Το παρόν και το μέλλον του Εργατικού Δικαίου

Standard

Τις μέρες αυτές κυκλοφορεί, σε τρίτη έκδοση το βιβλίο του Άρι Καζάκου Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2013 (εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη). Δημοσιεύουμε ένα εκτενές απόσπασμα από τον Πρόλογο.

 του Άρι Καζάκου

James Daugherty, "Oικοδόμοι", 1936

James Daugherty, «Oικοδόμοι», 1936

Το Εργατικό Δίκαιο και ιδίως το Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, όπως άλλωστε και άλλοι κλάδοι δικαίου, έχουν σήμερα το status «δικαίου κατεχόμενης χώρας». Στο Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο το Μνημόνιο ΙΙ (Π.Υ.Σ. 6 / 28.2.2012) έπληξε με χειρουργικά χτυπήματα το δίκαιο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της διαιτησίας, αφήνοντας άθικτο, μέχρι στιγμής, τον βασικό συνδικαλιστικό νόμο (1264/1982). Διανύσαμε διακόσια χρόνια διαφωτισμού και Εργατικού Δικαίου μέχρις την επιστροφή μας σε ένα καθεστώς εργασιακών σχέσεων που μοιάζουν με αυτές των  απαρχών της ιστορίας του Εργατικού Δικαίου: Κυρίαρχος διαπλαστικός παράγοντας των όρων εργασίας γίνεται και πάλι η ατομική σύμβαση εργασίας, έστω και υπό τον μανδύα της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας που συνάπτει ο εργοδότης με ένωση προσώπων, αυτή την καρικατούρα συνδικαλιστικής οργάνωσης. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιθαγένεια: το ελληνικό δίκαιο πρέπει να παραμείνει εναρμονισμένο με τον ευρωπαϊκό Νότο

Standard

του Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη

Από την καμπάνια της ΕΕΔΑ

Από την καμπάνια της ΕΕΔΑ

Θα τα έχετε ίσως δει: τέσσερα ωραία τηλεοπτικά σποτάκια, με μεταναστόπουλα που μιλάνε ελληνικά καλύτερα από πολλούς γηγενείς, τραγουδάνε το «Ρούντολφ το Ελαφάκι», παίζουν τις μουσικές καρέκλες ή… λένε ότι δεν τους αρέσει το σπανακόριζο. Τα σποτάκια είναι κομμάτι της καμπάνιας της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), με κεντρικό σύνθημα «Τα παιδιά των μεταναστών που έχουν φέρει τη ζωή τους εδώ έχουν δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια». Λίγες μέρες μετά, ακολούθησε η δημοσιοποίηση της απόφασης του ΣτΕ, που έκρινε αντισυνταγματικές δύο βασικές διατάξεις του νόμου 3838. Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με τον Κωνσταντίνο Τσιτσελίκη, πρόεδρο της ΕΕΔΑ και αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Στρ. Μπ.

Από την καμπάνια της ΕΕΔΑ

 Η ΕΕΔΑ έχει εκφράσει επανειλημμένα την άποψή της για την ιθαγένεια, την ψήφο των μεταναστών, τον νόμου 3838. Με αυτό το δεδομένο, θα ήθελα ένα συνολικό σχόλιο για την απόφαση του ΣτΕ.

Ήδη από το 2008 είχαμε διατυπώσει την άποψή μας για το θέμα αυτό, προτείνοντας συγκεκριμένες τροποποιήσεις στον τότε Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Ο νόμος 3838 του 2010 είχε υιοθετήσει μια από τις βασικές προτάσεις μας: την εισαγωγή στοιχείων του δικαίου του εδάφους στο παραδοσιακά ισχυρό δίκαιο του αίματος, αλλά και την ψήφο των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές. Φυσικά, οι προϋποθέσεις απόδοσης των δικαιωμάτων αυτών μπορούν να μεγιστοποιήσουν ή να ελαχιστοποιήσουν το εύρος των δυνάμει αποδεκτών. Και εκεί παίχτηκε εν πολλοίς το πολιτικό «παζάρι» κατά την υιοθέτηση του 3838. Σήμερα, το ΣτΕ με την απόφαση 460/2013 έρχεται να ακυρώσει την ισχύ των δύο αυτών διατάξεων: με απόλυτο τρόπο τη δεύτερη, αλλά αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για την πρώτη και ίσως κρισιμότερη, δηλαδή την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τα παιδιά αλλοδαπών. Το θέμα αυτό λοιπόν θα κληθεί να ρυθμίσει ξανά ο έλληνας νομοθέτης, εικάζω στο άμεσο μέλλον, και μάλιστα σε ένα φορτισμένο πολιτικό περιβάλλον, σπάζοντας τις γραμμές μνημονιακών-αντιμνημονιακών που έχουν χαραχτεί τόσο έντονα στο πολιτικό μας σκηνικό. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την απόφαση του ΣτΕ: Ανιστόρητες αντιλήψεις και υπέρβαση των ορίων

