Πλειστηριασμοί, «κόκκινα δάνεια», ακίνητη περιουσία: Η λογική του παράλογου

Standard

 της Δήμητρας Σιατίτσα

Χανς Μέμιντορφ, "Σπίτι-κεφάλι"

Χανς Μέμιντορφ, «Σπίτι-κεφάλι»

Το έχουμε ακούσει πάμπολλες φορές: τα μέτρα αποτελούν «μονόδρομο», «ορθολογική επιλογή», «μόνη λύση για την έξοδο από την κρίση» κ.ο.κ. Κι ας έχουν αποτύχει ακόμα και στους ίδιους τους ρητά διακυρηγμένους στόχους τους, τα μέτρα νομιμοποιούνται μέσα από τη ρητορική της ορθολογικής επιλογής, η οποία (μετά την απαραίτητη διαδικασία κάθαρσης και εξυγίανσης), θα σταθεροποιήσει, θα εξορθολογίσει και θα εκσυγχρονίσει την οικονομία και τον διοικητικό μηχανισμό. Η ρητορική, παρά τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις, επιμένει, ενώ οι συνέπειες αντιμετωπίζονται με κυνισμό.

Ας σταθούμε σε ένα βασικό, για τον μνημονιακό σχεδιασμό, και επίκαιρο τις μέρες αυτές σημείο: την απελευθέρωση των πλειστηριασμών και τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας. Αναζητώντας τη λογική τους, διακρίνουμε δύο βασικούς άξονες.

Ο πρώτος ανάγεται στο κεντρικό νεοφιλελεύθερο αξίωμα ότι οι περιορισμοί δρουν στρεβλωτικά στην «ελεύθερη» λειτουργία της αγοράς, εμποδίζοντας την αυτορρύθμισή της. Υποστηρίζεται, έτσι, ότι ο έλεγχος/περιορισμός των διαδικασιών κατάσχεσης υποθηκευμένων (ή μη) ακινήτων παρεμβαίνει αρνητικά, τόσο στη σταθεροποίηση των τραπεζών όσο και στην αναθέρμανση της κτηματαγοράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιδιωτικοποιήσεις και ιδιωτική εξουσία: Φορολόγηση χωρίς αντιπροσώπευση

Standard

του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Φωτογραφία της Χαράς Καμιναρά, από την έκθεση στο Ελληνικό Παράρτημα του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ (Καλλιδρομίου 17). H έκθεση θα διαρκέσει από την Τρίτη 9 μέχρι την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου (καθημερινά 11:00–16:00).

Έχει αναπτυχθεί διεθνώς μια πλούσια συζήτηση και υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ιδιωτικοποιήσεων των κοινωνικών αγαθών που επιβλήθηκαν σταδιακά στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, μετά το 1980. Οι γνώμες διίστανται για το πόσο αυξήθηκε η παραγωγικότητα, πόσο ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα στις διάφορες αγορές, για το αν κέρδισαν αισθητά οι καταναλωτές από την όλη διαδικασία. Όλο και περισσότερο, μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, αμφισβητούνται τα αποτελέσματα αυτών των ιδιωτικοποιήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις δεν είχαμε συνολική βελτίωση της οικονομικής αποτελεσματικότητας, αλλά αναδιανομή υπέρ των νέων μετόχων, σε βάρος των εισοδημάτων, των θέσεων εργασίας και της ποιότητας των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων. Σε πολλές άλλες, πάλι, οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις «αμέλησαν» να προβούν στις αναγκαίες επενδύσεις σε δίκτυα, αναγκαίους εξοπλισμούς κλπ. Σε άλλες, ο ρόλος του κράτους δεν μειώθηκε, όπως υπόσχονταν οι ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού: το κράτος παρέμεινε ο βασικός προμηθευτής και εμπλεκόταν, συχνά με αδιαφανείς διαδικασίες, με διάφορες ιδιωτικές υπεργολαβικές εταιρίες, που ήξεραν πώς να αποσπάσουν κρατικά συμβόλαια, αλλά δεν έπειθαν ότι διέθεταν κάποιο άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα. Συνέχεια ανάγνωσης

Τέλη δίχως τέλος

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Αντρέ Φουζερόν, 1944

Η λέξη «τέλος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα με το ειδικό τέλος ακινήτων που σοφίστηκε ο υπουργός κ. Βενιζέλος για να βουλώσει τις τρύπες που ο ίδιος και η κυβέρνηση προκάλεσαν. Βέβαια, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τέλος αλλά για φόρο, που βαφτίστηκε «τέλος» επειδή για την επιβολή φόρου χρειάζεται να ψηφιστεί νόμος, κάτι χρονοβόρο, ενώ για το τέλος αρκεί τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο, όσο κι αν προσπάθησε ο κ. Βενιζέλος να εφεύρει ανταποδοτικό χαρακτήρα στο χαράτσι, το οποίο στο μεταξύ και πολλαπλασιάστηκε σε ύψος και απειλεί να γίνει μόνιμο, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά τη σοφή παροιμία «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Όμως αυτά είναι νομικά και δεν θα συνεχίσω, εμείς εδώ λεξιλογούμε — και θα ομολογήσω ότι το τέλος, αν και απεχθές και επαχθές στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ταυτόχρονα και αρκετά ενδιαφέρον∙ δεν εννοώ το πράγμα, αλλά τη λέξη. Τη λέξη «τέλος», στην οποία θα αφιερωθεί το σημερινό σημείωμα.

Φυσικά, τέλος δεν είναι μόνο το χρηματικό ποσό που πληρώνουμε ως αντάλλαγμα για υπηρεσίες (ή και χωρίς αντάλλαγμα στην προκείμενη περίπτωση)· είναι και το τέρμα, το έσχατο σημείο, χρονικά ή τοπικά· στα αρχαία μάλιστα υπάρχει και μια τρίτη σημασία, «σκοπός», που επιβιώνει στους τελικούς συνδέσμους (π.χ. να) και τις τελικές προτάσεις της γραμματικής: δεν λέγονται έτσι επειδή μπαίνουν στο τέλος της πρότασης, αλλά επειδή δηλώνουν σκοπό.

Λέξη αρχαία με αβέβαιη ετυμολογία, το τέλος έχει γεννήσει πάμπολλες άλλες λέξεις: το ρήμα τελώ με τα πολλά σύνθετά του (εκτελώ, συντελώ, αποτελώ) και τα δικά τους παράγωγα, την τελετή, τον τέλειο και την τελεία, τον τελεστή των μαθηματικών (που όμως υπάρχει από τα ομηρικά χρόνια), τον τελευταίο, το τελωνείο και το τελώνιο. Καμιά φορά οι σημασίες κονταροχτυπιούνται, έτσι ο ατελής μπορεί να είναι είτε ο μισοτελειωμένος (άρα και ο ελαττωματικός), είτε αυτός που δεν επιβαρύνεται με τέλη. Κι από την ατέλεια, όχι το ελάττωμα αλλά την απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη, έπλασαν οι Γάλλοι τον όρο philatélie, σα να λέμε φιλατέλεια, διότι τα γραμματόσημα ήταν ένας τρόπος για να πληρώνει τα ταχυδρομικά έξοδα ο αποστολέας, και όχι πια ο παραλήπτης όπως γινόταν παλιά· μόνο που εμείς όταν πήραμε τον ελληνογενή όρο, τον γυρίσαμε σε φιλοτελισμό κι έτσι φαίνεται σαν να προέρχεται απευθείας από το τέλος. Συνέχεια ανάγνωσης