Για τον δημόσιο χώρο που μας περιέχει

Standard

της Μαρίας Καλαντζοπούλου

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Πιάτσα ντ' Ιτάλια", 1913

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Πιάτσα ντ’ Ιτάλια», 1913

 Μια τετραπλή συγκυρία βάζει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για την Αθήνα τη λειτουργία της πόλης, τον δημόσιο χώρο της και τις παρεμβάσεις σ’ αυτόν:

– Οι ανάγκες και τα προβλήματα που αναδεικνύει οξύτερα ή επιτείνει η βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση,

– η προεκλογική περίοδος για τις αυτοδιοικητικές εκλογές και ο προγραμματικός λόγος που κυριαρχεί,

– η κυρίαρχη πια «άσκηση» επιλεξιμότητας των παρεμβάσεων που σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δημόσια συζήτηση με την αδιαφανή στο κοινό δυνατότητα δέσμευσης κονδυλίων από το τρέχον ΕΣΠΑ

– τα πρωτόφαντα (;) σχήματα προώθησης κρίσιμων πολεοδομικών παρεμβάσεων από ιδιώτες και ιδρύματα.

Η συζήτηση για την πόλη και τον δημόσιο χώρο είναι μεγάλη και συχνά χαοτική, ειδικά στο βαθμό που εστιάζεται σε ορισμένες μόνο διαστάσεις. Έχει ενδιαφέρον πάντως, γιατί, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, εκτός από αιτήματα ή προτάγματα για την πόλη, που συχνά παρουσιάζονται ως πολιτικά ουδέτερα, ως ένα αναμφισβήτητο «κοινό καλό», μπαίνει πλέον ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο και με ένταση το ζήτημα του «σε ποιους ανήκει η πόλη» ή «ποιοι σχεδιάζουν για την πόλη» — ερωτήματα που επερωτούν με τη σειρά τους τα αιτήματαή τις προτάσειςπου διατυπώνονται.

Δημόσιος χώρος και πόλη. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε πως δημόσιος χώρος στην πόλη είναι αυτό που συγκροτεί τη συλλογική ζωή αλλά και το εκεί όπου εγγράφεται η τελευταία, εκεί όπου μπορούν να συνυπάρξουν γενιές, τάξεις, ενταγμένοι κι αποκλεισμένοι, άνθρωποι με διαφορετικές ευκαιρίες ή επιλογές. Όλοι αυτοί και αυτές νοηματοδοτούν και διεκδικούν τον δημόσιο χώρο. Το φάσμα αυτών των διεκδικήσεων μας οδηγεί στο επόμενο:

Το ποιοι και ποιες της πόλης. Αυτό καθαυτό το ερώτημα «σε ποιους ανήκει η πόλη» αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της συνύπαρξης. Η πόλη «ανήκει» στην εξουσία ή στους εξουσιαζόμενους; Μπορεί καν να «ανήκει» κάπου; Κι είναι άραγε όλοι στην πόλη ίδιοι ως προς τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις προβολές που έχουν για τη ζωή τους σ’ αυτήν; Οι επίκαιρες συζητήσεις για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου λ.χ. είναι, απ’ αυτή την άποψη, αποκαλυπτικές: μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι μετέχουν σ’ αυτές (γιατί, φυσικά, δεν μετέχουν όλοι) και ως προς το γιατί υπερασπίζονται ή επικρίνουν την παρέμβαση. Μολονότι υπάρχουν κοινοί παρονομαστές, οι αποχρώσεις είναι ποικίλες και κυμαίνονται από το περιεχόμενο της πρότασης ή ίσως και μεμονωμένες όψεις του (λ.χ. το τραμ, το πράσινο, η κυκλοφορία) μέχρι ζητήματα που δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο αλλά με τη συγκυρία της επιλογής, τους φορείς ή τις διαδικασίες της απόφασης (σχεδιασμού), προώθησης και υλοποίησης. Πράγμα που μας φέρνει στο επόμενο ερώτημα: Συνέχεια ανάγνωσης