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου, της  Χριστίνας Κουλούρη και του Αντώνη Λιάκου

Καρτ ποστάλ, 1908

Καρτ ποστάλ, 1908

Το σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ακυρώνονται βασικές διατάξεις του νόμου Περί ιθαγένειας, ως αντισυνταγματικός, εκθέτει, πρώτα πρώτα το ίδιο. Πρώτον, υπεισέρχεται σε ζητήματα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διεθνούς συζήτησης στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, και, δεύτερον, περιβάλλει με κύρος νομοθετικού κειμένου μια μόνο –μονομερή και παρωχημένη– ιστορική ερμηνεία περί έθνους. Αποπειράται δηλαδή να νομοθετήσει επί της Ιστορίας, αγνοώντας ότι το έθνος αποτελεί μια από υπό επιστημονική διαπραγμάτευση έννοιες. Στις δημοκρατίες τα ζητήματα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ υιοθετεί την αντίληψη –η οποία μάλιστα διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο– ότι το έθνος είναι μια κοινότητα αρχέγονη, η οποία καθορίζεται από το «ομόγλωσσον» και το «ομότροπον». Αντικαθιστά τις νομικές, ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, εδαφικές και συνειδησιακές παραμέτρους της έννοιας «συνανήκειν» με την αναζήτηση «γνησίων δεσμών» με το έθνος. Η έννοια «γνήσιοι» δεσμοί (προφανώς αντιδιαστέλλεται στους μη «γνήσιους» δεσμούς, τους οποίους ονομάζει και «ασπόνδυλους») παραπέμπει σε μια αντίληψη πρωταρχικών δεσμών για το έθνος (primordial bonds), έναντι μιας αντίληψης που θεωρεί ότι το έθνος δημιουργείται με πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς συμβίωσης και συνανήκειν (civic bonds). Ο ολισθηρός βηματισμός του ΣΤΕ σε επιστημονικά ζητήματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς του συνεχίζεται, αφού στο σκεπτικό του περί «γνήσιων δεσμών» υιοθετείται η αντίληψη της κληρονομικώ δικαίω απόκτησής τους. Δυστυχώς, οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι μόνο ανιστόρητες (ελάχιστες εθνικές κοινότητες πάνω στον πλανήτη ανταποκρίνονται σε αυτή την ερμηνεία περί έθνους) και παρωχημένες ως προς εκείνες που επικρατούν διεθνώς στις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες. Πρόκειται για υπέρβαση των ορίων της λειτουργίας ενός θεσμού που ιδρύθηκε ως εγγυητής της νομιμότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

Δικαστήρια και απεργίες: Μια «μονομανής» πρακτική

Standard

του Δημήτρη Α. Τραυλού-Τζανετάτου

Nemes Lampérth Jόzsef, «Πλάτη γυμνού κόκκινουάντρα», 1912

Nemes Lampérth Jόzsef, «Πλάτη γυμνού κόκκινου
άντρα», 1912

Αποτελεί πια κοινό τόπο, όχι μόνο για τους ειδικούς, ότι το πολύπαθο και «ιερό» δικαίωμα της απεργίας βρίσκεται στη χώρα μας, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, χωρίς υπερβολή, σε «απηνή διωγμό» από τα δικαστήρια. Όπως ήδη έχει καταδειχθεί σε ημερίδα του ΔΣΑ (4.12.2003), περίπου το 95% των δικαστικών αποφάσεων αξιολογούσε τις απεργίες ως παράνομες και ταυτόχρονα(!) καταχρηστικές, διέτασσε δε τη διακοπή τους, καθώς και την παράλειψη των ιδίων ή και «παρομοίων» απεργιών στο μέλλον. Ενδεικτική της άκριτης και ουσιαστικά τυποποιημένης νομολογιακής αυτής «παραγωγής» αποτελεί δικαστική απόφαση που χαρακτήριζε την πρωτομαγιάτικη απεργία ως «παράνομη και καταχρηστική»(!).

