Καταστρέφοντας το πανεπιστήμιο: Η «ελληνική πατέντα»

Standard

του Δημήτρη Παπανικολάου

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927

Την εβδομάδα που πέρασε, κορυφώθηκε η αντιπαράθεση γύρω από το κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών και τις προτάσεις του πρύτανη του Ιδρύματος για τον έλεγχο της πρόσβασης σε αυτό. Μάλλον κάπου στην πορεία, ανάμεσα σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις του πρύτανη, υπουργικές δηλώσεις και αντεγκλήσεις ξεχάστηκε ποιο πραγματικά είναι το διακύβευμα όλης αυτής της ιστορίας. Μας βοηθάει να το θυμηθούμε και να το καταλάβουμε πολύ καλύτερα, η ανακοίνωση που εξέδωσε για το ζήτημα την προηγούμενη Παρασκευή (17.10.2014) το Συμβούλιο του Ιδρύματος.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το Συμβούλιο «συστρατεύεται με τις Πρυτανικές Αρχές στην προσπάθειά τους για την εμπέδωση αισθήματος ασφάλειας στην πανεπιστημιακή κοινότητα και την εύρυθμη λειτουργία του Ιδρύματος. Το πανεπιστήμιο είναι δημόσια περιουσία, ανήκει σε όλους τους Έλληνες […] και πρέπει να προστατεύεται αναλόγως». Ως εκ τούτου, «κρίνεται απαραίτητο να εκπονηθεί και υλοποιηθεί σύστημα ελέγχου της πρόσβασης όλων των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά και των πολιτών στις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε σύγχρονο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα». Τέλος, περνώντας κάπως αναπάντεχα από την ασφάλεια στην καθαριότητα, το Συμβούλιο καταλήγει με τη συμβουλή «να γίνουν άμεσα αναθέσεις», ώστε να αντιμετωπιστεί «το οξύτατο πρόβλημα καθαρισμού των πανεπιστημιακών χώρων. Αυτό απαιτεί η άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης που συνδέεται με την προστασία της δημόσιας υγείας και της νεολαίας μας».

Έκτακτη ανάγκη, δημόσια υγεία, «η νεολαία μας»(!). Σύστημα ελέγχου, αίσθημα ασφαλείας, εύρυθμη λειτουργία. Αν σας ξενίζει η γλώσσα αυτής της ανακοίνωσης, σωστά σας ξενίζει. Είναι γλώσσα βιοπολιτικού οργάνου — γι’ αυτό άλλωστε φέρνει τόσο πολύ, ακόμα και στις λέξεις της, τον απόηχο άλλων εποχών και καθεστώτων. Είναι γλώσσα που δεν μιλάει για το πανεπιστήμιο, αλλά για διαχείριση πληθυσμών. Δεν στοχεύει στην ανάδειξη ενός προβλήματος λειτουργίας ενός ιδρύματος και στην αντιμετώπισή του, αλλά, με αφορμή τη δραματική και «εμπόλεμη» παρουσίασή του (το Συμβούλιο, ακούμε, «συστρατεύεται»!), κοιτάζει πώς να εντείνει τον ηθικό πανικό, να επιβάλει ως ανάγκη ένα καθεστώς επιτήρησης, να περιγράψει όλη αυτή την πολιτική επιβολής ως στρατηγική ανοσοποίησης και προστασίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι βόμβες στη Βοστώνη, η αμερικανική Αριστερά και ο… Τσίπρας

Standard

Γράμμα από τη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη

του Κωστή Χατζημιχάλη

ΚΕΚΟ Café, 121 Madison Ave, Ν. Υόρκη. Φωτογραφία του Arancia Project, από το flickr

ΚΕΚΟ Café, 121 Madison Ave, Ν. Υόρκη. Φωτογραφία του Arancia Project, από το flickr

Μια βορειοαμερικανική πόλη τριών περίπου εκατομμυρίων σε κατάσταση πολιορκίας, με απαγόρευση κυκλοφορίας, δυο μέρες πριν την 21η Απριλίου. Σκηνικό χολιγουντιανής ταινίας με μάχες, όλη η δύναμη της αυτοκρατορίας στο κυνήγι του ύποπτου δεκαεννιάχρονου, σασπένς στα δελτία ειδήσεων. Και ο θείος του νεαρού, πρόσφυγας και αυτός από την Τσετσενία, να τα δίνει όλα μπροστά στις κάμερες για τις ΗΠΑ «ως τη γη των ευκαιριών για όλους». Στο τέλος, χειροκροτήματα του κόσμου για την αστυνομία και τον στρατό για την αίσια έκβαση, αδιανόητα στα δικά μας τα μέρη. Μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα, στη Νέα Υόρκη παρακολουθώ τις εξελίξεις και αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω να ταξιδέψω το Σάββατο 20 του μηνός για Βοστώνη. Το τραίνο τελικά φεύγει κανονικά· σε όλη τη διαδρομή μεσίστιες σημαίες παντού, όπως και στο αποκλεισμένο για επισκευές και έρευνες ιστορικό κέντρο της πόλης.

