Αθήνα, Μέρες του 1972

Standard

Στον απόηχο του έτους Καβάφη

 της Νένης Πανουργιά

9-panourgia

Πορτρέτο του Καβάφη. Έργο του Γιώργου Δρίζου, που φιλοτέχνησε το 1964 με προτροπή του Μάριου Βαγιάνου.

«Πανουργιά!», η φωνή της φιλολόγου, θρύψαλα οι σκέψεις μου. «Πες μας, παιδί μου, τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει… ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν…; Τι θέλει να μας πει, σε μας, τους αναγνώστες του»;

«Α, αυτό το ξέρω, Κυρία», λέω. «Το ξέρω. Εννοεί, σε όλο το ποίημα, ότι αυτό που ψάχνουμε δεν βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού, αλλά ότι το έχουμε μαζί μας πάντα, αναδύεται στη διαδρομή. Εννοεί ότι αν ψάχνουμε μόνο στο τέλος θα βρούμε μόνο τον θάνατο, και θάχουμε χαραμίσει όλη μας τη ζωή». Με κοιτάζει χωρίς να πει τίποτα. Σωστά τα είπα; αναρωτιέμαι. Αυτή την απάντηση ήθελε; «Αλλά τι είναι αυτό το ταξίδι»; ρωτάει. Μα αυτό είναι για μωρά, σκέφτομαι. Γιατί δεν με ρωτάει για τα «άλλα» ποιήματα του Καβάφη; Τις «Μέρες του 1903», ας πούμε — πρόσφατα μελοποιημένο από τον Χατζιδάκι, με τη φωνή του Ψαριανού, τα ποι…τα ποι…τα ποιητικά τα μάτια… τα χείλια εκείιιινα δεν τα ηύρα πιάαα. Χθες βράδυ το άκουγα…Κι έχω διαβάσει όλον τον Καβάφη, γιατί δεν με ρωτάει κάτι άλλο, για κάποιο άλλο ποίημα! Κάτι ενδιαφέρον, τελοσπάντων! Ανοίγει τον κατάλογο και μου βάζει βαθμό.

«Για πες μας εσύ, η καινούργια, από το Γεράκιον Λακωνίας», απευθύνεται στην καινούργια μαθήτρια που συστήνεται έτσι. «Πες μας για τις “Θερμοπύλες”, τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει…Τιμή σε εκείνους όπου…Τι είναι αυτές οι Θερμοπύλες;» Η φιλόλογος είναι νέα και όμορφη, από στρατιωτική οικογένεια, παντρεμένη με υψηλόβαθμο αξιωματικό της χούντας και θέλει να εξερευνήσει μαζί μας τις ομορφιές της ελληνικής λογοτεχνίας. Η συμμαθήτρια από το Γεράκιον Λακωνίας αρχίζει να λέει για τη Μάχη των Θερμοπυλών. Η φιλόλογος δεν έχει υπομονή για τέτοια. Τη διακόπτει, δεν παίρνει την απάντηση που θέλει. Γυρνάει στην Ντιάνα (που την λένε Άρτεμη, αλλά θέλει να τη φωνάζουν Ντιάνα). «Μπορείς εσύ, τουλάχιστον, να μας πεις τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει… Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήρθαν…Πως μπορεί οι βάρβαροι να είναι λύσις; Τι λύσις είναι αυτή;» Συνέχεια ανάγνωσης

Το σχολείο την εποχή της κρίσης: Εκδημοκρατισμός και κρίση στην ελληνική εκπαίδευση

Standard

της Νέλλης Ασκούνη

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

Πάμπλο Πικάσο, «O Πωλ ζωγραφίζει», 1923

 Το ερώτημα τι πολίτες διαμορφώνει το σχολείο δεν περιορίζεται σε ζητήματα πολιτικής διαπαιδαγώγησης ή ιδεολογικών επιλογών. Η εκπαίδευση διαμορφώνει πολιτικά υποκείμενα, όχι μόνο ως θεσμός κοινωνικοποίησης, αλλά ταυτόχρονα ως μηχανισμός κατανομής των ατόμων στο πλαίσιο του καταμερισμού εργασίας. Έτσι, η συζήτηση για το τι πολίτες φτιάχνει το σχολείο αναγκαστικά εμπεριέχει το ερώτημα τι δυνατότητες κοινωνικής ένταξης και κινητικότητας προσφέρει και σε ποιους – με άλλα λόγια, πώς συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική δομή.