Η στάση αυτή της νομολογίας που υιοθετούσε (και εξακολουθεί να υιοθετεί) άκριτες ερμηνευτικές contra legem θέσεις μέρους της θεωρίας είχε ως αποτέλεσμα τη νεκρανάσταση των ασφαλιστικών μέτρων κατά απεργιών που, ωστόσο, ο Ν. 1264/1982 (άρθρο 22 παρ. 4) ρητά έχει απαγορεύσει! Η νομολογιακή αυτή πρακτική κατά του δικαιώματος απεργίας οδήγησε δικαίως σε, έστω μεμονωμένη, πάντως δικαιολογημένη, αυστηρή κριτική και εκ των ένδον. Έτσι ο μεν αρεοπαγίτης Γ. Ρήγος έκανε λόγο για «φαρσοκωμωδία που εκθέτει ανεπανόρθωτα τη δικαιοσύνη» (Δίκη 2006, σ. 169) ο δε πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δ. Λινός χαρακτήρισε την απεργία ως το «πιο κακοποιημένο (προφανώς από τα δικαστήρια) δικαίωμα». Συνέχεια ανάγνωσης

Νόμος 3838 για την ιθαγένεια και την ψήφο των μεταναστών: Μείζον πολιτειακό ατόπημα η απόφαση του ΣτΕ

Standard

Θεσμικός εκτροχιασμός οι διαρροές και η χρήση τους από την κυβέρνηση

 

συνέντευξη του Δημήτρη Χριστόπουλου στον Στρατή Μπουρνάζο

Nίκος Εγγονόπουλος, «Πολεμιστής»

Όπως είναι πλέον γνωστό, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικό τον νόμο 3838/2010, και συγκεκριμένα δύο βασικές του διατάξεις: αυτή με την οποία αλλοδαποί που μένουν νόμιμα στην Ελλάδα μπορούν να συμμετάσχουν στις δημοτικές εκλογές, καθώς και τη διάταξη που εισήγαγε έναν νέο τρόπο κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας για παιδιάμεταναστών (πρώτον, εφόσον γεννήθηκαν και ζουν στην Ελλάδα, εάν οι γονείς διαμένουν μόνιμα και νόμιμα επί πενταετία στη χώρα, είτε, δεύτερον, έχουν φοιτήσει επιτυχώς έξι χρόνια σε ελληνικό σχολείο). Πρόκειται για εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη, καθώς ο «νόμος Ραγκούση», παρά τις αδυναμίες τους, αποτελούσε, σε πραγματικό αλλά και ιδεολογικό επίπεδο, μεγάλη πρόοδο. Όπως χαρακτηριστικά γράφτηκε (στο facebook, από τηνAstarti Lah), «ο μόνος νόμος που δεν θα έπρεπε να καταργηθεί από την κυβερνητική θητεία του ΓΑΠ καταργείται».Ακόμα χειρότερα, η σπουδή του πρωθυπουργού και του κυβερνητικού εκπροσώπου, που δύσκολα κρύβουν τον ενθουσιασμό τους, προοιωνίζεται μια μεγάλη οπισθοχώρηση στα ζητήματα της μεταναστευτικής πολιτικής, μια επιτυχία της ακροδεξιάς δημαγωγίας, σηματοδοτώντας την περαιτέρω διείσδυση της ακροδεξιάς ατζέντας στην κυβερνητική πολιτική.

Μιλήσαμε, για όλα αυτά, με τον Δημήτρη Χριστόπουλο, αντιπρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), επίκουρο καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέα της μελέτης Ποιος είναι έλληνας πολίτης (εκδ. Βιβλιόραμα). Θυμίζουμε ότι η ΕΕΔΑ, πέραν της πρότασή της για έναν Νέο Κώδικα Ιθαγένειας (που αποτέλεσε τη βάση της μεταρρύθμισης του 2010) έκανε παρέμβαση ως διάδικος στο Σ.τ.Ε. υπέρ της συνταγματικότητας του Νόμου 3838/2010.