Μετά την 11/9, τα συστήματα ασφαλείας και η στρατιωτικοποίηση της πόλης έφτασαν στο απόγειό τους. Ενέργειες όπως εκείνη της Βοστώνης νομιμοποιούν στα μάτια των Αμερικανών αυτή την παράνοια, ακατανόητη για τις δικές μας εμπειρίες, και αυξάνει την εμπιστοσύνη τους στην αστυνομία, τον στρατό, το FBI, αλλά και τις κάμερες επιτήρησης στους δρόμους. Από τις ακραίες καταστάσεις εξαίρεσης, όπως αυτή της Βοστώνης, η μετάβαση σε μια μόνιμη στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής επιτεύχθηκε σιωπηρά και με επιτυχία όλα αυτά τα χρόνια. Οι πλούσιοι ζουν σε περιφραγμένες κοινότητες, ενώ οι φτωχές συνοικίες και τα κέντρα των πόλεων επιτηρούνται διαρκώς από στρατιωτικά οχήματα. Ο χειρισμός του συμβάντος της Βοστώνης ως θεάματος και οι χολιγουντιανές λήψεις με συχνές επαναλήψεις σε συνεχή μετάδοση, μαζί με τα σχόλια των παρουσιαστών, δημιουργούσαν μια ασφυκτική προσμονή για την τελική έκβαση, που λειτούργησε λυτρωτικά. Και μετά η χρήση του συμβάντος για προώθηση του αμερικανικού ιδεώδους μαζί με ακραίες προτάσεις, όπως αυτή ενός γερουσιαστή που εισηγήθηκε στο Κογκρέσο την προληπτική άρση της ιδιότητας του πολίτη για κάθε αμερικανό μουσουλμάνο με ταυτόχρονη απαγόρευση εισόδου στους ομόθρησκους. Και ο χειρότερο: η ευρύτερη αποδοχή της πρότασης.

ΚΕΚΟ Café. Φωτογραφία της Molly Galler, από το μπλογκ popbopshop.blogspot.fr

ΚΕΚΟ Café. Φωτογραφία της Molly Galler, από το μπλογκ popbopshop.blogspot.fr

Στο ΚΕΚΟ Café στη Μάντισον Άβενιου στη Νέα Υόρκη, όπου βλέπω τις ειδήσεις δυο μέρες πριν, 19 του Απρίλη, η ατμόσφαιρα είναι ευρωπαϊκή — με τα κουτιά για τους καφέδες με τη μεταλική σέσουλα στις άκρες, τις βαλίτσες των μεταναστών του Μεσοπολέμου, τα παλιά χαρακτικά στους τοίχους. Ο γαλλο-ιταλός ιδιοκτήτης τρίτης γενιάς μου πιάνει κουβέντα. Μια εβδομάδα πάω τακτικά για τον πρωινό και τον απογευματινό καφέ. Λέμε δυο κουβέντες για τους βομβιστές, δεν έχει την ίδια στάση με τα δελτία ειδήσεων, με ρωτάει από πού είμαι και κουνάει με συμπάθεια το κεφάλι. Έχει φίλους Έλληνες στο Κουίνς που μένει και μου δείχνει το πρωτοσέλιδο των New York Times: «Τα παιδιά στα σχολεία της Ελλάδας πεινάνε». Την επόμενη ο καφές είναι κερασμένος, με αίτημα να του πω για τον… Τσίπρα και τη Χρυσή Αυγή! Οι φίλοι του στο Κουίνς απέτρεψαν την ίδρυση γραφείων των φασιστόπαιδων και αρκετοί μιλούν για τον Τσίπρα. «Είναι ο Έλληνας Ούγκο Τσάβες;» καταλήγει, θα τα καταφέρει αν εκλεγεί; Και το τελευταίο ερώτημα: Πώς μπορεί να βοηθήσει ο ίδιος και κάτι φίλοι που έχει για να κερδίσει;. Η άλλη Αμερική.

Ίδια απόσταση από τα δελτία ειδήσεων και στο CUNY, στο κέντρο μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Οι φοιτητές και κυρίως οι φοιτήτριες το ίδιο ριζοσπαστικοποιημένοι όπως και τα δικά μας παιδιά. Όλοι και όλες έχουν συμμετάσχει στο Occupy Wall Street, ξέρουν πολύ καλά τα δικά μας προβλήματα και… ζηλεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ! Ένας άλλος κόσμος, δικτυωμένος, κρυφός, ακούει, νοιάζεται, συμπάσχει — καμιά σχέση με τις κυρίαρχες απόψεις. Συνέχεια ανάγνωσης