Θα περιοριστώ σε μερικά ερωτήματα, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι το ελληνικό σχολείο βρίσκεται σε κρίση αρκετό διάστημα πριν ξεκινήσει η σημερινή κρίση. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι ευχαριστημένη με το σχολείο της, οι μαθητές δεν φαίνεται να βρίσκουν νόημα στην εκπαίδευση, οι γονείς διαμαρτύρονται γιατί τα παιδιά τους δεν μαθαίνουν γράμματα και οι εκπαιδευτικοί για τις κακές συνθήκες και το επίπεδο που πέφτει. Πώς φτάσαμε σε αυτή την ευρύτερη απαξίωση και αποδυνάμωση του κύρους του δημόσιου σχολείου; Η απάντηση συνδέεται με τις αλλαγές που γνωρίζει η εκπαίδευση τα τελευταία 40 χρόνια.

Το σχολείο της μεταπολίτευσης: εκδημοκρατισμός

Η μεταπολιτευτική περίοδος χαρακτηρίζεται από το στόχο του εκδημοκρατισμού όλων των θεσμών. Στο χώρο της εκπαίδευσης ο στόχος αυτός έχει διπλό περιεχόμενο: αφενός η μόρφωση να μην είναι προνόμιο μιας μειοψηφίας, αλλά το σχολείο να γίνει προσβάσιμο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, αφετέρου να αλλάξει ο αυταρχικός προσανατολισμός τόσο των παιδαγωγικών δομών όσο και του περιεχομένου της εκπαίδευσης. Συνέχεια ανάγνωσης

Νέα σχολική χρονιά: η εμπειρία μιας αποσύνθεσης

Standard

του Πέτρου Καραθάνου

Δημοτικό σχολείο, 1954 (Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ)

Η σχολική χρονιά ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς. Από τα δεκαοχτώ χρόνια εμπειρίας μου σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συγκρατώ τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη ως μια διαδικασία επανεύρεσης-επανασύνδεσης του συλλόγου των καθηγητών από τις καλοκαιρινές διακοπές, με αφηγήσεις και συζητήσεις που σε ταξίδευαν. Ταυτόχρονα, μέσα από τις καθημερινές εργασίες για την προετοιμασία της έναρξης των μαθημάτων, προσγειωνόσουν στη σχολική καθημερινότητα.

Όχι πως παλιότερα δεν υπήρχαν προβλήματα, ιδιαίτερα τις χρονιές των αιφνίδιων αυγουστιάτικων «μεταρρυθμίσεων» και «δομικών αλλαγών» στην παιδεία. Συνέχεια ανάγνωσης

Πανελλαδικές στοιχειωμένες λέξεις

Standard

του Βασίλη Ζαρείφη

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν

Το καλοκαίρι του εβδομηνταοχτώ το έβγαλα στην Αθήνα — τότε δίναμε Πανελλήνιες στο τέλος του καλοκαιριού. Φροντιστήριο πήγαινα στη Νέα Σμύρνη, σε έναν σύντροφο που είχε σπουδάσει στο Πολυτεχνείο και μας έκανε όλα τα μαθήματα, εκτός από την έκθεση που μας έκανε ο μικρότερος αδελφός του, οικονομολόγος το επάγγελμα. Το φροντιστήριο είχε πέντε μαθητές-συντρόφους της τρίτης Λυκείου και μετά το μάθημα μεταμορφωνόταν σε τεχνικό γραφείο.

