Συλβί μέσα στην κρίση

Standard

ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

του Γιάννη Αλμπάνη

Είναι πια πολύ σπάνιο να γράφει κανείς για ένα έργο τέχνης, μια παράσταση ή μια ταινία χωρίς να φέρει τη νομιμοποίηση της –συνήθως ακαδημαϊκής– εξειδίκευσης στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Πάνω από το κάθε εν δυνάμει γραπτό του μη ειδικού επικρέμεται ο βαρύς πέλεκυς του «από πού κι ως πού γράφει αυτός…».

Ας είναι. Ορισμένες φορές πρέπει να πάρεις το ρίσκο της μομφής περί ασχετοσύνης, και να γράψεις για τον ενθουσιασμό που μπορεί να προκαλέσει η καλλιτεχνική δημιουργία, αντλώντας την όποια νομιμοποίηση από την πεποίθηση ότι η τέχνη παραμένει μια δημόσια υπόθεση για την οποία μπορεί να τοποθετηθεί, εκτός από τους επαΐοντες, και το κοινό, καθώς και (ή μάλλον κυρίως) από εκείνο το πηγαίο ουρανόμηκες «Μπράβο!» που συνόδευσε αυθόρμητα τα αποθεωτικά χειροκροτήματα μας στο τέλος της παράστασης της Συλβί Γκιλέμ* και του Ράσελ Μάλιφαντ στο Μέγαρο Μουσικής, στις 15 του περασμένου μήνα.

Η Γκιλέμ έχει εμφανιστεί κι άλλες φορές στην Ελλάδα, και είναι αρκετά γνωστός ο θρύλος που φέρει το όνομα της: σε ηλικία δεκαεννιά χρονών ο Νουρέγιεφ την έχρισε «αστέρι» του Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού, η φήμη της ξεπέρασε τα όρια του κλασικού μπαλέτου με την περίφημη διαφήμιση 6 o’clock (όπου το σηκωμένο στον αέρα πόδι της φτάνει σε οριζόντια γραμμή με αυτό που στηρίζεται στο έδαφος, όπως ακριβώς οι δείκτες του ρολογιού όταν σημαίνουν 6), στη συνέχεια μια απρόσμενη στροφή στο μοντέρνο χορό και, τέλος, η συνάντηση με τον βρετανό χορογράφο και χορευτή Ράσελ Μάλιφαντ. Κορυφαία στιγμή της κοινής δημιουργικής πορείας τους (καθώς και της συνεργασίας τους με τον υπεύθυνο για τον εκπληκτικό φωτισμό Μάικλ Χάιλς) υπήρξε το ντουέτο Push, το οποίο και παρουσίασαν στο Μέγαρο.

Συνέχεια ανάγνωσης