Ιδιωτικοποίηση του σχεδιασμού

Standard

Κατάργηση του ΟΡΣΑ &   Reactivate Athens: Iστορίες παράλληλες αλλά όχι ασύμπτωτες

της Ντίνας Βαΐου

 EIKONA VAIOUΠριν λίγες μέρες, την Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου, κατατέθηκε στη Βουλή σχέδιο νόμου που προβλέπει την κατάργηση μιας πλειάδας Οργανισμών του Δημοσίου. Ανάμεσά τους, ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας (ΟΡΣΑ), όπως και οι αντίστοιχοι Οργανισμοί για τη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα. Ο σχεδιασμός του αστικού χώρου, με την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που χειρίζεται και με τα εργαλεία παρέμβασης που έχει σταδιακά συγκροτήσει, έπεσε θύμα της νεοφιλελεύθερης μείωσης του «υπερτροφικού Δημοσίου», αλλά και μιας νέας αντίληψης για τον σχεδιασμό. Στο σύντομο αυτό κείμενο θα αναφερθώ σε δύο παραδείγματα, που αναδεικνύουν διαφορετικές πλευρές και κλίμακες παρέμβασης στην πόλη: την «πολεοδομική ωρίμανση», όπως προβλέπεται από τον Εφαρμοστικό Νόμο του Μνημονίου, και τις παρεμβάσεις στο κέντρο της Αθήνας που μελετώνται στο πλαίσιο του εργαστηρίου Reactivate Athens. Συνέχεια ανάγνωσης

Φύση και Αστική Δυναμική: Σχεδιάζοντας με τη φύση στην πόλη

Standard

Επιστημονικό συμπόσιο στη μνήμη της Τζένης Κοσμάκη

Τζένη Κοσμάκη

Την Παρασκευή 3 Ιουνίου, ο Τομέας Πολεοδομίας και Χωροταξίας της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ διοργανώνει διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Φύση και Αστική Δυναμική: Σχεδιάζοντας με τη φύση στην πόλη», προκειμένου να τιμήσει το επιστημονικό έργο της καθηγήτριας Τζένης Κοσμάκη που διακόπηκε βίαια με τον αιφνίδιο χαμό της τον Σεπτέμβριο του 2010. Όπως σημειώνουν οι οργανωτές, «επιστήμονας, δασκάλα, στέλεχος με σημαντικές ευθύνες στην οργάνωση και διοίκηση του Τομέα και της Σχολής η Τζένη Κοσμάκη, παρουσία σημαντική, οξυδερκής, ουσιαστική, με το δικό της ήρεμο και επίμονο τρόπο εντόπιζε και αναδείκνυε συστηματικά ζητήματα και έννοιες που μερικά χρόνια αργότερα έγιναν όχι μόνο επίκαιρα, αλλά και σχεδόν αυτονόητα, στην επιστημονική συζήτηση, όπως ο αστικός ιστός ως βασικό πεδίο προσέγγισης της πόλης, η ανάγκη καθιέρωσης σχεδιασμών ενδιάμεσης κλίμακας, το λανθάνον δυναμικό του πολεοδομικού περιβάλλοντος, ο συμμετοχικός και οικολογικός σχεδιασμός, η φύση στην πόλη και η έμφαση στους αστικούς υπαίθριους χώρους». Το Συμπόσιο, όπως τονίζουν «επιθυμεί να συμβάλει στην παρουσίαση και ανάδειξη των πρακτικών επέμβασης και αλληλεπίδρασης μεταξύ αστικών και φυσικών συστημάτων και της σημασίας των αστικών υπαίθριων χώρων για τη βιωσιμότητα των σύγχρονων πόλεων. Μια συζήτηση εξαιρετικά επίκαιρη ως προς την τρέχουσα πολιτική αναπλάσεων στο κέντρο της Αθήνας καθώς και τη διερεύνηση των δυνατοτήτων εφαρμογής, γενικότερα, στην ελληνική πόλη».

