Ένα αθησαύριστο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ηλία Βενέζη

Standard

του Αριστείδη Καλάργαλη

Ηλίας Βενέζης. Σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση, εφημ. «Ταχυδρόμος», 1.1.1931

Για τη Λέσβο, το 1930 και τα δορυφόρα χρόνια είναι τα χρόνια της έκρηξης και του ορίου της πνευματικής Λεσβιακής Άνοιξης. Ο ανταγωνισμός των εφημερίδων φέρνει τρίχρωμα οκτασέλιδα λογοτεχνικά φύλλα τις περιόδους των γιορτών. Την Πρωτοχρονιά του 1931 η εφημερίδα Ταχυδρόμος των Θείελπι Λευκία και Στράτη Μυριβήλη φιλοξενεί 13 λογοτεχνικές συνεργασίες, ο αντίπαλος Δημοκράτης 7, ενώ ο Ελεύθερος Λόγος δημοσιεύει μόλις ένα διήγημα. Ο επόμενος χρόνος είναι αυτός του ορίου της πνευματικής κίνησης, καταπώς θεωρείται από τους μελετητές της.

Στο φύλλο του Ταχυδρόμου ο Ηλίας Βενέζης δημοσιεύει, ταυτοχρόνως, δύο διηγήματα. Τα: «Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρόν» και «Ας πούμε πως ήταν Άνοιξη» αφιερωμένο στον Μυριβήλη. Το πρώτο το έχει εμπνευστεί από πραγματικά γεγονότα. Στις 16 Νοεμβρίου 1930 δίνεται ποδοσφαιρικός αγώνας στη Μυτιλήνη, μεταξύ του πρωταθλητή Λέσβου Παλλεσβιακού (κι όχι του Άρη που γράφει ο Βενέζης) και της πρωταθλήτριας Αϊβαλιού Ιτμάν Γιορντού (Αθλητική Φωλιά), στο πλαίσιο συμφιλίωσης των δύο λαών. Ο αγώνας έληξε ισόπαλος 2-2. Συνέχεια ανάγνωσης

Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό

Standard

του Ηλία Βενέζη

Ο Βενέζης (καθήμενος δεύτερος) με συναδέλφους τραπεζικούς, Μυτιλήνη 1927. Eφ. «Ταχυδρόμος», 1.1.1931

— Κύριε, θα είχατε την καλωσύνη…

— Ορίστε, κύριε.

— Θα μπορούσα να βρω ένα φαρμακείο…– πώς το λένε, πώς το λένε…

Τα μεγάλα, παιδιάτικα, εκφραστικά μάτια ψάχνουν τον αέρα να το βρουν.

— …Ένα φαρμακείο, να — όλο…πώς το λένε;… όλο ανοιχτό.

Απ’ τα πολλά καταλαβαίνω πως ζητείται ένα διανυκτερεύον φαρμακείο. Είναι βράδυ, επαύριον των Χριστουγέννων, η σκηνή στα «Ολύμπια».

— Τι θέλετε;

— Θάθελα… ένα ασπιρίνη. Μου πονεί το κεφάλι.

Στο τραπέζι μας, ένας φίλος έχει ασπιρίνη. Του δίνουμε μία.

— Ξένος είσθε, κύριε;

Υποθέτω πως θα πρόκειται για κανέναν βεριτάμπλ ρωμιό, που είνε ντυμένος κουστούμι σπορ, έχει συμπαθητικώτατη μορφή και μόλις ενθυμείται μεταξύ αγγλικής ή γαλλικής και ολίγην τινα ελληνική.

— Ξένος είσθε, κύριε;

— Ναι, είμαι Τούρκος κύριε.

— Α! Τούρκος!

Αναστάτωση στο τραπέζι μας. Τα μάτια ερευνούν ανήσυχα το φαινόμενον. (Άκου, Τούρκος!…λέει ένας σιγανά με δέος. Μωρέ και πού μοιάζει, Τούρκος; ψιθυρίζει ένας άλλος). Η συμπαθητική κυρία του γειτονικού τραπεζιού που ασχολείται με την ποίησιν, στηλώνει επί τω ακούσματι μια τόσο τρομαγμένη ματιά. Συνέχεια ανάγνωσης