Εγώ έμενα τότε στη Νίκαια και για να είμαι κάθε πρωί στις οκτώ στο φροντιστήριο έπρεπε να είμαι στο λιμάνι του Πειραιά στις εφτά και τέταρτο, να πάρω το λεωφορείο για τη Νέα Σμύρνη. Δεν με πείραζε το πρωινό ξύπνημα, ούτε που η φίλη μου και συντρόφισσα Καίτη τραγουδούσε σε όλη τη διαδρομή Καζαντζίδη, όσο το ότι μαζί μου, την ίδια ώρα, κατέβαιναν στο λιμάνι όλοι οι υποψήφιοι επιβάτες-παραθεριστές-τουρίστες με προορισμό τις θάλασσες του Αιγαίου.

Ζήλευα. Ψέματα να πω; Και παραλίγο να τα κάνω θάλασσα.

Ένα ξημέρωμα, κάπου στα μέσα Αυγούστου, με βρήκε στο πλυσταριό της ταράτσας να παλεύω με την επανάληψη των ορίων και της συνέχειας των συναρτήσεων. Είχα φτάσει πια στα όριά μου, δεν άντεχα άλλο, σκεφτόμουν συνεχώς θάλασσες, νησιά και γλυκές ξέγνοιαστες τουρίστριες. Μπήκα αθόρυβα στο σπίτι, έβαλα σε ένα σακίδιο μαγιό, πετσέτα και δυο ρούχα, στην τσέπη ό,τι οικονομίες είχα από το χαρτζιλίκι της γιαγιάς και είπα: «Τέλος. Χρειάζομαι διακοπές».

 Κατέβηκα στο λιμάνι χωρίς να περάσω από την αφετηρία, μην τυχόν και η «Καίτη Καζαντζίδη» έχει κατέβει κι αυτή νωρίτερα, έβγαλα εισιτήριο, μπήκα στο πλοίο και βγήκα στο κατάστρωμα να απολαύσω αφ’ υψηλού τη ζωή – του λιμανιού, και όχι μόνο. Συνέχεια ανάγνωσης

Εξελληνισμός και αλβανική εθνική αυτοπεποίθηση

Standard

 ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Περικλής Παπανδρέου

Ο Περικλής Παπανδρέου

Τον Απρίλιο του 2011 έφυγε από τη ζωή ο Περικλής Παπανδρέου. Βίαια, ακατανόητα. Όλοι εμείς που τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, μείναμε πίσω με αναπάντητα ερωτήματα. Με τις αναμνήσεις από έναν χαρισματικό άνθρωπο, από έναν βίο που δεν σπαταλήθηκε, αλλά αφιερώθηκε σε ό,τι πραγματικά αξίζει, μια διαρκής αναζήτηση νοήματος. Παλαιότερα, αυτό το νόημα είχε βρεθεί στην πολιτική δράση. Πιο πρόσφατα, η αναζήτησή τον οδήγησε στο Λονδίνο όπου εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή του. Η μελέτη του αυτή, με τίτλο Παιδιά της μετανάστευσης στην Αθήνα. Η πολιτική του ανήκειν και οι σκοτεινές πλευρές της προσαρμογής (μετ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. νήσος) κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες. Πολλοί ίσως ανακαλύψουν στο βιβλίο έναν οξυδερκή κοινωνικό επιστήμονα, ήταν, όμως, πολύ περισσότερα από αυτό…

 Πολυμέρης Βόγλης 

  του Περικλή Παπανδρέου

Έργο του Τζέικομπ Λώρενς από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-41

Έργο του Τζέικομπ Λώρενς από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-41

 Από τις προηγούμενες σχετικές έρευνες απουσιάζει ακριβώς η οπτική γωνία των μεταναστών μαθητών, και μάλιστα όχι μόνο για αυτό καθαυτό το ζήτημα της «σημαίας» αλλά και για τη σχέση του με το ευρύτερο ζήτημα της θέσης τους στην ελληνική κοινωνία. Μια ευκαιρία να καλυφθεί αυτό το κενό πρόσφεραν οι μετανάστες μαθητές που συμμετείχαν στην παρούσα μελέτη και οι αφηγήσεις τους για τις αντιπαραθέσεις γύρω από τη «σημαία». Το 2005, όταν πήρα συνέντευξη από τον Κώστα, μαθητή ΤΕΕ με ελληνικές ρίζες γεννημένο στην Αλβανία, φάνηκε πως οι «διενέξεις για τη σημαία» είχαν χάσει την ορμή τους, στα περισσότερα σχολεία τουλάχιστον. Ωστόσο, η αντιπαράθεση εξακολουθούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην πλαισίωση της σκέψης των μεταναστών μαθητών:

