Kοινωνικές και χωρικές ανατροπές στην Αθήνα της κρίσης

Standard

της Ελένης Πορτάλιου

Μετά τα δακρυγόνα. Ο χορός της χαράς. «Αγανακτισμένοι», Σύνταγμα 2011

Μετά τα δακρυγόνα. Ο χορός της χαράς. «Αγανακτισμένοι», Σύνταγμα 2011

Η Αθήνα είναι μια πόλη σε ανθρωπιστική κρίση, σύμφωνα με τον ορισμό των Γιατρών του Κόσμου, που αναφέρεται σε μαζικές καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Από κοινωνική-χωρική άποψη, η κρίση γίνεται αντιληπτή σε τρία αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα: α) την κοινωνία της πόλης, β) τον δημόσιο και ιδιωτικό αστικό χώρο, γ) την επιτήρηση της πόλης και τη γενικευμένη καταστολή (από την κρατική εξουσία και τις εγκληματικές συμμορίες).

Η φτωχοποίηση της κοινωνίας γενικεύεται και διαρκεί

kotziaΗ Αθήνα –ειδικότερα το Κέντρο– συγκέντρωνε πάντα ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Άνεργοι, πένητες, άστεγοι, χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών, πρόσφυγες και μετανάστες αναζητούσαν στην πόλη κοινωνικές δομές, εργασία, αλληλεγγύη των διερχομένων, γενικότερα στήριξη για την επιβίωσή τους. Σήμερα η κατάσταση αυτή έχει διαχυθεί σε όλο το σώμα της πόλης, αφορώντας ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, που παλιότερα διέθεταν τα βασικά προς το ζην ή/και ευημερούσαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Να αποκαταστήσουμε το χωρικό σχεδιασμό: κοινωνική αποδοτικότητα αντί της κερδοσκοπίας

Standard

αναδημοσίευση από το ένθετο «Οικοτριβές» της κυριακάτικης Αυγής

(oikotrives.wordpress.com/2013/09/29/xorikos-sxediasmos-kerdoskopia/)

της Μαρίας Καλαντζοπούλου

 Ο χώρος, η γη, βρίσκεται πρόδηλα στο επίκεντρο διαπραγμάτευσης της κρίσης. Με τον ίδιο τρόπο που προέβαλε ως «μοχλός» ή προνομιακό πεδίο στα αναπτυξιακά μοντέλα που ακολουθήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες, σχεδόν αδιάπτωτα σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

 

Έργο του Μαξ Μπέκμαν

Έργο του Μαξ Μπέκμαν

Μια ιστορική αναδρομή

Με αφετηρία τα αναγκαία έργα αποκατάστασης των καταστροφών του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, διανύσαμε διαδοχικά σχεδόν (σχηματοποιώ χάριν ευκολίας) την περίοδο των «μεγάλων έργων» Καραμανλή (δημόσια κτίρια, εθνικές οδοί κ.ά.), την περίοδο της αντιπαροχής – ενός συστήματος αυτοστέγασης με εκμετάλλευση καθ’ ύψος που απάντησε στις ανάγκες, διόγκωσε τον κατασκευαστικό τομέα (ιδιαίτερα μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις) και άλλαξε οριστικά το προπολεμικό αστικό τοπίο. Συνεχίσαμε με περισσότερο «καθ’ ύψος», τουριστική – οικιστική ανάπτυξη «εκτός σχεδίου» μεταφορικά και κυριολεκτικά, πολλαπλασιασμό των αυθαίρετων χρήσεων, και κατασκευών. Η κάμψη του ρεύματος αστυφιλίας στη δεκαετία του 80 και οι τάσεις διάχυσης της αστικοποίησης σε μικρότερες πόλεις και προάστια συνδέεται με μια σύντομη αλλά κρίσιμη περίοδο αναστοχασμού και κυρίως προσπάθειας εξορθολογισμού δόμησης και σχεδιασμού στην κατεύθυνση ελέγχου και συγκράτησης της οικιστικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής προστασίας, υπεράσπισης της ιστορικής μνήμης (κήρυξη διατηρητέων κτιρίων και συνόλων).

