Ε.Ε./Δ.Ν.Τ: εγκλωβισμένοι σε ένα αυτοκαταστροφικό παιχνίδι

Standard

του Αλέξανδρου Ανδρέου

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Ο Alex Andreou είναι ηθοποιός, συγγραφέας και δημοσιογράφος που μένει στο Λονδίνο. Γράφει για την Guardian, το Νew Statesman, συνεργάζεται τακτικά με το BBC Radio 4 και διατηρεί το μπλογκ sturdyblog.wordpress.com. Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στο sturdyblog.wordpress.com, στις 4.6.2015, και δημοσιεύεται στα «Ενθέματα» με μικρές αλλαγές του συγγραφέα. Ο Alex Andreou θα εμφανιστεί στο Ηρώδειο στις 3 και 4 Ιουλίου, στο Jesus Christ Superstar.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Φωτογραφία: Λουίζα Γκουλιαμάκη

Φωτογραφία: Λουίζα Γκουλιαμάκη

Πολλά έχουν γραφτεί για τις διαπραγματεύσεις που συνεχίζονται μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και ΕΕ/ΔΝΤ, και ο όγκος των αντικρουόμενων πληροφοριών συχνά συσκοτίζει την κατάσταση. Πρόθεσή μου, στο σημείωμα αυτό, είναι να φιλτράρω τα γεγονότα και να επικεντρωθώ σε ορισμένα πολύ βασικά σημεία. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για μια τελειωτική καταγραφή· πιστεύω, ωστόσο, ότι περιέχει μια σειρά κεφαλαιώδη ζητήματα, τα οποία δεν έχω δει να τίθενται ξεκάθαρα και με σαφήνεια.

1. Η κρίση δεν είναι οικονομική, αλλά πολιτική. Κοιτώντας τη μεγάλη εικόνα, τα ποσά που χωρίζουν την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης και τις αντιπροτάσεις ΕΕ/ΔΝΤ είναι ασήμαντα και γελοία. Απογυμνωμένα από την πολιτική τους σημασία, δεν αποτελούν ούτε σταγόνα στον ευρωπαϊκό, πόσο μάλλον στον παγκόσμιο, οικονομικό ωκεανό. Το ότι δεν έχει επιτευχθεί λύση οφείλεται στο γεγονός ότι Ε.Ε./ΔΝΤ υπερασπίζονται συνολικά την πολιτική της λιτότητας. Το να υποχωρήσουν, θα σήμαινε ότι παραδέχονται πως έκαναν λάθος.

2. Τα μέτρα που αντιπροτείνει η Ε.Ε. είναι ατελέσφορα και τιμωρητικά. Αρκεί μόνο να κοιτάξει κανείς τις προτάσεις της σχετικά με τον ΦΠΑ, για να συνειδητοποιήσει ότι στην Ε.Ε. είτε είναι ανίδεοι είτε δεν ενδιαφέρονται για μια συμφωνία. Οι προτεινόμενοι συντελεστές του ΦΠΑ (από το 11% σε βασικά τρόφιμα έως και 23% στο ηλεκτρικό και το νερό), δεν είναι μόνο δυσβάσταχτοι και δυσανάλογοι (καθώς επιβαρύνουν περισσότερο τους φτωχούς), αλλά θα παγιδέψουν την Ελλάδα σε έναν επιταχυνόμενο θανατηφόρο φαύλο κύκλο, αποθαρρύνοντας τον τουρισμό και ενθαρρύνοντας το παράνομο εμπόριο, με κόστος σε απολεσθέντα έσοδα πολύ μεγαλύτερο από ό,τι τα κέρδη από τις αυξήσεις. Η πρόταση να καταργηθεί ο μειωμένος συντελεστής στα νησιά δείχνει έλλειψη κατανόησης βασικών δεδομένων της οικονομικής πραγματικότητας, όπως το κόστος της θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευμάτων για χιλιάδες μικρά, απομακρυσμένα νησιά. Είναι μια τυφλή απόπειρα εφαρμογής της γερμανικής πολιτικής. Οι προτάσεις δεν είναι οικονομικά ρεαλιστικές· είναι τιμωρητικές, για το γεγονός ότι εκλέχθηκε μια «λάθος» κυβέρνηση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Για αυτούς που δεν ψηφίζουν

Standard

Κάποια πράγματα που μπορεί να κάνει αμέσως η Αριστερά για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες

του Βασίλη Παπαστεργίου

Μεσσήνη 1994. Φωτογραφία του Νίκου Οικονομόπουλου, από το άλμπουμ «για τα παιδιά», εκδ. Μεταίχμιο, 2001.