 «Κώστας: Βασικά εδώ έγινε συζήτηση για τη σημαία, αν θα τη σηκώσουνε οι Αλβανοί. Ήτανε να τη σηκώσει μια Αλβανίδα. Την 28η Οκτωβρίου, πότε ήτανε. Ήτανε ένας Έλληνας τώρα και αρπάχτηκε επειδή ήτανε να τη σηκώσει μια Αλβανίδα, βασικά κι εγώ άμα ήμουνα το ίδιο θα ’κανα. Πήγαινε στο γραφείο και έκανε φασαρία, έβαζε ιδέες στους άλλους.

Ερ.: Αυτός είναι ο δεύτερος καλύτερος μαθητής;

Κώστας: Όχι, αυτός είναι από τους χειρότερους μαθητές. Αυτός ήθελε να είναι Έλληνας αυτός που θα σηκώσει τη σημαία. Οι άλλοι λέγανε ο νόμος λέει ο καλύτερος μαθητής χωρίς διάκριση εθνικότητας. Δεν λέει ο καλύτερος έλληνας μαθητής. Γι’ αυτό λέει μπορεί να πάρει και ο Αλβανός τη σημαία, και έλεγε αυτός απειλούσε θα φέρω εδώ, θα γίνει χαμός σχολείο και αυτά, δυο τρία άτομα πήραν το μέρος του. Ε μετά, με τις μέρες ξεχάστηκε το θέμα. Τελικά, η Αλβανίδα σήκωσε τη σημαία. Κουβεντιάστηκε το θέμα και οι πιο πολλοί ήτανε με το μέρος του ανοικτόμυαλου. Δηλαδή έλεγαν οι πιο πολλοί άσε τη κοπέλα να σηκώσει τη σημαία. Οι καθηγητές πάλι ήταν με την Αλβανίδα. […] Η κοπέλα [η Αλβανίδα] δεν το ’χε πάρει προσωπικά, δεν νομίζω ότι για αυτή η σημαία ήταν κάτι, αντίθετα είχε πει στο παιδί αυτό: αν θες παρέα, θα σου φέρω παρέα για υπεράσπιση. Η οποία παρέα θα ήταν Αλβανοί και αυτοί. Άρα αυτό δείχνει ότι πιο πολύ σαν υποχρέωση το είχε, παρά σα θέλημα». Συνέχεια ανάγνωσης

Θα μείνετε στην Ιστορία… για Σεπτέμβρη

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

«Η παλαιά φρουρά». Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα "Η προκατάληψή μου ενάντια στην εποχή μας", Βερολίνο 1932.

«Η παλαιά φρουρά». Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα «Η προκατάληψή μου ενάντια στην εποχή μας», Βερολίνο 1932.

