Ιερός άνθρωπος και πρακτικές ελευθερίας

Standard

 του Κώστα Δουζίνα

Έργο του Φράνσις Μπέικον, 1964

Ο Jamal Al-Harish, πρώην κρατούμενος στο Γκουαντάναμο, περιγράφει την ζωή του: «Μετά από λίγο σταματήσαμε να διεκδικούμε ανθρώπινα δικαιώματα — θέλαμε τα δικαιώματα των ζώων. Το κλουβί μου βρισκόταν δίπλα σε ένα σκυλόσπιτο, όπου ζούσε ένα λυκόσκυλο. Ο σκύλος είχε ένα κλιματιζόμενο ξύλινο σπιτάκι, με γρασίδι για να τρέχει. Είπα στους φρουρούς: «Θέλω τα δικαιώματα που έχει ο σκύλος». Μου απάντησαν: «Ο σκύλος είναι μέλος του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ο Jamal είναι ιερός άνθρωπος. Όχι όπως το εννοεί η Εκκλησία και οι ανθρωπιστές. Ο Jamal είναι homo sacer, ταυτόχρονα ιερός και καταραμένος. Στο ρωμαϊκό δίκαιο, ο homo sacer είναι κάποιος που μπορεί να φονευθεί ατιμώρητα, αλλά  ο σκοτωμός του δεν μπορεί να γίνει θυσία στους θεούς. Η θυσία στα λατινικά λέγεται sacrificium, δηλαδή sacer facere: μετατρέπει κάτι σε ιερή οντότητα, μεσολαβεί τα επίγεια και τα επουράνια. Ο ιερός άνθρωπος είναι απαραίτητος για τη θυσία, αλλά δεν μπορεί να την τελέσει. Η Χάνα Άρεντ, σε ένα της σχόλιο για τις εκστρατείες για τα δικαιώματα τον 19ο αιώνα, γράφει ότι οι νομικοί και οι φιλάνθρωποι που αγωνίζονταν για τα δικαιώματα των μειονοτήτων «είχαν μια μυστηριώδη ομοιότητα στη γλώσσα και τα επιχειρήματά τους με τις εταιρείες προστασίας των ζώων». Ο homo sacer ζει έξω από την επικράτεια του νόμου, σε ένα limbo, μια μετέωρη ζώνη αδιαφορίας, στο μεταίχμιο ανθρώπου και ζώου, περατού και άπειρου. Συνέχεια ανάγνωσης

Και ο αγώνας συνεχίζεται…

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

 

Ανρί Ματίς, «Κόκκινος χορευτής», 1938

Το καλό νέο δεν άργησε να κυκλοφορήσει, το απόγευμα της Τετάρτης. «Τέλειωσε η απεργία!», «Νικήσαμε!», «Πάμε στην Υπατία!»· μέσα σε λίγα λεπτά, με sms, μαίηλ και τηλέφωνα, εν χορδαίς και οργάνω, η είδηση άρχισε να κάνει τον γύρο. Τον γύρο του θριάμβου. Συναισθήματα πολλά, μα πρώτα απ’ όλα χαρά και ανακούφιση. Aρκεί να δει κανείς τις φωτογραφίες: χαμόγελα μέχρι τ’ αυτιά, γέλια, χαρές, χοροί και γλέντια — μια ατμόσφαιρα που ο Πιτσιρίκος συνόψισε θαυμάσια επιγράφοντας το άρθρο του για τους απεργούς μετανάστες «Τα γελαστά παιδιά» (pitsirikos.net, 10 Μαρ. ’11).

Μια χαρά λυτρωτική, όπως τουλάχιστον την ένιωσα εγώ, καθώς φτάσαμε στη λύση χωρίς να ζήσουμε την τραγωδία. Αν είχαμε νεκρούς, μπορεί το πολιτικό κόστος να το πλήρωνε η κυβέρνηση και το κρίμα να έπεφτε στο λαιμό της, ωστόσο το βάρος θα ήταν ασήκωτο για όλους εμάς: τους συμπαραστάτες, τους αλληλέγγυους, όσους και όσες, από κοντά ή μακριά, καθένας και καθεμιά με τον τρόπο του, συμπάσχαμε με τους απεργούς. Ασφαλώς και η κυβέρνηση δεν ήθελε νεκρό γιατί φοβόταν το «κόστος», εμείς όμως –γιατί πάντα, θυμάστε, «εμείς μιλάμε γι’ ανθρώπινες ζωές– ήμασταν εκείνοι που θα νιώθαμε συντριβή αν πάθαινε κάτι κάποιος απεργός.

Από κει και πέρα, και ανεξάρτητα από τον βαθμό προσωπικής εμπλοκής του καθενός, όλη η ιστορία της απεργίας πείνας αξίζει και πρέπει να αποτιμηθεί. Καταθέτω λοιπόν λίγες πρώτες σκέψεις.

α) Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για σημαντική πολιτική νίκη. Νίκη πρώτα απ’ όλα των απεργών, αλλά και των αλληλέγγυων, των πολιτικών δυνάμεων και των συλλογικοτήτων που στήριξαν την απεργία, νίκη ενάντια στον αγριανθρωπισμό που εκδηλώθηκε. Η νίκη, πιστεύω, ήταν τεράστια στο συμβολικό επίπεδο, αν συνυπολογίσουμε τη συγκυρία και τη σιδηρά στάση της κυβέρνησης, καθώς και τον πολύ δύσκολο συσχετισμό που είχε διαμορφωθεί από τις πρώτες μέρες της απεργίας, με την έξωση από τη Νομική. Και λέγοντας «συμβολικό» δεν εννοώ βέβαια κάτι λίγο, φτενό, προσχηματικό· αντίθετα, κάτι που μπορεί να εμψυχώσει, να δώσει φτερά σε όσους αγωνίζονται, να δώσει τον τόνο, να αλλάξει το κλίμα και την ψυχολογία. Πολλά και σημαντικά είναι εκείνα που κρίνονται πάντα στο επίπεδο αυτό. Συνέχεια ανάγνωσης