Στρ. Μπ.

 

 Το βράδυ της Τρίτης μάθαμε ότι η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό τον νόμο για την ιθαγένεια. Τι πιστεύεις επ’ αυτού;

 Τη στιγμή που μιλάμε, απόφαση ως νομικό δεδομένο δεν υφίσταται. Υπάρχει μια διαρροή στον Τύπο, καθ’ όλα αντιδεοντολογική θα έλεγα για το ανώτατο δικαστήριο της χώρας. Η διαρροή δεν συνιστά νομικό γεγονός. Άρα, μας προκαλεί ανησυχία για το ελληνικό κράτος δικαίου, ανησυχία και αγανάκτηση, το ότι η Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης έσπευσε, την επόμενη της διαρροής στον Τύπο τμημάτων της απόφασης, να ανακοινώσει πως, με εντολή του πρωθυπουργού, καλούνται ο υπουργός και ο υφυπουργός Εσωτερικών, «να δώσουν οδηγίες για άμεση εφαρμογή της χθεσινής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς τις προϋποθέσεις απόκτησης της Ελληνικής Ιθαγένειας». Και, επίσης, ότι ο πρωθυπουργός «έδωσε εντολή στον Αναπληρωτή Υπουργό κ. Χαράλαμπο Αθανασίου όπως, εντός 7 ημερών, προετοιμάσει και δώσει στη δημοσιότητα νομοσχέδιο συμβατό με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου». Αυτό σημαίνει είτε ότι ο κύριος πρωθυπουργός έχει την απόφαση και εμείς δεν την έχουμε, πράγμα εξόχως προβληματικό για τους θεσμούς της χώρας, είτε ότι, ακόμη χειρότερα, στην Ελλάδα οι νομοθετικές πρωτοβουλίες έχουν ως αφετηρία διαρροές. Λυπούμαι που θα το πω, αλλά μιλάμε για θεσμικό εκτροχιασμό.

Να εξηγούμαι: ο κ. Σαμαράς, φανατικός πολέμιος της μεταρρύθμισης του 2010, έχει κάθε δικαίωμα να φέρει προς ψήφιση την αλλαγή της. Αυτό σημαίνει δημοκρατία, εφόσον ο λαός τον έκανε πρωθυπουργό. Ας προσπαθήσουν οι εταίροι του, αν ενδιαφέρονται, να αποτρέψουν την αντιμεταρρύθμιση. Τα υπόλοιπα είναι ρήγματα υψηλού ρίσκου στη λογική της αξιοπιστίας των θεσμών, τα οποία δημιουργούν σαρκασμό στον κόσμο σε σχέση με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Ούτε καν να τηρήσουν τα προσχήματα και να περιμένουν να δημοσιευθεί η καθαρογραμμένη απόφαση δεν περίμεναν. Αντιθέτως, το μόνο που περίμεναν ήταν να τελειώσει η ψηφοφορία του Μνημονίου και –σχεδόν κυριολεκτικά– την επομένη διαρρέει από το ΣτΕ η απόφαση. Τυχαίο; Δε νομίζω…

 Κρατάω ασφαλώς τη επισήμανσή σου «περί θεσμικού εκτροχιασμού». Επειδή όμως η απόφαση, με βάση τη διαρροή, όχι μόνο σχολιάζεται ευρύτατα, αλλά και αξιοποιείται πολιτικά, θα ήθελα, με όσα δεδομένα έχουμε, ένα σχόλιό σου, από νομικής πλευράς.

