Οικονομική πολιτική: θεωρητική ένδεια και πρακτική αδυναμία

Standard

Ο «πραγματισμός» –δηλαδή η έλλειψη πολιτικής– της κυβέρνησης και η συνομιλία του ΣΥΡΙΖΑ με απόντες συνομιλητές

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Έργο του Γιάννη Τσαρούχη

Έργο του Γιάννη Τσαρούχη

«Πραγματικότητα εναντίον ουτοπίας» και «πραγματικότητα εναντίον δυστοπίας». Με αυτά τα δύο σχήματα μπορούν να αποδοθούν επιγραμματικά τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και της (αξιωματικής) αντιπολίτευσης, αντίστοιχα, στη συζήτηση για την οικονομική πολιτική. «Εγώ λέω στον κόσμο την πραγματικότητα και ποιες είναι οι λύσεις», καυχήθηκε πριν λίγες μέρες στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας (Η Καθημερινή, 20.4.2013). Μερικές εβδομάδες προηγουμένως ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας Μ. Βορίδης, απευθυνόμενος και αυτός στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, τους είχε ζητήσει να αναγνωρίσουν «την πραγματικότητα», λέγοντας ότι «σε αυτόν τον κόσμο έτσι δουλεύει το μαγαζί». Απαντώντας στον υπουργό ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ τον κατηγόρησε: «Το περιβάλλον στο οποίο ζείτε δεν σας επιτρέπει να έχετε πλήρη εικόνα της πραγματικότητας που βιώνει ο ελληνικός λαός». Οι πραγματικότητες στις οποίες αναφέρονται οι πολιτικοί μπορεί να είναι διαμετρικά αντίθετες ή και αλληλοαποκλειόμενες, οι αναφορές όμως σε αυτές έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την απορία μπροστά σε αυτό που η κάθε πλευρά αντιλαμβάνεται ως πραγματικότητα, την αδυναμίας να προτείνει σαφή πολιτική.

«Έτσι δουλεύει το μαγαζί»: πολιτική είναι η έλλειψη πολιτικής

Έτσι, η γνώση του τρόπου που «δουλεύει το μαγαζί» δεν οδηγεί όσους ισχυρίζονται πως τoν κατέχουν στη σύλληψη και εφαρμογή μιας «πραγματιστικής» πολιτικής, αλλά στην αποδοχή ότι πολιτική αποτελεί ακριβώς η έλλειψη πολιτικής: η χωρίς συζήτηση συμμόρφωση με τους κανόνες και τους όρους που θέτουν κάθε φορά εκείνοι που λειτουργούν το μαγαζί, είτε είναι διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων, τράπεζες, πάσης φύσης πιστωτές είτε επίδοξοι ξένοι και εγχώριοι επενδυτές είτε η Ε.Ε., το ΔΝΤ κ.ά.

Η έλλειψη πολιτικής και σχεδίου γίνεται αντιληπτή από τους οπαδούς αυτής της μεθόδου, στην καλύτερη περίπτωση, σαν επικοινωνιακό πρόβλημα: «Η κυβέρνηση αυτοπαγιδεύεται σε ζητήματα όπως το φορολογικό και φροντίζει να βάζει επικοινωνιακά αυτογκόλ. Κατανοητή η κούραση και η δυσκολία του πολιτικού εγχειρήματος, αλλά χρειάζεται μια αφήγηση, κάτι που να μοιάζει με σχέδιο από εδώ και πέρα» (Α. Παπαχελάς, Η Καθημερινή, 5.12.2012). Καθώς όμως οι βουλές των δανειστών παρουσιάζονται άγνωστες και ευμετάβλητες, όπως έδειξαν η «διάσωση» της Κύπρου και το βέτο της τρόικας στη συγχώνευση Εθνικής και Eurobank, οι «πραγματιστές», για να τις παρακολουθήσουν, είναι υποχρεωμένοι να προβαίνουν σε συνεχείς δημόσιες αυτοαναιρέσεις.

