καινούργιο. Σε συγκεκριμένες περιόδους μετατρέπεται στην κεντρική στρατηγική συσσώρευσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990-αρχές του 2000, το πεδίο δημιουργίας κερδοσκοπικού κεφαλαίου ήταν ο χώρος, η γεωγραφία, η κατασκευή του αστικού χώρου. Συνέχεια ανάγνωσης

Μεταβατικό πρόγραμμα και αριστερή στρατηγική

Standard

του Στάθη Κουβελάκη

 

 

Σχέδιο του Τζιάκομο Πάτρι από το λεύκωμα "Χαρτογιακάδες", 1940

 

Με τα δύο πολύ ουσιαστικά κείμενα του Ευκλείδη Τσακαλώτου (ΕΤ) στα «Ενθέματα» (5.9 και 26.9.2010), η συζήτηση για τα θέματα της εξόδου από την ευρωζώνη και της στάσης πληρωμών, χωρίς να χάνει τη γείωσή της στην οικονομία, επικεντρώνεται πλέον σε θέματα πολιτικής στρατηγικής. Τα βασικά ερωτήματα που θέτει ο ΕΤ είναι τα εξής:

–Αν και οι δύο αιχμές της πρότασης (έξοδος από το ευρώ, στάση πληρωμών) δεν ισοδυναμούν από μόνες τους με σοσιαλιστικά αιτήματα, η ριζοσπαστικοποίηση στην οποία μοιραία οδηγεί η εφαρμογή τους «αποτελεί απολύτως ένα σοσιαλιστικό αίτημα». Ένα τέτοιο αίτημα παραμένει όμως μετέωρο στον βαθμό που (αν καταλαβαίνω ορθά) αυτή η πρόταση δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι σε μια τέτοια πορεία θα ηγεμονεύσουν δυνάμεις με σοσιαλιστικό προσανατολισμό, και όχι αυτές που στοχεύουν σε μια εθνική ανασυγκρότηση σε καπιταλιστικές βάσεις της χώρας. Στην ουσία πρόκειται για «στρατηγική που εισάγει τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό από την πίσω πόρτα».

— Επιπλέον, γιατί μια τέτοια «εθνική» στρατηγική να είναι πιο ρεαλιστική από την πρόταση που υποστηρίζει ο ΣΥΝ για «επανίδρυση της ΕΕ», την οποία καλούνται να υλοποιήσουν κατευθείαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι προοδευτικές δυνάμεις; Με άλλα λόγια, για να ανατρέξω και πάλι στα λόγια του ΕΤ, γιατί να είμαστε «πιο αισιόδοξοι για το συσχετισμό δυνάμεων στο εθνικό από το υπερεθνικό επίπεδο»;

Τι σημαίνει «μεταβατικό πρόγραμμα»;

Είναι προφανές ότι η γενικότερη σκοπιά από την τοποθετείται ο ΕΤ είναι η σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας, την οποία θεωρεί θεμέλιο οποιασδήποτε αριστερής στρατηγικής. Σ’ αυτό δεν υπάρχει μεταξύ μας καμία διαφωνία. Η συζήτηση αφορά λοιπόν τη στρατηγική που ανοίγει συγκεκριμένα τη δυνατότητα μιας τέτοιας αλλαγής. Μπορεί κάτι τέτοιο να ακούγεται αυτονόητο για όσους συμμερίζονται τον τελικό στόχο, αλλά δεν είναι. Η συζήτηση περί (πολιτικής) στρατηγικής αποκτά νόημα μόνο αν δεχθούμε ότι ο σοσιαλισμός δεν έρχεται ούτε ως απόληξη προπαγανδιστικής δραστηριότητας υπέρ καθαρών σοσιαλιστικών θέσεων ούτε ως προϊόν συνεπούς και επιτυχούς υπεράσπισης συνδικαλιστικού τύπου αιτημάτων. Το αιτούμενό της είναι η παρέμβαση στα σημεία εκείνα που συμπυκνώνουν τις αντιθέσεις της συγκυρίας με στόχο την όξυνσή τους, την ενεργοποίηση της κίνησης των μαζών και την ανακίνηση του ζητήματος της εξουσίας. Σε πασίγνωστα κείμενά του για το εθνικό ζήτημα (διόλου τυχαία βέβαια), ο Λένιν θυμίζει ότι μια κοινωνική επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από «οποιαδήποτε πολιτική κρίση», και αναφέρει ως παραδείγματα την υπόθεση Ντρέυφους, τις διεθνείς κρίσεις και την χειραφέτηση των αποικιών. Και τονίζει ότι «όποιος περιμένει μια «καθαρή» επανάσταση δεν θα ζήσει ποτέ για να τη δει».

Συνέχεια ανάγνωσης