Η απόφαση της κυβέρνησης για την επίταξη των καθηγητών μέχρι νεωτέρας έχει μεγάλη πολιτική σημασία, καθώς αποκαλύπτει ξεκάθαρα τόσο το περιεχόμενο των υποτιθέμενων εκσυγχρονιστικών και εξευρωπαϊστικών μεταρρυθμίσεων όσο και το μέγεθος της εργαλειοποίησης μιας τυπικής πλέον δημοκρατίας σε βάρος της δημοκρατίας. Αντί οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια εκπαίδευση να αποβλέπουν στην ενίσχυση του δημόσιου σχολείου,  κάτι που θα σήμαινε τη συνέγερση των καθηγητών και της κοινωνίας προς την κατεύθυνση ενός σχολείου που προκρίνει τη μόρφωση, την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας των πολιτών του μέλλοντος (επομένως και κατάργηση του ανορθολογισμού των εξετάσεων και της παπαγαλίας, αλλά και διορισμό των σε μόνιμη ομηρεία αναπληρωτών και ωρομίσθιων καθηγητών), η τρικομματική κυβέρνηση επέλεξε τον γνωστό «μεταρρυθμιστικό» μονόδρομο: απολύσεις, εκφοβισμός, τιμωρία και «βούρδουλας». Η ταπείνωση και το καψόνι (όλοι οι καθηγητές, χρειάζονται δεν χρειάζονται, καλούνται ως επιτηρητές στις εξετάσεις, χωρίς να αμείβονται επιπλέον) ως μεταρρυθμιστικά μέσα αποσκοπούν στη μόνιμη συρρίκνωση του σχολείου σε κέντρο καταστολής, με φοβισμένους, υπό απόλυση ή μετάθεση, καθηγητές. Συνέχεια ανάγνωσης

Το κομμένο σκοινί της εκπαίδευσης

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του  Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Έργο του Ρόυ Λιχτενστάιν, 1965

Έργο του Ρόυ Λιχτενστάιν, 1965

Αν κάτι ήταν πρωτόγνωρο, την προπερασμένη Τετάρτη και Πέμπτη στο αμφιθέατρο Αργυριάδη στα Προπύλαια, δεν ήταν η συνεύρεση και ο διάλογος, ούτε οι ιστορίες που ακούσαμε για τις δυσκολίες των καθηγητών στα σχολεία. Δεν ήταν οι σοκαριστικές αφηγήσεις τους για τις νεοναζιστικές ιδέες και στάσεις που επελαύνουν, τις απειλές που δέχονται, την αδιάφορη, ακόμη και εχθρική, στάση των ιθυνόντων απέναντι στις πρωτοβουλίες τους. Το πρωτόγνωρο δεν ήταν καν  η εντυπωσιακή συμμετοχή των εκπαιδευτικών, κατά εκατοντάδες, το μεσημέρι,  μετά από κάμποσες ώρες διδασκαλίας, και η παραμονή τους στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο έως το τέλος των εργασιών, αργά το βράδυ.

Το πρωτόγνωρο  και συγκλονιστικό, για όσους βρεθήκαμε εκεί, ήταν η βεβαιότητα ότι το σχολείο  λειτουργεί χάρη σ’ αυτούς τους ανθρώπους που δίνουν καθημερινά τη δική τους μάχη, παρακινημένοι από την αγάπη γι’ αυτό που κάνουν, για τους μαθητές και τις μαθήτριές τους. Μια μάχη που δίνουν τις περισσότερες φορές αβοήθητοι, αποκομμένοι από μια κοινωνία που μοιάζει να αδιαφορεί επί της ουσίας για το τι συμβαίνει στις τάξεις.

Αυτό το «κομμένο σκοινί» θελήσαμε να ξαναπιάσουμε, μιλώντας για τον φασισμό και τη διδασκαλία του στην εκπαίδευση, στο διήμερο που οργάνωσε, στις 13 και 14 Μαρτίου, ο Τομέας Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θέλαμε αφενός να διερευνήσουμε τρόπους με τους οποίους μελετάμε σήμερα ένα ιστορικό φαινόμενο που καθόρισε τον 20ό αιώνα, και  αφετέρου να συζητήσουμε για το πώς μιλάμε γι’ αυτό στο σχολείο, εντός της τάξης μα και στο προαύλιο: να δούμε την έλξη που ασκούν συχνά στους μαθητές οι νεοναζιστικές ιδέες, οι ρατσιστικές συμπεριφορές, η βία που τις συνοδεύει. Ιστορικοί, εκπαιδευτικοί, παιδαγωγοί, κοινωνικοί επιστήμονες ανταλλάξαμε, συχνά διαφωνώντας, σκέψεις και ερωτήματα σε έναν ανοιχτό διάλογο. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι Νεφελίμ και τα φωνήεντα

