Η ανθρώπινη αντανάκλαση της ιστορίας

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Γκιουλσούν Καραμουσταφά, «Η πολυκατοικία», 2011.

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Βασ. Γεωργίου Β΄ 17-19 και Ρηγίλλης, Αθήνα, τηλ. 210 9242111) παρουσιάζει από τις 26 Ιανουαρίου έως τις 29 Φεβρουαρίου το νέο έργο της Γκιουλσούν Καραμουσταφά με τίτλο «The Apartment Building» («Η πολυκατοικία»), σε συνδυασμό με τη διπλή βιντεοεγκατάσταση «The Settler» («Άποικος», 2003) και τη μονοκάναλη βιντεοεγκατάσταση «Bosphorus 1954» («Βόσπορος 1954», 2008). Η Γκιουλσούν Καραμουσταφά, γεννημένη το 1946 στην Άγκυρα, είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης τουρκικής καλλιτεχνικής σκηνής, διεθνώς αναγνωρισμένη. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις στην Τουρκία και στο εξωτερικό και ασχολείται με θέματα όπως η θέση της γυναίκας, οι πρόσφυγες, η μνήμη, η μετανάστευση.
Το έργο που παρουσιάζεται στο ΕΜΣΤ είναι πολύ απλό στη μορφή του, αλλά κρύβει πίσω του μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Το πολυώροφο αρχοντικό χτίστηκε το 1931 από την οικογένεια Βασλαματζή, η οποία είχε στην Κωνσταντινούπολη τη γνωστή και επιτυχημένη επιχείρηση γκαζόζας «Όλυμπος». Εγκαταλείφθηκε από τους ιδιοκτήτες του μετά τα δραματικά, βίαια συμβάντα τον Σεπτέμβριο του 1955 και τον ξεριζωμό στην Ελλάδα. Η ιστορία του κτιρίου, στην οποία συναντώνται και συνυφαίνονται ανθρώπινες ζωές και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα στην πολυεθνική αυτή μεγαλούπολη, σκιαγραφείται από την καλλιτέχνιδα και νέα ένοικο (από το 1991) του ισόγειου διαμερίσματος της πολυκατοικίας της οδού Τζιχάνγκιρ 28 στο Μπέγιογλου, με λακωνικό τρόπο: το έργο αποτελείται από μια επιβλητική αρχιτεκτονική μακέτα, πιστή αναπαράσταση του κτιρίου, και από λιγοστά ντοκουμέντα (φωτογραφίες και κείμενα) στον τοίχο. Συνέχεια ανάγνωσης

«Ιστορίες για ανθρώπους με τις φόρμες των εικαστικών τεχνών»

Standard

συνέντευξη της Γκιουλσούν Καραμουσταφά στην Ιωάννα Μεϊτάνη

Ας αρχίσουμε από το έργο που παρουσιάζετε στο ΕΜΣΤ, την «Πολυκατοικία». Πώς συνδέεται με τις προηγούμενες δουλειές σας;

Γκιουλσούν Καραμουσταφά, «Άποικος», 2003

Είμαι καλλιτέχνις, άρα μου αρέσει να διηγούμαι ιστορίες. Μου αρέσει να λέω ιστορίες για ανθρώπους χρησιμοποιώντας τις διάφορες φόρμες των εικαστικών τεχνών. Εκμεταλλεύομαι λοιπόν τις ευκαιρίες που μου δίνουν τα διάφορα μέσα της σύγχρονης τέχνης. Έχω την τύχη να μπορώ να εκφράζομαι με βίντεο, με εγκαταστάσεις, φωτογραφίες και, ενίοτε, με το σχέδιο και τη ζωγραφική. Μου αρέσει επίσης να βρίσκω ιδέες κοινές στα διάφορα έργα μου, έτσι ώστε να τα συνδέω μεταξύ τους και να δημιουργώ ένα μεγάλο πρότζεκτ.
Η «Πολυκατοικία» δημιουργήθηκε ξεχωριστά, ωστόσο μπορεί να ενταχθεί σε μια κοινή ανάγνωση με ορισμένα άλλα έργα μου και να μεταδώσει ηχηρότερο μήνυμα. Δεν το έκανα πολύ συνειδητά, με χαρά όμως διαπίστωσα πόσο καλά λειτούργησε η συνδυασμένη παρουσίαση αυτού του έργου με τον «Άποικο».