Ανεξάρτητα από ενδεχόμενες προσωπικές επιλογές και στρατηγικές, η εμμονή σε αυτή τη στάση εκφράζει συλλογικά αδιέξοδα και μετατοπίσεις στις σχέσεις πολιτικής και οικονομικών συμφερόντων. Με την εξασθένηση της εγχώριας παραγωγικής βάσης και την έδραση ή τη μεταφορά εκτός Ελλάδας των δραστηριοτήτων μεγάλου μέρους του ελληνικού κεφαλαίου, που συμβολίζεται άψογα με την κατοχή της προεδρίας του ΣΕΒ από έναν πρώην βιομήχανο και νυν συλλέκτη έργων τέχνης, οι αστοί πολιτικοί δεν έχουν πλέον να εκπροσωπήσουν και να υπερασπιστούν μεγάλες εγχώριες οικονομικές δραστηριότητες. Όχι μόνο οι παραδοσιακά ισχυροί εισαγωγείς και οι υπάρχοντες ξένοι επενδυτές, αλλά και οι ενεχόμενοι στις ναυτιλιακές δραστηριότητες, την εμπορική και τραπεζική επέκταση στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη έχουν συμφέροντα από την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και τη συμμετοχή σε μια ισχυρή νομισματική ένωση, και είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν την υπόλοιπη οικονομία προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διατήρηση αυτού του καθεστώτος. Συνέχεια ανάγνωσης

«Πού ζείτε;»

Standard

του Σπύρου Παπαδόπουλου («το βυτίο»)

Ανρί-Καρτιέ Μπρεσσόν, «CirqueFammi, Παρίσι 1953»

Οι παλιοί φόβοι έχουν πια αντικατασταθεί. Δεν υπάρχει χώρος για άγχη σχετικά με σπουδές, μακρινά ταξίδια, δημιουργικές διαδικασίες και καλύτερους μισθούς. Στην κορυφή πια θρονιάστηκε για τα καλά η αγωνία της επιβίωσης. Ξαφνικά –μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια–, σε δύο και κάτι χρόνια, συναντήσαμε την αγωνία των παππούδων μας. Σα να κάναμε ένα τυφλό άλμα προς τα πίσω. Ένα παρελθόν ζόρικο, αλλά στα μυαλά μας κάπως τρυφερό, έρχεται να πάρει μια εκδίκηση που δεν ζήτησε ποτέ. Αναζητώ ένα μαγνητοφωνάκι, στο οποίο ο Ά. έγραφε τις αφηγήσεις του παππού μας. Την ώρα που ακούω για την τότε δυσκολία, για την κούρασή τους, ανοίγω τα μάτια. Είναι σημερινός ο άνθρωπος που έχει χωθεί μέχρι τη μέση στον κάδο των σκουπιδιών. Είναι σημερινή εκείνη που γλίστρησε μέσα απ’ τα χέρια μας στο Παγκράτι, στο ίδιο Παγκράτι που μεγαλώσαμε κάποτε, χαζοχαρούμενοι και αθώοι.

Όλα μπερδεύονται γλυκά.

***

Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε Δευτέρα βράδυ την εκπομπή στη ΝΕΤ, αναζητώντας κάποιες ελάχιστες εξηγήσεις. Μέσα σε δέκα λεπτά ο Πάσχος Μανδραβέλης μας έχει πει ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη βία εκτός απ’ τη φυσική. Ας μην ξεχειλώνουμε τους ορισμούς, για να εξυπηρετήσουμε την έμφυτη αριστερή μας έφεση στον λαϊκισμό. Ύστερα η Αφροδίτη Αλ Σάλεχ μας λέει ότι ο Δεκέμβριος του 2008, ο αγώνας της Κερατέας, τα γιαούρτια συνετέλεσαν στον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας. Χαμηλώνω τον ήχο, αλλά νομίζω πως ακούω να λέει ότι όλα αυτά σχεδόν βοήθησαν τη Χρυσή Αυγή να θριαμβεύσει. Κοιτάζω γύρω μου μερικούς ανθρώπους που βρέθηκαν σε διαδηλώσεις το 2008, που διάβαζαν και υποστήριζαν τον κόσμο της Κερατέας. Μιλάνε, και περιμένω ν’ ακούσω ρατσιστικές κορώνες, περιμένω ότι θα πουν κάτι ελάχιστο που θα με κάνει να καταλάβω τη συμβολή τους στο ποσοστό του Μιχαλολιάκου. Δεν βρίσκω, αλλά επιμένω να τους κοιτάζω προσεκτικά, σχεδόν εξεταστικά.

Όλα μπερδεύονται γλυκά. Συνέχεια ανάγνωσης