Standard

του Χρήστου Τριανταφύλλου

 «Οι συγγραφείς του εγχειριδίου παραδέχονται στον πρόλογο ότι “τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βιβλίου υπαγόρευσαν κάποιες απαραίτητες απλοποιήσεις”! Χωρίς να έχουν την εξουσιοδότηση κανενός, αυτοί οι άνθρωποι αποπειρώνται να κάνουν λοβοτομή στο μέλλον του έθνους αλλάζοντας –επί τα χείρω– τον πηγαίο κώδικα του ανθρώπινου μυαλού, που είναι η γλώσσα! Με τις… ευλογίες της πανελίστριας της λέσχης Μπίλντερμπεργκ κυρίας Διαμαντοπούλου, οι συγγραφείς του βιβλίου έκαναν κανονική επίθεση στον σκληρό πυρήνα της εθνικής ιδιοσυστασίας μας και το δηλητηριώδες πόνημά τους διανέμεται στα μικρά και ανυπεράσπιστα παιδιά». Το απόσπασμα προέρχεται από ένα άρθρο της εφημερίδας Δημοκρατία, με τον εύγλωττο τίτλο «Εθνική Λοβοτομή» (11.7.2012, goo.gl/Ah4cD), και αποδίδει στον ύψιστο βαθμό τον πυρήνα του ζητήματος, το οποίο προέκυψε σχετικά με το βιβλίο Γραμματικής της Ε΄ και ΣT΄ Δημοτικού σχετικά με την υποτιθέμενη «μείωση των φωνηέντων». Ως προς το γλωσσολογικό σκέλος, αφενός ο Νίκος Σαραντάκος και αφετέρου οι 140 επιστήμονες[i] (αλλά και ο Ι. Καζάζης και ο Γ. Μπαμπινιώτης) απάντησαν με εξαιρετικό τρόπο στη σκοταδιστική επίθεση. Ο απόηχος που απομένει, όμως, είναι ιδιαίτερα θορυβώδης για να αγνοηθεί, ως θέμα τόσο κοινωνικό όσο και ιδεολογικό — υπό την έννοια της διάχυσης και εμπέδωσης επιστημονικών ή ψευδοεπιστημονικών ερμηνευτικών σχημάτων.

Όπως παρατηρεί εύστοχα και πάλι ο Ν. Σαραντάκος,[ii] πρόκειται για ένα ζήτημα που, παρά τα κοινά στοιχεία, διαφέρει από εκείνο του βιβλίου της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού (με τον περίφημο «συνωστισμό»): οι τωρινές αντιδράσεις προέρχονταν κυρίως από τον χώρο της αντιδραστικής — λαϊκής θα πω εγώ– Δεξιάς και Ακροδεξιάς, σε αντίθεση με το 2007 που εξέφραζαν ένα ευρύτερο φάσμα. Μάλιστα, οι αντιδρώντες υποστηρίζουν, ρητά ή υπόρητα, ότι το «πρόβλημα» έγκειται στις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1970 και του 1980, αναπολώντας έναν χαμένο παράδεισο — με αυτή την έννοια μπορεί κανείς να βρει αναλογίες λ.χ. με τα Μαρασλειακά.