Ένα από τα θέματα στη δουλειά σας είναι οι βίαιες ανταλλαγές πληθυσμών και οι επιπτώσεις τους στους ανθρώπους και στις εθνικές ταυτότητες. Πώς ενδιαφερθήκατε για το θέμα αυτό, τι σας έκανε να ασχοληθείτε μαζί του; Θεωρείτε την τέχνη σας πολιτική;

Το 2003 με κάλεσαν σε μια έκθεση με θέμα τα Βαλκάνια: ο Χάραλντ Ζέεμαν, ο παγκοσμίως γνωστός επιμελητής εκθέσεων, μου ζήτησε να συμμετέχω με μια καινούργια δουλειά σε μια έκθεση με τίτλο «Αίμα και μέλι», στην οποία συγκέντρωνε καλλιτέχνες από ολόκληρη την περιοχή. Στόχος της έκθεσης ήταν να ανοίξει μέσω της τέχνης μια κουβέντα για τις καταστροφικές συνέπειες των πρόσφατων τότε πολέμων στα Βαλκάνια και για τις αλλαγές στα πολιτεύματα των χωρών τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα. Έφτιαξα αυτό το διπλό βίντεο βασισμένη στην ιστορία των βίαιων ανταλλαγών πληθυσμών. Στην περιοχή όπου ζω σχεδόν κάθε οικογένεια έχει μια τέτοια ιστορία. Οι οικογένειες και των δύο γιαγιάδων μου αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τα σπίτια τους και να έρθουν στην Ιστανμπούλ να αρχίσουν μια νέα ζωή, πράγμα διόλου εύκολο. Συνέχεια ανάγνωσης

Κρίση και δημιουργία. Ή μήπως μας σώζουν οι μικρές χειρονομίες;

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Κόνραντ Φελιξμύλερ «Τρέξε! Τρέξε! Τρέξε! Ο καθένας βοηθάει τον εαυτό του», 1920

Ως και ο της Άμυνας υπουργός, ο Πάνος Μπεγλίτης, κάλεσε τον κόσμο να ζήσει πιο φτωχά, να ζήσουμε πιο φτωχά μέχρι να ορθοποδήσει η πατρίδα. Λίγες μέρες, φυσικά, μετά τις αποφάσεις για νέους εξοπλισμούς που, όπως φαίνεται, υπηρετούν και τις νέες στρατηγικές συμμαχίες της χώρας.

Η προτροπή αυτή, ας ζήσουμε λοιπόν πιο φτωχά, έρχεται να συμπληρώσει δυο άλλες χειρονομίες που προέρχονται όχι τόσο από επαγγελματίες του πολιτικού προσωπικού όσο από άλλους φορείς δημόσιας γνώμης, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, ανθρώπους του πολιτιστικού πεδίου. Η πρώτη χειρονομία είναι μια σύγκριση της τωρινής «εθνικής κατάθλιψης» με τις πραγματικές εποχές των πολέμων και της φτώχειας, με την Ελλάδα της Κατοχής και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Το συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή κατήφεια, και κυρίως η κοινωνική αγανάκτηση είναι αδικαιολόγητα και υπερβολικά πράγματα. Ίσως και δείγματα περισσού θράσους. Εφόσον στους πραγματικούς πολέμους και στις συμφορές του παρελθόντος το ηθικό των «απλών ανθρώπων» ήταν σχετικά ακμαίο, η σημερινή αρνητικότητα που διατρέχει την κοινωνία δείχνει έλλειμμα ωριμότητας αν όχι μια πραγματική απώλεια του μέτρου και της λογικής.

Αυτά βρίσκει κανείς στις συνεντεύξεις του Διονύση Σαββόπουλου ή του Νίκου Πορτοκάλογλου όπου, βεβαίως, δεν είναι η πρώτη φορά που αναπαράγεται η πασίγνωστη ρητορική εναντίον του «αριστερισμού» ο οποίος, μόνος μεταξύ όλων των άλλων «-ισμών», τείνει να θεωρηθεί συνώνυμο της ελληνικής [κακής] μας μοίρας.

Αλλά σε αυτό το σημείωμα θέλω να μείνω περισσότερο σε μια άλλη εκδοχή της άποψης για τα αρνητικά σύνδρομα στα οποία υποτίθεται ότι συμβάλουμε και όλοι εμείς, όσοι ας πούμε γράφουμε από τη σκοπιά της κριτικής διαφωνίας και της πολιτικής μας δυσαρμονίας.