Αθήνα, 2012

Θα προτιμούσα, κρατώντας το νομικό πρωτόκολλο, να μη μιλήσω αναλυτικά για το νομικό περιεχόμενο της απόφασης, μιας και, όπως είπα, απόφαση ακόμη δεν έχουμε. Θα περιοριστώ λοιπόν σε ένα σύντομο σχόλιο. Αν επαληθευτούν αυτά που κυκλοφόρησαν την Τρίτη, θέλω να κάνω σαφείς δύο αντιφάσεις. Πρώτον, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα των μεταναστών να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές, αρκούμαι να επισημάνω μόνο, υπαινικτικά, το εξής: Το δικαστήριο θεωρεί ότι οι πολίτες τρίτων κρατών δεν μπορούν να ψηφίζουν, ενώ οι πολίτες της Ε.Ε. μπορούν. Τι είδους συλλογιστική είναι αυτή; Ή μπορούν και οι δύο –αν και δεν είναι Έλληνες– ή δεν μπορεί κανένας, επειδή δεν είναι Έλληνας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιος (θέλουμε να) είναι ο ελληνικός λαός; Ο νέος Κώδικας Ιθαγένειας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας

Standard

του Βασίλη Παπαστεργίου

Νίκος Εγγονόπουλος, "Σύνθεσις από την Επανάσταση", 1936

Την ερχόμενη Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) θα γίνουν δύο σημαντικές δίκες. Εκείνη που εύλογα συγκεντρώνει την προσοχή της κοινής γνώμης είναι η συζήτηση των προσφυγών των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Καλαμάτας κατά του Ειδικού Τέλους Ακίνητης Περιουσίας που επιβάλλεται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Την ίδια ωστόσο ημέρα συζητείται στο ακροατήριο του ίδιου δικαστηρίου η αίτηση ενός δικηγόρου Αθηνών, δραστηριοποιημένου στον πέραν της ΝΔ «πατριωτικό» χώρο, κατά των υπουργικών αποφάσεων που ρυθμίζουν την εφαρμογή του νέου κώδικα περί ιθαγένειας και τη συμμετοχή μη κοινοτικών αλλοδαπών στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές.

Ήδη με την υπ’ αριθμ. 350/2011 απόφασή του το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ έχει αποφανθεί υπέρ της ασυμβατότητας των νέων αυτών ρυθμίσεων προς το Σύνταγμα και έχει παραπέμψει το θέμα στην Ολομέλεια. Αν η Ολομέλεια επιβεβαιώσει την απόφαση του τμήματος, τότε οι διατάξεις του Ν. 3838/2010 για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε ανήλικους αλλοδαπούς που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή φοίτησαν σε ελληνικά σχολεία επί έξι χρόνια και για τη συμμετοχή μη κοινοτικών αλλοδαπών στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές πρακτικά θα καταργηθούν.

Η απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ –ιδίως το σκεπτικό της– μας προϊδεάζει για την έκβαση της μάχης αυτής, αποκαλύπτοντας παράλληλα κάτι εξαιρετικά ενοχλητικό: τη διεισδυτικότητα του ακροδεξιού λόγου στο σκεπτικό του ανώτερου διοικητικού δικαστηρίου.

Αλλοδαποί στην Ελλάδα: νόμιμοι ή νομιμοποιημένοι;

Το ΣτΕ με την υπ’ αριθμ.350/2011 απόφασή του κρίνει ότι οι διατάξεις περί απονομής της ελληνικής ιθαγένειας στα τέκνα αλλοδαπών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου (με τους όρους που θέτει ο νέος κώδικας ιδίως σε σχέση με τη νομιμότητα διαμονής των γονέων τους) αντίκειται στα άρθρα 1§2 και 3 και 4§3 του Συντάγματος.

Ας δούμε λοιπόν τι λένε τα άρθρα αυτά: Άρθρο 1§2 και 3: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. ΄Ολες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του ΄Εθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Άρθρο 4§3 «Έλληνες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος […]».

Εν πρώτοις δηλαδή, η διατύπωση του Συντάγματος φαίνεται να επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να ορίζει εκείνος με νόμο ποιος έχει τα προσόντα να λάβει την ελληνική ιθαγένεια. Πως λοιπόν φθάνει το ΣτΕ στο αντίθετο συμπέρασμα; Συνέχεια ανάγνωσης

Περί «δικαίου του αίματος»

Standard

(αναδημοσίευση από τα «Νέα», 12.2.2011)

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Τρέμω στην ιδέα πως θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ το σκεπτικό του Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας που εισηγείται στην Ολομέλεια να ληφθεί υπόψη για την παροχή ιθαγένειας σε μετανάστες αλλοδαπούς το κριτήριο του «δικαίου του αίματος». Γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων, θα έπρεπε να ξαναγραφεί και η Αρχαία και η Βυζαντινή και η Νεοελληνική Ιστορία με αυτό το κριτήριο καθαρότητας.