Με την ευκαιρία αυτού του σημαντικού συμποσίου, στο οποίο μετέχουν διεθνούς κύρους έλληνες και ξένοι αρχιτέκτονες (όπως ο J. Beinart, ο P. Ceccarelli, η A. Vernez-Moudon), μιλήσαμε με τον αρχιτέκτονα πολεοδόμο Δημήτρη Λουκόπουλο και την επίκουρη καθηγήτρια της Αρχιτεκτονικής Ελένη Χανιώτου, μέλη της οργανωτικής επιτροπής.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σχεδιάζοντας με τη φύση στην πόλη

του Δημήτρη Κ. Λουκόπουλου

«Σχεδιάζοντας με τη Φύση στην πόλη» σημαίνει ότι προσπαθούμε να ενσωματώσουμε στον αστικό σχεδιασμό τους ίδιους τους φυσικούς μηχανισμούς, μάλλον, παρά μεμονωμένα φυσικά στοιχεία. Εγκαταλείπουμε, το πιο απλό παράδειγμα, τη λογική του μεμονωμένου άλσους ή πάρκου και επιδιώκουμε τη δημιουργία ενός δικτύου αστικού και περιαστικού πρασίνου. Η έκταση και η συνέχεια αυτού του δικτύου ευνοούν την ανάπτυξη «ζωντανών» οικοσυστημάτων που, με τη σειρά τους, παρέχουν τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια στους κατοίκους των πόλεων: θερμική άνεση, ευκαιρίες αναψυχής, αισθητικής απόλαυσης… Δεν είναι λοιπόν μόνο πρόβλημα απόκρισης σε ποσοτικές προδιαγραφές (τόσα τ.μ./κάτοικο) αλλά κυρίως διατήρησης ενός φυσικού μηχανισμού συνυφασμένου με τη ζωή.

Τα ποτάμια και οι χείμαρροι; Από τη φύση τους αποτελούν δίκτυα. Δεν είναι μόνο ότι διασφαλίζουν την απορροή και μας προστατεύουν από την πλημμύρα. Κατά μήκος τους υπάρχει υγρασία, και επομένως κατάλληλες συνθήκες για ανάπτυξη βλάστησης, και ακόμα ευνοούν την κυκλοφορία του ανέμου, τον «εξαερισμό» της πόλης που βοηθάει στον έλεγχο των θερμοκρασιών και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Τα δίκτυα λοιπόν αλληλοκαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό και μπορούν να εξυπηρετούν ταυτόχρονα περισσότερους από έναν σκοπούς. Γιατί να μην τα αξιοποιήσουμε;

Η αστικοποίηση μιας περιοχής δεν σημαίνει ότι τα στοιχεία και οι μηχανισμοί της φύσης που λειτουργούν στην επικράτεια της πρέπει να αφανιστούν, ούτε όμως και να αποτελέσουν εμπόδιο για την ανάπτυξη της πόλης. Πόλη και Φύση μπορεί να συνυπάρξουν κάτω από όρους. Αυτή η τάση στον σχεδιασμό, που αναπτύσσεται χρόνια τώρα (θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «οικολογική προσέγγιση του σχεδιασμού», αν η λέξη δεν είχε ακυρωθεί από την υπέρμετρη χρήση της) προχωράει πέρα από τη συμβατική οπτική, ότι πρέπει να έχουμε πολύ πράσινο, τόσα ποσοστά, μας λείπει ένα πάρκο εδώ και να διατηρήσουμε ανοικτό ένα ρέμα εκεί. Αυτό είναι το ζητούμενο του συμποσίου: να προσεγγίσουμε τα πράγματα βαθύτερα, στο επίπεδο των ίδιων των μηχανισμών της φύσης. Συνέχεια ανάγνωσης