Μα, επιτέλους, πέρα από τις αρνητικότητες δεν βλέπουμε και την άλλη Ελλάδα; Δεν εκτιμούμε όλους όσοι δημιουργούν και κάνουν καλά τη δουλειά τους αθόρυβα και δίχως κραυγές, δίχως υψηλούς τόνους και δηλώσεις ανυπακοής;

Το ακούω και το διαβάζω καθημερινά με τη  μια ή άλλη αφορμή, ακόμα και με την αφορμή της βράβευσης του Γιώργου Λάνθιμου για την ταινία Άλπεις: εκτός από τον ζόφο υπάρχει και το φως, οι μικρές χειρονομίες και οι προσωπικές καταθέσεις που σχίζουν τα σκοτεινά πέπλα, συντηρώντας εστίες νοήματος και «χαρούμενης γνώσης». Εκτός από τη δυστυχισμένη συνείδηση υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος παραγωγικών καινοτομιών ο οποίος καταφάσκει στις δικές του αξίες και πορεύεται με τα λίγα: με λίγα λεφτά, με λίγους καλούς φίλους, με ελάχιστα μέσα. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημοπρασία έργων τέχνης για τα ΑΣΚΙ: δεύτερη πράξη και συμπεράσματα

Standard

της Κατερίνας Πορφυρογένη

Στο κυριακάτικο φύλλο της Αυγής, στις 3 Απριλίου, περιγράφαμε την πρώτη πράξη του εγχειρήματος Δημοπρασία έργων τέχνης υπέρ των ΑΣΚΙ.  Μιλήσαμε για την άμεση, θερμή  ανταπόκριση των καλλιτεχνών στο κάλεσμα για βοήθεια που τους απευθύναμε. Χαιρετίσαμε το γεγονός ότι χάρη στην προσφορά 39 εικαστικών καταφέραμε να συγκεντρώσουμε  51 αυθεντικά έργα: ζωγραφική, δύο εξαιρετικά γλυπτά και μία ιστορική αφίσα-ντοκουμέντο. Σήμερα λοιπόν επανερχόμαστε, με τα αποτελέσματα της δεύτερης πράξης,  και ενδεχομένως κάποιο συμπέρασμα.

Βαγγέλης Δημητρέας, "Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης", 2008, 2010. Από τα έργα της έκθεσης-δημιοπρασίας υπέρ των ΑΣΚΙ

Η έκθεση άνοιξε την Τετάρτη 6 Απριλίου στην αίθουσα Γύζη του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων στην Ακαδημίας, επί δύο μέρες παρέμεινε ανοιχτή στο κοινό, δέχτηκε αρκετούς επισκέπτες και το Σάββατο 9 Απριλίου το απόγευμα όλα ήταν έτοιμα για τη δημοπρασία. Πράξη δεύτερη και της αγωνίας μας: Θα επιβεβαιώνονταν οι προσδοκίες, θα υπήρχαν αγοραστές, θα είχαμε αποτέλεσμα; Η αίθουσα γέμισε, ήταν εκεί συλλέκτες, γκαλερίστες, φιλότεχνοι, φίλοι και γνωστοί. Για κάποια έργα υπήρχαν κιόλας εκδηλώσεις ενδιαφέροντος και τηλεφωνική επικοινωνία με τους ενδιαφερόμενους.  Η αγωνία κράτησε όση ώρα χρειάστηκε ο έμπειρος Πέτρος Βέργος, για να «ξεπουλήσει» τα περισσότερα έργα· κατάφερε μάλιστα να ανεβάσει αρκετά τις τιμές ορισμένων απ’ αυτά, σε σχέση με την –πολύ χαμηλή, είναι αλήθεια– τιμή εκκίνησης. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις μας, χαρά και συγκίνηση διαδέχτηκαν την ένταση της αναμονής. Συνέχεια ανάγνωσης

Είναι «τρελή» αυτή η τέχνη;

Standard

ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

«Αιτία Θανάτου: Ευθανασία». Έργα από τη Συλλογή Prinzhorn στο Μουσείο Μπενάκη

της Πατρίτσιας Καλαφατά

Υπήρξαν όλοι τους ψυχικά ασθενείς. Όλοι τους, στη διάρκεια του εγκλεισμού τους σε ιδρύματα, βρήκαν δημιουργική διέξοδο στη ζωγραφική. Άλλο κοινό στοιχείο: εξοντώθηκαν από τους ναζί στο πλαίσιο του προγράμματος «ευθανασίας» την περίοδο 1939-1944· άλλοι σε θαλάμους αερίων και άλλοι από συστηματικό υποσιτισμό. Θα περίμενε κανείς η ζωγραφική αυτών των ψυχικά ρημαγμένων ανθρώπων να προδίδει κάτι για την ψυχοπαθολογία τους, για το διασαλευμένο τους μυαλό. Ή μήπως όχι; Πάντως τα 96 έργα των 18 καλλιτεχνών/ψυχικά ασθενών από την περίφημη Συλλογή Πρίντσχορν, τα οποία εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη, συγκινούν όχι λόγω της έτσι κι αλλιώς τραγικής ιστορίας των δημιουργών τους αλλά λόγω της εκφραστικής τους δύναμης. Κάνουν όμως και κάτι άλλο: θυμίζουν ότι σε μια αρκετά κοντινή εποχή κυκλοφορούσαν ελεύθεροι άνθρωποι που οραματίστηκαν τον μαζικό αφανισμό όσων περίσσευαν στην προκρούστεια κλίνη.