Αν και οι αντιδράσεις έχουν ως κοινό παρονομαστή τα εθνικά διακυβεύματα, διακρίνεται σαφώς ένα σκέλος που προσεγγίζει το ζήτημα σε μια πιο «λόγια» βάση∙ εξέχον παράδειγμα –χαρακτηριστικός και ο χώρος όπου φιλοξενείται– είναι το άθρο του Απόστολου Διαμαντή,[iii] ο οποίος ξεσπαθώνει κατά των επιστημόνων που προσπαθούν να νοθεύσουν την αναλλοίωτη ουσία του Ελληνισμού μειώνοντας τα φωνήεντα του ελληνικού αλφαβήτου. Το άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνει τίποτα το καινοφανές, απλά επαναλαμβάνει τα γνωστά εθνοκεντρικά και συνωμοσιολογικά στερεότυπα, εφαρμόζοντας και το σχήμα που θέλει τον «απλό και άδολο λαό» να αντιπαρατίθεται στους πάσης φύσεως υπηκόους των ξένων κέντρων εξουσίας. Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον –καθώς μάλιστα ο συγγραφέας είναι και πανεπιστημιακός– είναι πως προσκομίζονται οι ρήσεις δύο μορφών του παρελθόντος, στις οποίες γίνεται επίκληση ως αυθεντίες: η μια είναι ο Βιτγκενστάιν και η άλλη ο Ζαμπέλιος. Ο δεύτερος μάλιστα με τα «έξοχα ελληνικά του», προφανώς σε αντίθεση με τα άθλια ελληνικά των συγγραφέων της Γραμματικής. Δεν θέλω να σταθώ εδώ στην αιτία της δημοσίευσης αρχετυπικά λαϊκίστικων άρθρων σε μια σελίδα «σοβαρή» και «φιλελέυθερη», όσο στον μηχανισμό στήριξης της αυθεντίας στο «λόγιο» σκέλος των αντιδράσεων για το βιβλίο της Γραμματικής. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο αριστούχος

Standard

Διήγημα του Γιωργου Κ. Μπουγελεκα

Γιάννης Ψυχοπαίδης, "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια", 1967, από την ενότητα "Πατριδογνωσία"

–Κύριε Λυκειάρχα, μπορείτε να έλθετε στο γραφείο μου;

–Κατεβαίνω, κύριε Δημόπουλε, απάντησε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο.

Μάζεψε τις σημειώσεις του για τα στατιστικά δελτία του Υπουργείου, έσβησε το τρίτο τσιγάρο του δεύτερου πακέτου της ημέρας –απομεσήμερο βλέπεις–, κατέβηκε τις σκάλες και οδηγήθηκε στο γραφείο του ιδιοκτήτη του σχολείου.

Ιδιωτικό σχολείο στο κέντρο του Πειραιά. Μεγάλη παράδοση, μεσαία δυναμικότητα, κεφάτος σύλλογος. Μαθητικός πληθυσμός από τους γύρω δήμους και για αυτό αμφίβολες οι προοπτικές για όλους. Επιχειρηματία και εκπαιδευτικούς. Η εποχή του ευρώ δεν άφηνε περιθώρια για πολυτέλειες.

–Κύριε Κράλλη, να σας συστήσω τον κύριο Πάνου. Είναι γονέας μαθητή της Τρίτης Λυκείου και επιθυμεί να εγγράψει το παιδί του στο σχολείο μας. Πρόκειται, απ’ ό,τι μου είπε ήδη ο κύριος Πάνου, για άριστο μαθητή με εξαιρετικό χαρακτήρα.

–Χαίρομαι, κύριε Πάνου, απάντησε ο Λυκειάρχης και συνέχισε: –Σε ποιο σχολείο φοιτά τώρα ο γιος σας;

–Στο Δημόσιο Λύκειο κοντά στο σπίτι μας. Αλλά θέλω να αλλάξει σχολείο το παιδί μου.

–Γιατί, αφού πηγαίνει καλά; Ποιος λόγος σας ώθησε μέχρι εκεί;

Έπαιζε με τη φωτιά. Όμως μόνο έτσι θα μπορούσε να προφυλάξει το σύλλογο των καθηγητών, τον εαυτό του και τελικά την εικόνα του σχολείου από ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Τέλος Σεπτέμβρη κι ένας αριστούχος θέλει να αλλάξει σχολείο στην τελευταία τάξη. Κάτι έτρεχε, κι έπρεπε να το μάθει.