Ο μεγάλος νικητής των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Θεμιστοκλής, όπως αναφέρουν πολλές πηγές ήταν μη τέλειος αθηναίος πολίτης. Η μητέρα του ήταν Θρακιώτισσα, άρα βάρβαρη για τη νομοθεσία των Αθηνών, πιθανόν υπηρέτρια στο σπίτι του πατέρα του Θεμιστοκλή. Οι Θρακιώτισσες εκείνη την εποχή ήταν ένα είδος Φιλιππινέζες!

Ο Θεμιστοκλής όμως, όταν ψηφίστηκε στρατηγός-αυτοκράτωρ, πέρασε νόμο στη Βουλή και έδωσε την ιδιότητα του αθηναίου πολίτη σε όλους τους ομοίους του, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το εκλογικό σώμα του Αστεως και να έχει εξασφαλίσει πλέον και γερή εκλογική πελατεία ευγνωμόνων. Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ: Οι μετανάστες μεταξύ «λαού» και «έθνους»

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

 

Νίκος Εγγονόπουλος, "Σύνθεσις από την Επανάσταση", 1939

[…] 9. Από τις παρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος συνάγονται τα εξής α) ότι η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας βασίζεται μεν στη βούληση του λαού, αλλά υπάρχει και ασκείται προς το συμφέρον του έθνους, οντότητος υπερβαίνουσας χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων […]. Τούτο δε, διότι το έθνος αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες όσο και στις μέλλουσες γενέες, τα συμφέροντα των ορίων πρέπει να υπηρετεί η κρατική πολιτική. […] Το δίκαιο αυτό, εξ απόψεως εσωτερικών ορίων, πρέπει να μην προσβάλλει τις ως ανω συνταγματικές αρχές, δηλαδή ούτε να επιτρέπει την είσοδο στη λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή –ιδίως με την πρόβλεψη αθρόων πολιτογραφήσεων– εις τρόπον ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως το συνθετικό στοιχείο του Κράτους (λαός) και το ανώτατο όργανο αυτού (λαός εκλογικό σώμα) και, εν τέλει να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους, ούτε και να θέτει διατάξεις, που να επιτρέπουν την ευχερή αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας.

16. […] ο τρόπος αυτός της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας πρέπει να διενεργείται υπό προϋποθέσεις, οι οποίες δεν αναιρούν τον εθνικό χαρακτήρα του κράτους, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1, παρ. 3 του Συντάγματος. […] Τούτο δε διότι οι τιθέμενες από το νομοθέτη ως άνω προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας δύνανται να οδηγήσουν σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους. […] Και τούτο διότι ούτε μόνη η παραμονή των γονέων στην Ελλάδα επί πενταετία ούτε η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα διασφαλίζουν άνευ ετέρου την ένταξη του ενδιαφερομένου στην ελληνική κοινωνία ως φορέα των αξιών του Ελληνικού Έθνους, όπως καταρχήν επιβάλλεται, κατά τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις.

(από την απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ που κήρυξε αντισυνταγματικές διατάξεις του νόμου 3838/2010)

Τα σημεία που χαρακτηρίζουν την απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ σχετικά με το νόμο 3838/2010 είναι: α) η πρόσληψη του έθνους ως αυτοδύναμου νομικού γεγονότος – διάφορου του λαού – που πραγματώνεται μέσω του Συντάγματος, β) η αναγωγή του δικαίου του αίματος σε συνταγματική αρχή, γ) η εκτίμηση ότι, λόγω των παραπάνω, μόνο εξατομικευμένη κρίση περί της «συνείδησης» του αιτούντα την ελληνική ιθαγένεια μπορεί να του δώσει μια θέση στον ελληνικό λαό, εφόσον πληροί προϋποθέσεις σημαντικότερες των πέντε ετών παραμονής των γονέων και έξι ετών φοίτησης σε ελληνικό σχολείο, δ) και, τέλος, η αντίληψη ότι εφόσον και στις αυτοδιοικητικές εκλογές η διακύβευση είναι η δημόσια εξουσία, το δικαίωμα συμμετοχής περιορίζεται αποκλειστικά στους πολίτες. Τα εξετάζω ένα προς ένα:

α) Η διαφοροποίηση των εννοιών λαού και έθνους στην οποία στηρίζεται η απόφαση δεν αποτελεί νέα έμπνευση στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, αλλά έχει δοκιμαστεί θεωρητικά από τους συνταγματολόγους της 4ης Αυγούστου, οι οποίοι έπρεπε, με κάθε τρόπο, να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι πηγή των εξουσιών στην Ελλάδα δεν είναι ο λαός, αλλά το έθνος, και άρα η εθνική μπορεί να εναντιωθεί στη λαϊκή βούληση. Πεμπτουσία του λεγομένου «παρασυντάγματος» είναι η διάκριση λαού και έθνους σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ενώ μετά τη μεταπολίτευση η διάκριση αρχίζει να χάνει την κανονιστική της σημασία. Το ότι «η έννοια του έθνους είναι διάφορος της έννοιας του λαού, νοουμένου ως αριθμητικού απλώς συνόλου»[1], όπως έλεγαν οι συνταγματολόγοι του Μεσοπολέμου πριν από τα μέλη του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ, δεν αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ λαού ως σύνολο ανθρώπων που έχουν κοινή ιθαγένεια και έθνους ως κοινότητα πολιτικού ανήκειν, αλλά σε μια αντίληψη του έθνους ως βούλησης ποιοτικώς σημαντικότερης της λαϊκής βούλησης. Η αντίληψη αυτή αντιβαίνει στη δημοκρατική αντίληψη περί πολιτικής κοινότητας.

β) Το δίκαιο του αίματος, δηλαδή η κτήση της ιθαγένειας των γονέων από τα παιδιά τους, είναι νόμος της ελληνικής, όπως και σχεδόν όλων των εννόμων τάξεων ανά την υφήλιο. Ωστόσο,  είναι νομικά καινοφανές ότι το «δίκαιο του αίματος» είναι αρχή συνταγματικής περιωπής, η παράβαση της οποίας οδηγεί στην «αποσύνθεση του έθνους». Αν τα ελληνικά συντάγματα ακολουθούσαν αυτή την αντίληψη, τότε οι δικαστές του Δ΄ Τμήματος μπορούν να είναι βέβαιοι ότι το σύνολο των Ελλήνων πολιτών θα ήταν πολύ μικρότερο από το σημερινό και ότι τα ίδια τα μέλη του Δικαστηρίου δεν θα ήταν Έλληνες, καθώς με βεβαιότητα όλοι μας στο γενεαλογικό μας δένδρο έχουμε μη (έλληνες) πολίτες. Συνέχεια ανάγνωσης

«Ομογενής, ήτοι Έλλην ή Αλβανός την καταγωγήν»

Standard

του Λάμπρου Μπαλτσιώτη

 

Τζαίημς Ένσορ, «Οι σοφοί δικαστές», 1891

Δύο ζητήματα αναδεικνύονται με την συγκεκριμένη απόφαση. Το ένα αφορά τη σχέση των δικαστών με την ιστορία, το παρελθόν και έναν πυρήνα αντιλήψεων που σχετίζονται  με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Το άλλο αφορά την άγνοια των δικαστών σε σχέση με την ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, ιστορία αποκρύψεων, αντιφάσεων και αλλαγών, καθώς η αποκάλυψή της θα έφερνε στο φως την ανάλογη ιστορία διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους. Όπως βέβαια και σε όλα τα έθνη, έτσι και στο ελληνικό, η απάντηση στο ποιος μπορεί να ανήκει σε αυτό ήταν διαφορετική ανάλογα με την περίοδο ή και τη συγκυρία.