Ένας καθηγητής σε απόγνωση

Το 1896 ο διακεκριμένος μεταλλουργός Φραντς Καρλ Μπίλερ απομακρύνεται από τη θέση του καθηγητή στη Σχολή Καλλιτεχνικής Χειροτεχνίας του Στρασβούργου. Η ψυχική του υγεία παρουσιάζει σημάδια σοβαρού κλονισμού. Ακούει φωνές, αναπτύσσει διωκτικό παραλήρημα και ύστερα από επανειλημμένες κρίσεις πανικού εισάγεται σε ίδρυμα. Κατά διαστήματα το άγχος του τον παραλύει εντελώς και περιέρχεται σε κατάσταση πλήρους αυτισμού. Ζητάει όμως επίμονα υλικά για να ζωγραφίσει. Σε πολλά έργα του διακρίνει κανείς αλληλοεπικαλυπτόμενες μορφές, σαν να θέλει να συσκοτίσει το περιεχόμενο, σαν να μη θέλει να γίνει άμεσα αντιληπτό από τρίτους. Υποσιτισμένος στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, φαντασιώνεται και ζωγραφίζει λουκάνικα κρύβοντάς τα κάτω από άλλα μοτίβα που φτιάχνει πάνω σε σελίδες εφημερίδας. Κορυφαία του καλλιτεχνική στιγμή, η αυτοπροσωπογραφία του: μια μορφή σε απόγνωση, αλλά τόσο στοχαστικά δοσμένη που φέρνει στον νου ύστερο Βαν Γκογκ, αλλά και την Κραυγή του Μουνκ.

Ο Μπίλερ, ύστερα από 42 χρόνια εγκλεισμού, εκτελείται το 1940 στον θάλαμο αερίων των εγκαταστάσεων Γκράφενεκ.

Κάπως έτσι καταλήγουν και οι 18 ιστορίες των καλλιτεχνών/τροφίμων ψυχιατρικών ιδρυμάτων έργα των οποίων ανήκουν στη Συλλογή Πρίντσχορν της Ψυχιατρικής Κλινικής της Χαϊδελβέργης και παρουσιάζονται για πρώτη φορά στη χώρα μας στο πλαίσιο της έκθεσης Αιτία Θανάτου: Ευθανασία.

Πρόκειται για χρόνια έγκλειστους ασθενείς που έχουν διαρρήξει με τρόπο αμετάκλητο την επικοινωνία τους με τον έλλογο κόσμο. Ενδεικτικά αυτής της ακυρωμένης συναλλαγής είναι τα όσα αναφέρονται στους φακέλους ασθενείας τους: «τα έχει χαμένα, είναι ευερέθιστος», «η συμπεριφορά της είναι παιδαριώδης και ανόητη, γελάει χωρίς λόγο και κάνει μορφασμούς», «αναπτύσσει παραληρηματικές ιδέες μεγαλείου, υπογράφει ως πρίγκιψ», «ζητάει λεφτά από τον αδερφό του για να φτιάξει παλτό από πούπουλα περιστεριού για τον διευθυντή του ασύλου».

Δίχως άλλο είναι άνθρωποι ανυπόφοροι, α-νόητοι, παράφρονες, η επικοινωνία μαζί τους αδύνατη. Όμως να που με τη ζωγραφική τους καταφέρνουν να βρουν μια γλώσσα για να εκφραστούν, ανοίγοντας συγχρόνως ένα κανάλι διαλόγου με την άλλη πλευρά, των λογικών. Τα έργα τους δεν είναι παράφορα, ακατανόητα και οργιώδη, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, αλλά μπορούν να σταθούν ισότιμα απέναντι σε έργα ψυχικά υγιών καλλιτεχνών. Με άλλα λόγια μόνο μια εκ των υστέρων ερμηνεία τους θα μπορούσε να ανιχνεύσει στοιχεία δηλωτικά της υφέρπουσας ψύχωσης. Αν κάποιος εντόπιζε, ας πούμε, στοιχεία σαλεμένου νου στην Αυτοπροσωπογραφία του Μπίλερ, γιατί όχι και στην Κραυγή του Moυνκ; Συνέχεια ανάγνωσης