Ο άρτος ημών ο επιούσιος

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Ανρί Ματίς, "Η συζήτηση", 1938

Ανρί Ματίς, «Η συζήτηση», 1938

Τη Δευτέρα το απόγευμα βρέθηκα στην παρουσίαση του τόμου για την ιδιότητα του πολίτη που επιμελήθηκαν ο Μάκης Κουζέλης και ο Δημήτρης Χριστόπουλος. (οι δύο επιμελητές συνομίλησαν με τη Μικέλα Χαρτουλάρη και τον Μιχάλη Τσαπόγα). Λίγο πριν το τέλος της έφυγα για να βρεθώ, έστω και λίγο, στην εκδήλωση που οργάνωσαν ο Άρτος Ζωής και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης (ομιλητές, εκτός του Ζουμπουλάκη, ο μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος, ο π. Βασίλης Θερμός και ο Σταύρος Γιαγκάζογλου). Ακούγοντας τους ομιλητές, παρατηρώντας τα διαφορετικά ακροατήρια, ένιωθα την ίδια χαρά: να μπορείς να ακούς και να σκέφτεσαι μακριά από τη θρηνωδία και τις κορώνες των μέσων, να μοιράζεσαι ιδέες με ανθρώπους που, από διαφορετικές πλευρές, αναζητούν τρόπους να αντιδράσει.

Είναι καιρός που έχω να γράψω σ’ αυτή τη στήλη. Είναι καιρός που οι μουσικές μου μού μοιάζουν παρωχημένες, έτσι καθώς τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα. Το Μνημόνιο, η κρίση, η άνοδος της Χρυσής Αυγής, η απελπισία και ο θυμός μαζί, η σιωπή. Χρόνος συμπυκνωμένος, χρόνος που μεταβάλλει βεβαιότητες και στάσεις, αδυνατίζει τα επιχειρήματα, ξαναθέτει τα προβλήματα.  Η βία, η χυδαιότητα, ο νεοναζισμός, ο ρατσισμός, η περιφρόνηση, ο αποκλεισμός. Και, παράλληλα, η απελπισία, η οργή, η ανέχεια. Οι απαντήσεις μου δεν φτάνουν. Κάποτε μοιάζουν ρητορείες και ευχολόγια, σαν και εκείνα που πιπιλίζαμε αφήνοντας τις γειτονιές της Αθήνας να βουλιάζουν στην ανασφάλεια. Κι άλλοτε μοιάζουν να είναι εκείνα που χρησιμοποιούν οι αντίπαλοί σου, επιτρέποντάς τους έτσι να πετύχουν τη μεγαλύτερη νίκη τους, να σε κάνουν όμοιο τους.

Κι όμως, μπορεί κανείς να ξαναβρεί τα δικά του όπλα. Το ξανασκεφτόμουν  ακούγοντας τους ομιλητές των δυο εκδηλώσεων.  Να ορθώσει την κριτική του σκέψη, την αμφισβήτηση ενός πλαισίου σκέψης που επιβάλλεται πανταχόθεν, κυρίως να μην κάνει εκπτώσεις στις αξίες που όλα αυτά τα χρόνια υπερασπίστηκε.  Η υπόθεση της ιθαγένειας, η υπεράσπιση της λογικής απέναντι στον παραλογισμό και στον βαθύ ρατσισμό της συνέχειας του αίματος αποτελούν στοιχειώδη υποχρέωσή μας. Η ανάγκη ενός μετώπου με όλες τις  δυνάμεις οι οποίες ιεραρχούν ως πρώτιστο ζήτημα τη σταδιακή κυριαρχία των λογικών και της θεματολογίας της Χρυσής Αυγής στην κοινή γνώμη είναι περισσότερο από επιτακτική· ας το στηρίξουμε με τη μεγαλύτερη θέρμη, παραμερίζοντας επιμέρους διαφορές και διαφωνίες.  Είναι αναγκαίο να ξαναβρεθούμε, να συζητήσουμε, να μοιραστούμε τις αγωνίες, τις ανησυχίες και τους φόβους μας — κυρίως αυτούς.

Εκδηλώσεις σαν κι αυτές της Δευτέρας, εκδηλώσεις που πυκνώνουν τον τελευταίο καιρό φέρνουν ξανά έννοιες που με έναν τρόπο είχαμε παραμερίσει από τη ζωή μας: Τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, τη δημοκρατική ευαισθησία, την αυτοκριτική, τη συμμετοχικότητα. Τη συνειδητή συμμετοχή και την εγρήγορση, σε ένα νέο είδος στράτευσης απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και  αυτά που έρχονται και  μας αφορούν. Έννοιες που συνιστούν τον άρτον ημών τον επιούσιον, όλων μας, πιστών και μη.

Δύσκολοι αποχωρισμοί

Standard

Η «Νέα Εστία» του Σταύρου Ζουμπουλάκη

 του Στρατή Μπουρνάζου

Τεύχος 1843, Απρίλιος 2011

«Μετά από 14 πλήρη χρόνια, 152 τεύχη και 30.000 σελίδες ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού». Με τον λιτό αυτό τρόπο αποχαιρετά ο Σταύρος Ζουμπουλάκης τους αναγνώστες της Νέας Εστίας στο τεύχος 1855, που βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία από τον Ιούλιο. Και συνεχίζει: «Στο τεύχος 1704, τον Σεπτέμβριο του 1998, όταν άρχιζε η τέταρτη περίοδος της Νέας Εστίας υπό τη δική μου διεύθυνση, αποφεύγοντας εκτενείς προγραμματικές δηλώσεις, έκλεινα τον προλογικό χαιρετισμό λέγοντας ότι κάθε δέντρο γνωρίζεται από τους καρπούς του. Ούτε τώρα θα κάνω απολογισμό. Τους καρπούς θα τους κρίνουν οι αναγνώστες».

Οι καρποί, μπορούμε τώρα πια να το πούμε με σιγουριά, ήταν πολλοί και εύχυμοι. Αρκούν δύο κινήσεις για να βεβαιωθεί κανείς: ας βάλει δίπλα δίπλα το τεύχος 1704, το πρώτο υπό τη διεύθυνση Ζουμπουλάκη, και το αμέσως προηγούμενο. Και, μετά, ας βάλει παραδίπλα και το 1855, το πιο πρόσφατο. Η διαφορά, και στις δύο συγκρίσεις, είναι εντυπωσιακή. Με δυο λόγια, ο νέος διευθυντής κατάφερε να αναστήσει ένα περιοδικό που το 1998 ήταν μάλλον σκιά της βαριάς ιστορίας του, να φτιάξει μια νέα Νέα Εστία. Του εμφύσησε νέα πνοή, χαρίζοντάς μας ένα περιοδικό έγκυρο, πλούσιο και ζωντανό, βαρύ αλλά και διαυγές, που άνοιγε ορίζοντες και έδινε το παρών στην πνευματική κίνηση. Όλα όσα ζηλεύει κάθε διευθυντής και εκδότης. Συνέχεια ανάγνωσης