 Το ζήσαμε κατά την προεκλογική περίοδο, το ζούμε και στην καθημερινότητά μας. Η  Αριστερά, στον διάλογο για το μεταναστευτικό, βρίσκεται πάντα σε θέση άμυνας. Εγκαλείται — στην καλύτερη περίπτωση– ότι διακατέχεται από αφελή ανθρωπισμό που δεν συγκροτεί ρεαλιστική θέση για το ζήτημα και, στη χειρότερη, ότι η στάση της αποτελεί μέρος σχεδίου για τον αφελληνισμό του έθνους. Απέναντι στα επιχειρήματα του αντιπάλου ο κόσμος της Αριστεράς συχνά στέκεται αμήχανος, γιατί κατανοεί ότι το ζήτημα έχει άβολες όψεις, όπως η κατάσταση σε κάποιες περιοχές του κέντρου της Αθήνας.

Μεταναστευτικό: η Αριστερά στην άμυνα

Η μουδιασμένη στάση μας στο μεταναστευτικό ζήτημα, που εύλογα δεν το θεωρούμε προνομιακό για εμάς ζήτημα, έχει συχνά ως αποτέλεσμα την υποχώρηση από πάγιες θέσεις μας. Για παράδειγμα, στο κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που παρουσιάστηκε προεκλογικά, γίνεται μια –κατά την άποψή μου– δειλή αναφορά στον «εξορθολογισμό του νομικού και θεσμικού πλαισίου για τη νομιμοποίηση των μεταναστών» (αντί της πάγιας θέσης μας για νομιμοποίηση), αλλά και στη «σταδιακή παραχώρηση ταξιδιωτικών εγγράφων για το μεγάλο όγκο των μεταναστών που επιθυμούν να αποχωρήσουν από το ελληνικό έδαφος».

 

Η εξαγγελία περί ταξιδιωτικών εγγράφων

 Νομίζω ότι, ιδίως για το δεύτερο ζήτημα, είναι απαραίτητες μερικές διευκρινίσεις. Η παραχώρηση ταξιδιωτικών εγγράφων σε μετανάστες που θέλουν να αποχωρήσουν από τη χώρα είναι μια αρκετά δημοφιλής εξαγγελία. Η δημοφιλία της θέσης αυτή είναι απολύτως ερμηνεύσιμη. Ας φύγουν από δω κι ας πάνε όπου θέλουν, σκέφτεται η πλειοψηφία. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που η θέση αυτή δεν υιοθετείται μόνο από την Αριστερά αλλά από ένα πολύ ευρύ φάσμα πολιτικών δυνάμεων (ακόμα και ο ΛΑΟΣ την υποστηρίζει). Ωστόσο, πρόκειται για μία εξαγγελία ανεφάρμοστη με τα σημερινά δεδομένα.

Καταρχάς, είναι αρκετά ασαφές τι ακριβώς εννοούμε, δηλαδή ποια θα μπορούσαν να είναι τα περίφημα αυτά ταξιδιωτικά έγγραφα.

Αν με την αναφορά αυτή εννοούμε τα εισιτήρια για επιστροφή στη χώρα καταγωγής τους, είναι προφανές ότι αυτό ήδη γίνεται από διεθνείς οργανισμούς, αλλά φαίνεται να ενδιαφέρει πολύ λίγους.

Αν όμως εννοούμε τη χορήγηση εγγράφων που επιτρέπουν τη νόμιμη εγκατάσταση των μεταναστών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τότε θα πρέπει να διευκρινίσουμε ορισμένα πράγματα. Η δυνατότητα παραμονής σε μια χώρα και η απόκτηση άδειας παραμονής σε αυτή διέπεται, καταρχάς, από το εθνικό δίκαιο κάθε χώρας. Επομένως, η Ελλάδα δεν μπορεί καταρχάς να εξασφαλίσει τη νόμιμη εγκατάσταση των μεταναστών σε άλλη χώρα, ακόμα και αν απονείμει κάποιο καθεστώς νόμιμης παραμονής σε αυτούς. Δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης σε όλη την ΕΕ έχουν μόνο οι κάτοχοι της κοινοτικής άδειας του «επί μακρόν διαμένοντος», που, όπως θα δούμε παρακάτω, αποκτιέται με συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Αν εννοούμε τη χορήγηση πολιτικού ασύλου ή καθεστώτος επικουρικής προστασίας σε όλους τους αιτούντες άσυλο με σκοπό, εν συνεχεία, την αναχώρησή τους από τη χώρα, τότε πρέπει να επισημάνουμε τα ακόλουθα: α) προϋπόθεση είναι όχι η χορήγηση «ταξιδιωτικών εγγράφων» γενικώς, αλλά η αναγνώριση της ιδιότητας του πολιτικού πρόσφυγα ή του δικαιούμενου επικουρικής προστασίας στην Ελλάδα, β) αυτή η πολιτική λογικά θα έχει ως συνέπεια πολλοί από τους δικαιούμενους διεθνή προστασία να μην επιλέξουν να μετακινηθούν προς την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά να παραμείνουν –νόμιμοι  πια– στη χώρα που τους πρόσφερε προστασία, δηλαδή στην Ελλάδα και γ) ότι η μαζική και χωρίς διάκριση παροχή διεθνούς προστασίας, με υπόρρητο στόχο τη μετεγκατάσταση στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, θα εγείρει αντιρρήσεις από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και θα απαιτηθούν συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη συζήτηση για την καταγγελία της συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ».  Μια μονομερής πράξη καταγγελίας της σύμβασης θα έχει ως άμεση συνέπεια την αναστολή της ισχύος της συνθήκης Σένγκεν για την Ελλάδα, την άρνηση δηλαδή των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να δεχτούν τους επίδοξους αιτούντες άσυλο στο έδαφός τους, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι αυτοί να εγκλωβιστούν και πάλι στην Ελλάδα. Δώρον άδωρον, λοιπόν. Συνέχεια ανάγνωσης

