Ο ομηρικός «οίνοψ πόντος»: τα χρώματα στους αρχαίους

Standard

του Στυλιανού Αλεξίου

Στυλιανός Αλεξίου

Στυλιανός Αλεξίου

Ο μέγας Στυλιανός Αλεξίου μας αποχαιρέτισε για πάντα το απόγευμα της Τρίτης 12 Νοεμβρίου, σε ηλικία 92 ετών. Αντί άλλων, και καθώς  για τους μεγάλους δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια, δημοσιεύουμε σήμερα ένα σημείωμά του για τον ομηρικό «οίνοπα πόντο».

Και από το μικρό  αυτό κείμενο ο καθένας, και ο μη ειδικός, μπορεί να εκτιμήσει  το σφρίγος της γραφής και της σκέψης του Αλεξίου. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 2 (1986) του  περιοδικού Παλίμψηστου, της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου Κρήτης. Για λόγους χώρου,  απαλειφθεί οι υποσημειώσεις. Ο τίτλος είναι των Ενθεμάτων

Στρ. Μπ.

 Κρήτη τις γαῖ’ ἔστι μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
καλὴ καὶ πίειρα, περίῤῥυτος.

 Είναι μια γη στους ρόδινους ορίζοντες, η Κρήτη

Όμορφη, πλούσια, ολόγυρα λουσμένη από το κύμα.

(Οδύσσεια τ 172)

2-alexioy 1

Οι κροκοσυλλέκτριες.Τοιχογραφία από το Ακρωτήρι της προϊστορικής Σαντορίνης

Το επίθετο οίνοψ σημαίνει κατά λέξιν «κοκκινωπός», «όμοιος περίπου στο χρώμα με κόκκινο κρασί». Επειδή αυτό φαίνεται αταίριαστο για τη θάλασσα, οι σχολιαστές και μεταφραστές ερμηνεύουν «σκούρος, μαύρος, σπινθηρίζων, αφρισμένος, κόκκινος από την ανατολή και δύση του ήλιου» κτλ. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η φράση είναι ταυτόσημη με το επίσης ομηρικό ιοειδής πόντος (από το χρώμα του ίου, της βιολέτας) δηλαδή «μωβ». Για την  κατανόηση των φαινομενικά περίεργων επιθέτων αυτών, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψει ότι η αρχική σημασία της λ. πόντος δεν είναι γενικά «θάλασσα», αλλά «πέλαγος, η θάλασσα στα ανοιχτά, η απομακρυσμένη από την ξηρά, η θάλασσα κοντά στον ορίζοντα».

Πραγματικά στο Αιγαίο, όλους τους καλοκαιρινούς και φθινοπωρινούς μήνες, όταν το φως του ήλιου είναι έντονο, η θάλασσα κοντά στον ορίζοντα έχει πολύ συχνά μια απόχρωση μωβ, ενώ ο ορίζων ελαφρά ροδίζει. Αυτό είναι ιδιαίτερα αντιληπτό από την ακτή σε μέρες μελτεμιού και τρικυμίας. Η θάλασσα χωρίζεται τότε σαφώς σε ζώνες, που η καθεμιά τους, από την ξηρά προς τον ορίζοντα, είναι κιτρινωπή, πράσινη, βαθιά μπλάβη και μωβ. Η αντίθεση αυτή αυξάνει την εντύπωση του ελαφρά κοκκινωπού και μωβ χρώματος της πιο μακρινής ζώνης. Γι’ αυτό λέει «μαβί» το πέλαγος και ο Σεφέρης στο Μυθιστόρημα (ΙΓ΄):

«Το πέλαγο τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε

σήκωνε τα πολύχρωμα κι αστραφτερά καράβια,

λύγιζε, τα κλυδώνιζε, κι όλο μαβί μ’ άσπρα φτερά,

τόσο  πικρό για την ψυχή σου κάποτε,

τώρα γεμάτο χρώματα στον ήλιο».

Οι κυανοπίθηκοι. Τοιχογραφία από το Ακρωτήρι της προϊστορικής Σαντορίνης

Οι κυανοπίθηκοι. Τοιχογραφία από το Ακρωτήρι της προϊστορικής Σαντορίνης

Αλλά και ο Καβάφης, παλαιότερα, στη «Θάλασσα του πρωιού» έγραφε:

«Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ τη φύση λίγο,

θάλασσας του πρωιού  κι ανέφελου ουρανού

λαμπρά μαβιά και κίτρινη όχθη

όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα».

Αιώνες πριν από τον Καβάφη και τον Σεφέρη και αιώνες μετά τον Όμηρο έγραφε ο Μέγας Βασίλειος στην Ομιλία δ’ εις την Εξαήμερον: «ηδύ (θέαμα θάλασσα) όταν  πραείαις αύραις τραχυνομένη τα νώτα πορφύρουσαν χρόα ή κυανήν τοις ορώσι προβάλλη».

Η λύση βρίσκεται λοιπόν στην  προσεκτική παρατήρηση της φύσης στην ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, καθώς και των τρόπων με τους οποίους εκφράστηκαν για την ίδια φύση άνθρωποι του ίδιου χώρου και της ίδιας γλώσσας, έστω κι αν τους χώριζαν αιώνες από τον Όμηρο.

Με την κλίμακα εννοιών του κοκκινωπού, ρόδινου, σκούρου κόκκινου και μωβ χρώματος χρησιμοποίησαν τις λέξεις οίνοψ και οινωπός και οι Έλληνες των κλασικών και μετακλασικών χρόνων. Σχεδόν όλες οι χρήσεις επιβεβαιώνουν την ερμηνεία αυτή, όπως οινωπός βότρυς («κόκκινο σταφύλι») στον Σιμωνίδη τον Αμοργίνο, οινωπός γένυς («κόκκινο μάγουλο») στις Βάκχες του Ευρiπίδη, οινωπός άχνη («ο κόκκινος αφρός» του κρασιού) στον Ορέστη του ίδιου, οινωποί οφθαλμοί στα Φυσιογνωμικά του Αριστοτέλη (πβ. πάλι τα μαβιά μάτια στο ποίημα «Μακρυά» του Καβάφη), οίνοπα πήχυν (για το ρόδινο χέρι της νύμφης που υψώνει έναν πυρσό) στον Τρυφιόδωρο, οίνοπα χιτώνα (για την  πορφύρα του Χριστού) στον Νόννο, οινόχροα τρίχα («κόκκινα μαλλιά» στον Σχολιαστή του Ορέστη του Ευριπίδη κ.ά. Η κυκλαμίς ιοειδής (το μωβ κυκλάμινο») των ορφικών Αργοναυτικών βεβαιώνει τη χρωματική έννοια και του επιθέτου αυτού (πβ. σήμερα «cyclamin» για το ανοιχτό μωβ προ το ρόδινο).

Συνέχεια ανάγνωσης