–Κοιτάξτε, κύριε, πρέπει να σας πω ότι έχουμε έλθει πριν δεκαέξι χρόνια από την Αλβανία. Ο Λίας ήταν νεογέννητος. Εγώ είμαι πολιτικός μηχανικός, η γυναίκα μου μαία. Διπλωματούχος. Περάσαμε δύσκολες στιγμές. Δουλέψαμε παντού. Από οικοδομές εγώ, μέχρι οικιακή βοηθός εκείνη. Τα καταφέραμε μια χαρά και σήμερα με εκτιμούν και με σέβονται όλα τα οικοδομικά συνεργεία του Πειραιά. Είμαι, βλέπετε πια, κατασκευαστής πολυκατοικιών!

Έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδη, από την ενότητα "Πατριδογνωσία"

Κοίταξε τον εργοδότη του. Εκείνος επιβεβαίωσε με το βλέμμα του και παρενέβη.

–Πράγματι, ο κύριος Πάνου είναι Βορειοηπειρώτης…

–Δεν είμαι Βορειοηπειρώτης! Αλβανός είμαι! Και είμαι περήφανος για την πατρίδα μου, αντέτεινε στα όρια του θυμού. Η γυναίκα μου είναι Βορειοηπειρώτισσα και γι’ αυτό βάφτισε τα παιδιά χριστιανικά… αν και εγώ δεν τα πολυπιστεύω αυτά.

Το γραφείο είχε παγώσει. Ο σχολάρχης προσπαθούσε να βρει την αυτοκυριαρχία του. Στο σχολείο του δεν έγραφε ούτε αλλοδαπούς ούτε Τσιγγάνους ούτε αλλόθρησκους. Δεν το έκανε τόσο για λόγους εθνικής καθαρότητας, αλλά για λόγους εμπορικούς. Γνώριζε πως οι μικροαστοί πελάτες του δεν θα ανέχονταν αλλοδαπούς συμμαθητές για τα παιδιά τους.

–Και καλά κάνετε να είστε περήφανος, κύριε Πάνου, συνέχισε ο Δημόπουλος, αφού βρήκε τα κουράγια του.

–Όμως δεν μου απαντήσατε. Γιατί θέλετε να αλλάξει σχολείο το παιδί σας; επέμεινε ο Λυκειάρχης. Συνέχεια ανάγνωσης

Και παίζει και παιδεύει

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Φωτογραφία του Ανρί Κσρτιέ-Μπρεσόν, 1954

Σεπτέμβρης, ο μήνας που παραδοσιακά είναι ταυτισμένος με το άνοιγμα των σχολείων, που φέτος βέβαια θα γίνει (την ερχόμενη Δευτέρα) με τεράστιες ελλείψεις, καθώς οι καθηγητές κι οι δάσκαλοι έσπευσαν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία (και ποιος τους αδικεί;) πριν τους κουτσουρέψει κι άλλο τις συντάξεις η λαίλαπα αυτών που βάλθηκαν να μας διδάξουν να ζούμε Δίχως Να Τρώμε. Σεπτέμβρης λοιπόν αφιερωμένος στα παιδιά και στην παιδεία και σ’ αυτή τη μεγάλη οικογένεια θα είναι αφιερωμένο το σημερινό σημείωμα.

Το παιδί προέρχεται από το παιδίον, που είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης παις. Παις ήταν κατά βάση το τέκνο, αγόρι ή κορίτσι (αν και θα βρείτε και σε αρχαία κείμενα, π.χ. στους Νόμους του Πλάτωνα, διατυπώσεις που θυμίζουν το υποτιθέμενο νεοελληνικό ή μανιάτικο «δυο παιδιά και τέσσερα κορίτσια»). Παις ήταν και γενικά το άτομο νεαρής ηλικίας (εδώ ταιριάζει και το «Έλληνες αεί παίδες» που είπε τάχα ο Αιγύπτιος στον Σόλωνα), αλλά παις ήταν στ’ αρχαία και ο υπηρέτης, ακόμα και ηλικιωμένος — σημασία που επίσης επιβιώνει ή επιβίωνε μέχρι πρόσφατα, στο «παιδί» των μπακάλικων και των άλλων μαγαζιών, που μπορεί καμιά φορά να ήταν μεγάλος στην ηλικία, αν και συνήθως ήταν νέος.

Συνέχεια ανάγνωσης