Το «Βήμα» παραποιεί τις δημοσκοπήσεις;

Standard

Αν οι αριθμοί δεν βολεύουν, τόσο το χειρότερο για τους αριθμούς

αναδημοσίευση από το RedNotebook (rnbnet.gr/details.php?id=5861)

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο της Lidija Ivanek

Νυν υπέρ πάντων ο αγών. Εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια. Παραβιάζει κανείς ανοιχτές θύρες (ή, για να το πω απλούστερα, κλέβει εκκλησία) αν θελήσει να τεκμηριώσει ή να αναλύσει πώς το Βήμα ή η Καθημερινή, λ.χ., δίνουν, καθημερινά,  αυτό τον  αγώνα: ένα ξεφύλλισμα αρκεί για του λόγου του ασφαλές.

Ωστόσο, αυτή την Κυριακή 3 Ιουνίου,  το Βήμα έκανε κάτι που δύσκολα θα φανταζόταν και ο πιο  καχύποπτος: άλλαξε, στον σχετικό πίνακα, τα νούμερα της δημοσκόπησης της Public Issue. Έτσι, ενώ η εταιρεία έδινε 31,5% στον ΣΥΡΙΖΑ και 25,5% στη Νέα Δημοκρατία, στον πίνακα του Βήματος  διαβάζουμε το ακριβώς αντίθετο: ΝΔ: 31,5% και ΣΥΡΙΖΑ 25,5% (το δημοσίευμα του Βήματος: http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:mnCbv0YScX0J:www.tovima.gr/afieromata/elections2012/article/?aid=460664 και η έρευνα της Public Issue: http://www.publicissue.gr/2026/varometro-3o-kyma-mai-2012/).

Το γεγονός δεν είναι καθόλου αμελητέο, ούτε πρέπει να περάσει στα ψιλά. Πρώτον, η Public Issue έχει αποδειχθεί, τα τελευταία χρόνια σε μια από τις πιο αξιόπιστες εταιρείες, ειδικά στις προβλέψεις του εκλογικού αποτελέσματος – επομένως μια πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ,  και μάλιστα με μεγάλη διαφορά, που δίνει, έχει βαρύτητα. Δεύτερον, χάρη σε αυτή την αντιστροφή, το Βήμα εμφανίζει, στο σχετικό δημοσίευμα, πέντε δημοσκοπήσεις της Παρασκευής 1.6 να δείχνουν όλες πρωτιά της ΝΔ – ενώ η πραγματικότητα είναι ότι τέσσερις (της Kάπα Research, της Rass, της Μarc και της Μetron Analysis) δείχνουν μικρό προβάδισμα της NΔ (μία με δύο μονάδες), και μία (της Public Issue) δείχνει τον ΣΥΡΙΖΑ να προηγείται με έξι μονάδες.

Πρόκειται άραγε για σφάλμα ή για συνειδητή παραποίηση; Μου φαίνεται δύσκολο να αποφασίσω. Η εκδοχή της «πατάτας» μού μοιάζει ανήκουστα ερασιτεχνική για μια εφημερίδα σαν το Βήμα. Η εκδοχή της παραποίησης (την οποία  δεν  αποκλείει το κείμενο του Βασίλη Χιώτη, στο οποίο ανήκει ο πίνακας, αφού και αυτό είναι γραμμένο σαν μην υπάρχει η επίμαχη δημοσκόπηση) μου φαίνεται εξωφρενική για μια εφημερίδα σαν το Βήμα, όσο κι αν έχει χοντρύνει το παιχνίδι.

