Η φρίκη της Μαργαρίτας

Standard

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

«Σώθηκε!». Από το βιβλίο του Peter Cornelius, «Εικόνες για τον Φάουστ του Γκαίτε»,1828. Η εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκε και στην ελληνική μετάφραση του "Φάουστ" από τον Α. Προβελέγγιο

Στην τελευταία σκηνή του πρώτου μέρους του Φάουστ του Γκαίτε υπάρχει ένα μυστήριο. Ο πρώτος που το ανακάλυψε, όσο ξέρω, είναι ο Πέτρος Μάρκαρης, στον οποίο οφείλουμε την τελευταία μετάφραση του έργου. Σε αυτή υπάρχει και η προσπάθεια του Μάρκαρη να λύσει το μυστήριο, να απαντήσει δηλαδή στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε· απαντάει ερμηνεύοντας τον λόγο του συγγραφέα και μεταφράζοντάς τον διαφορετικά από το αναμενόμενο σύμφωνα με τη σημασία των λέξεων.

Η σκηνή διαδραματίζεται στη φυλακή, στο κελί όπου κρατείται μελλοθάνατη η Μαργαρίτα. Εκεί η Μαργαρίτα λέει στον Φάουστ, τον επώνυμο ήρωα και εραστή της που την καλεί για τελευταία φορά να φύγει μαζί του: «Heinrich, mir graut’ s vor Dir!». Ο Μάρκαρης μεταφράζει: «Ερρίκε, φοβάμαι για σένα!». Στην παρουσίαση της μετάφρασης στην αίθουσα του Ινστιτούτου Γκαίτε, ο μεταφραστής ρωτήθηκε από τουρκάλα γερμανίστρια που συμμετείχε στην παρουσίαση γιατί το είχε μεταφράσει έτσι, ενώ η προφανώς αρμόζουσα μετάφραση είναι: «Ερρίκε, μου προκαλείς φρίκη!» ή «με τρομάζεις!» ή έστω το πιο αδύναμο «με φοβίζεις!», όπως είχε μεταφραστεί παλιότερα. Στην απάντησή του ο Μάρκαρης διατύπωσε το ερώτημα που κανείς ίσαμε τότε δεν είχε σκεφτεί, δηλαδή το μυστήριο της τελευταίας σκηνής του πρώτου μέρους. Μα, είπε (και εκθέτω από μνήμης το νόημα των λόγων του), η Μαργαρίτα δεν έχει κανέναν λόγο να νοιώθει φρίκη ή να τρομάζει. Η ίδια έχει αποδεχτεί τη μοίρα της και έχει καλέσει τις ουράνιες δυνάμεις να την προστατεύσουν. Επομένως, γιατί να τρομάζει ή γιατί να νοιώθει φρίκη; Άρα, συμπεραίνει ο μεταφραστής, η προφανής μετάφραση δεν είναι η σωστή. Η Μαργαρίτα φοβάται για την τύχη του Φάουστ όταν αυτός θα φύγει με τον Μεφιστοφελή.

4-5-6. Αφίσα για την ταινία του Φ. Μούρναου «Φάουστ. Ένας γερμανικός λαϊκός θρύλος» (1926)

Αυτός είναι ο σωστός τρόπος να μεταφράζουμε: να συλλογιζόμαστε το κείμενο και να συμπεραίνουμε. Ωστόσο, ο συμπερασμός έχει όρια: το κείμενο παραμένει κυρίαρχο, κι αυτό ορίζει το φάσμα των ερμηνευτικών μας δυνατοτήτων. Ο Μάρκαρης έχει επισημάνει το λογικό πρόβλημα. Επειδή όμως παραμένει δέσμιος των ερμηνειών του έργου ως τραγωδίας κρίματος και εξιλέωσης, βρίσκεται μπροστά σε ένα μεταφραστικό αδιέξοδο, που πράγματι δεν το έχουν δει άλλοι μεταφραστές και σχολιαστές, και το οποίο λύνει σαν γόρδιο δεσμό: αλλάζει το νόημα των λέξεων. Αλλά ο οδηγός για την ερμηνεία δεν μπορεί να είναι άλλος από το κείμενο του έργου. Αν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του κειμένου και της ερμηνείας, δεν μπορεί να είναι λάθος το κείμενο!

Η Μαργαρίτα έχει καταδικαστεί για τον φόνο του παιδιού της και θα εκτελεστεί το πρωί. Επομένως, δεν έχει λόγο να φοβάται παρά μόνο τον θάνατο. Πράγματι, στην αρχή της σκηνής του κελιού η Μαργαρίτα είναι τρελή από φόβο. Ο Φάουστ, την ώρα που πάει να ανοίξει την πόρτα του κελιού της, την ακούει να τραγουδάει:

Αχ, η πουτάνα η μάνα μου

Μ’ έσφαξε στο λεπτό,

Ο πονηρός μπαμπάς μου

Μ’ έκανε φαγητό.

Το μικρό μου αδελφάκι

Φύλαξε κάθε μου κοκαλάκι

Σε δροσερή μεριά.

Του δάσους έγινα πουλάκι

Πέτα, πέτα μακριά! (4412-4420)

ένα τραγούδι με απαραγνώριστη αναφορά στα μοτίβα των λαϊκών παραμυθιών που ο γερμανικός ρομαντισμός ανέδειξε σε λογοτεχνικό είδος. Το τραγουδάκι συνήθως ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η Μαργαρίτα αναγνωρίζει το κρίμα της και ως εισαγωγή στην αποδοχή της τιμωρίας. Κατά τη γνώμη μου μάλλον η Μαργαρίτα ταυτίζεται ψυχικά με το σκοτωμένο παιδί της –το θύμα της–, για να ξεφύγει. Συνέχεια ανάγνωσης