Το πρώτο ζήτημα επιβεβαιώνει ότι οι δικαστές, πέρα από τη νομική τους παιδεία, δεν είναι παρά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Και ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, αριστερός, δεξιός, προοδευτικός, συντηρητικός, άθεος, βαθύτατα θρησκευόμενος και ό,τι άλλο, θεωρεί ότι έχει μια ιδιαίτερη μοναδική καταγωγή, σαν μια ευθεία γραμμή να τον συνδέει χιλιάδες χρόνια με ένα αιώνιο, αμετάβλητο και πάντα υπάρχον ελληνικό έθνος. Όσο λοιπόν κυριαρχεί αυτή η αντίληψη, που δημιουργεί την πεποίθηση ότι αν χανόταν η καταγωγική συνέχεια θα χανόταν και το ελληνικό έθνος, δεν μπορεί παρά να παράγονται και τέτοιες αποφάσεις.

Το δεύτερο ζήτημα αξίζει ίσως μεγαλύτερη ανάλυση. Σήμερα γνωρίζουμε ότι καμία ιθαγένεια δεν υπήρξε αμιγώς στηριγμένη στο δίκαιο του αίματος ή στο δίκαιο του εδάφους. Ακόμη όμως και σε παραδειγματικές ιθαγένειες του αίματος, όπως μέχρι πρόσφατα η γερμανική,  η καταγωγή δεν ήταν παρά μια επίφαση: Γερμανός ήταν όποιος ο ίδιος ή οι πρόγονοί του μιλούσαν γερμανικά, αλλά και αυτό εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται ακόμη με εξώφθαλμες αντιφάσεις. Αντίστοιχα, η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, είναι η ιστορία του ορθόδοξου που σχετίζεται με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Από τα Επαναστατικά Συντάγματα μέχρι σήμερα, η δυνατότητα ένταξης στην εθνική κοινότητα προσδιοριζόταν κυρίαρχα από την ένταξη στην ορθοδοξία. Αυτό ήταν που ένωνε –και ενώνει– τον κουρδόφωνο του Ντιγιάρμπακιρ (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι Έλληνες) με τον αλβανόφωνο της Μεσσηνίας. Η ίδια θεώρηση απαγόρευε την ένταξη στο ελληνικό έθνος του ελληνόφωνου μουσουλμάνου, ακόμη και του γιου κάποιου που εξισλαμίστηκε. Συνέχεια ανάγνωσης

H απόλυτη χρεοκοπία (και) της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Με αφορμή την περιπέτεια της Νομικής τέθηκαν δύο λάθος ερωτήματα σε σχέση με το μεταναστευτικό στην Ελλάδα: το πρώτο αφορά τη συζήτηση που ανατροφοδοτήθηκε γύρω από το άσυλο και το δεύτερο αφορά καθεαυτή τη Νομική ως χώρο «υποδοχής» των ανθρώπων αυτών. Ξεκινώ με την παραδοχή ότι η επιλογή της Νομικής ως χώρος στέγασης των ανθρώπων αυτών και η όλη επιχείρηση μεταφοράς τους από την Κρήτη ήταν ατυχέστατη πολιτική επιλογή, η κατάληξη της οποίας είναι ακόμη αβέβαιη.

Αντρέ Μασσόν, «Σφαγή» (σπουδή), 1932.

Αυτό που παρατηρούμε, ωστόσο, στη συνέχεια, είναι μια εκτροπή του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε με αφορμή την κατάληψη της Νομικής από τους απεργούς πείνας προς μια αυτιστική εμμονή στα δύο αυτά ερωτήματα με τρόπο αφελή, υποκριτικό ως και επικίνδυνο. Σαν να περιμένανε τη Νομική, για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με τους παράνομους μετανάστες»… Ή σαν να περιμένανε τους μετανάστες στη Νομική για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με το άσυλο». Έτσι, η απεργία πείνας των τριακοσίων ανάγεται σε έγκλημα καθοσιώσεως κατά του πολιτεύματος ενώ, για ακόμη μια φορά, δίνεται η ευκαιρία σε αυτούς που θέλουν να αλλάξει η νομοθεσία για το άσυλο, να πούνε με κάθε τρόπο πόσο κατάφωρα παραβιάστηκε ο θεσμός αυτός, σαν στη συγκυρία τούτο να ήταν το μείζον θέμα. Είναι η γνωστή ιστορία με το δέντρο και το δάσος. Τη στιγμή μάλιστα που το δάσος είναι έτοιμο να καεί… Συνέχεια ανάγνωσης