Δεν έχει, νομίζω,  τόση σημασία σε ποια από τις δύο παραπάνω εκδοχές θα καταλήξει ο καθένας μας. Μεγαλύτερη σημασία έχει (γιατί είναι ενδεικτικό της καταβαράθρωσης  των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης) ότι, ενώ πριν από κάποια  χρόνια θα ήμασταν σχεδόν σίγουροι ότι πρόκειται περί γκάφας –μεγάλης, χοντρής, πρωτοφανούς–, σήμερα δεν είμαστε.  Συνέχεια ανάγνωσης

Αυτή η Αριστερά δεν πρέπει και δεν μπορεί να ηττηθεί — με τίποτα όμως!

Standard


της Σίας Αναγνωστοπούλου

Έργο του Ρενέ Μαγκρίτ

Τις μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου ζήσαμε στιγμές απίστευτης πολιτικής χυδαιότητας, στιγμές που πρόσβαλαν την πολιτική ευαισθησία κάθε αριστερού πολίτη της χώρας. Σε μια σκηνοθετημένη από τα ΜΜΕ παράσταση, με πρωταγωνιστές ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και κομπάρσο τη ΔΗΜΑΡ, παίχτηκε το χιλιοπαιγμένο στην ελληνική ιστορία έργο: της ανεύθυνης, καταστροφικής Αριστεράς. Η πρώτη πράξη άρχισε μόλις έκλεισαν οι κάλπες. «Να κυβερνήσετε για να μάθετε» (δηλαδή, να σας στείλουμε στη Μέρκελ, να σας γελοιοποιήσει) ήταν η ιαχή που υψώθηκε στον αέρα, από τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Εκείνες τις κρίσιμες μέρες των διερευνητικών εντολών, οι πολιτικάντηδες που θεωρούν ότι η εξουσία του τόπου τούς ανήκει «κληρονομικώ δικαίω» και ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, παρά μόνο υπό την υψηλή ανοχή και καθοδήγησή τους, έστησαν κάποια ιδιότυπα «δικαστήρια», στα οποία νυχθημερόν προσήγαγαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία βομβαρδίζονταν από απανωτές ερωτήσεις, προκειμένου να αποδειχθεί το προαποφασισμένο: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνος για τη χώρα γιατί δεν γνωρίζει πώς ασκείται η πολιτική, και μάλιστα η ευρωπαϊκή. Θα μας βγάλει από το ευρώ, θα μας γυρίσει στη δραχμή, ήταν το πιο ήπιο σχόλιο, ενώ φτάσαμε και σε στιγμές πολιτικής αλητείας, με κορώνες του τύπου: Θα μας οδηγήσει στη χρεωκοπία, θα γίνει πραξικόπημα, θα βγούνε τα καλάσνικοφ, και πολλά τέτοια δείγματα «υψηλής πολιτικής». Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή, και όχι αιτία, τις εκλογές

Standard

του Νικόλα Βαγδούτη και της Δανάης Τζήκα

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

Τα μηνύματα των εκλογών είχαν πολλαπλούς αποδέκτες. Καταρχάς, η κυβέρνηση, παρά τη φθορά που υπέστη, διασώθηκε και είναι σε θέση να ισχυρίζεται ότι έχει τη συναίνεση να πάρει νέα μέτρα. Από την άλλη, η Αριστερά συνολικά, παρά την εκλογική αύξηση κομματιών της, αλλά και ειδικά η δική μας Αριστερά δεν κατάφερε να διαρρήξει τη συναίνεση ή την ανοχή στην πολιτική του Μνημονίου. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της αποτίμησης των αποτελεσμάτων, οφείλουμε να επανεξετάσουμε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την τακτική μας αλλά και συνολικά με το πολιτικό μας υποκείμενο και τη λειτουργία του.

Η συζήτηση πρέπει, κατά την άποψη μας, να ξεκινήσει από μια πιο συνολική τοποθέτηση επί της στρατηγικής του χώρου, μετά το συνέδριο του κόμματος. Ένα συνέδριο του οποίου η διεξαγωγή διεκδικήθηκε με επίταση από τα μέλη, ακριβώς για να σταματήσουν τα φαινόμενα εκφυλισμού και προσωπικών στρατηγικών στον ΣΥΡΙΖΑ και στο κόμμα, και για να βαθύνουμε τη στροφή στο κοινωνικό και την Αριστερά του αποτελέσματος.

Συνέχεια ανάγνωσης