Σειρά έχουν τα νέα «μεγάλα έργα» εντός – εκτός σχεδίου και εντός – εκτός σχεδιασμού που υποστήριξαν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις. Ο όποιος ισχύων σχεδιασμός παρακάμπτεται, υπονομεύεται ή στην ανάγκη τροποποιείται κατάλληλα ώστε να «χωρέσει»το ασχεδίαστο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (και λίγο αργότερα το ασχεδίαστο πρόγραμμα διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων εκ των εν όντων και εκεί και ως έτυχε). Παράλληλα, η οικιστική επέκταση εκτός σχεδίου και σχεδιασμού με αυθαίρετα κάθε κλίμακας και είδους συνεχίζεται, ειδικά στις ευρύτερες περιοχές των «μεγάλων έργων» (κυρίως μεταφορών) όπου η σπέκουλα στην προβλέψιμη άνοδο της τιμής της γης είναι ασφαλέστερη.

 

Σήμερα

Οι παραμονές της σημερινής κρίσης μας βρίσκουν με ένα σύστημα σχεδιασμού, ελέγχου ή προστασίας του χώρου, εκτεθειμένο στην συνείδηση των πολλών (ειδικών και μη) ως «αναποτελεσματικό», «δαιδαλώδες», διάτρητο από «παραθυράκια» κλπ.

Με ένα σύστημα σχεδιασμού πολεοδομικού, χωροταξικού και περιβαλλοντικού χωρίς εσωτερική συνοχή, το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, πρωθύστερα, και ανεπικαιρότητα.

markal 1Μας βρίσκουν με ένα τοπίο κατακερματισμένης εξωαστικής (κυρίως εκτός σχεδίου) γης που δεν μοιάζει να υπακούει στη «ρύθμιση» (λ.χ. των ΖΟΕ όπου τυχόν αυτές έχουν θεσμοθετηθεί), με ένα τοπίο παλαιωμένου και υποβαθμισμένου κτιριακού δυναμικού (αξιόλογου και μη) ειδικά στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, με ένα τοπίο οικιστικών επεκτάσεων ή σχετικών πιέσεων που μας έχει κληροδοτήσει λ.χ. εκατοντάδες χιλιάδες αδιάθετα νεόδμητα τετραγωνικά μόνο στην Αττική και χιλιάδες κατεστραμμένες εκτάσεις από εμπρησμούς στις πιο διαφιλονικούμενες περιοχές (και εδώ, η Αττική δεσπόζει).

Μας βρίσκει ωστόσο αντιμέτωπους και με μια σειρά από νέα ή αναζωπυρωμένα λόμπυ εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα της εξωαστικής γης. Στα νέα λόμπυ θα μπορούσε κανείς να δει λ.χ. τους ενδιαφερόμενους για ενεργειακές υποδομές (ΑΠΕ, φωτοβολταϊκά, ενεργειακά κοιτάσματα κλπ), για τουριστικές υποδομές μεγάλης κλίμακας (π.χ. σύνθετα τουριστικά καταλύματα), για τουριστικούς λιμένες, κ.ά. Στα παλιά λόμπυ θα μπορούσε κανείς να κατατάξει τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, τους συλλόγους αυθαίρετων οικιστών, αλλά και τους εγχώριους εργολάβους κάθε κλίμακας.

Μας βρίσκει, τέλος, με ορισμένες κρίσιμες ιδιαιτερότητες: αξιοσημείωτο (για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) ποσοστό μικροϊδιοκτησίας και σοβαρά θεσμικά – αναπτυξιακά ελλείμματα που συνιστούν η (μέχρι και σήμερα) έλλειψη κτηματολογίου για τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία και για τις δασικές εκτάσεις και η έλλειψη αποτελεσματικής περιβαλλοντικής πολιτικής και προστασίας. Κι ας μην παραλειφθεί και η παλαιόθεν παγιωμένη και εσκεμμένη έλλειψη συντονισμού επιμέρους σχεδιασμών με σαφές χωρικό αντίκρυσμα μεταξύ επιμέρους υπουργείων καθώς και, εξίσου συχνά, η έλλειψη χωρικής διάστασης (παραγνώριση δηλαδή επιμέρους χωρικών ποιοτήτων και χαρακτηριστικών για τις περιοχές αναφοράς) σε αναπτυξιακούς ή άλλους σχεδιασμούς υπουργείων μη εντεταλμένων στα θέματα του χώρου.

Θα περίμενε κανείς, στο πλαίσιο μιας βαθειάς ύφεσης, που αντανακλάται πολλαπλά στα ζητήματα παραγωγής του χώρου (κρίση του κατασκευαστικού τομέα, νεοάστεγοι, περιβαλλοντική υποβάθμιση, κ.ο.κ.) να αναδεικνυόταν εκ νέου ο χώρος, η γη, η φύση ακόμα, ως πολύτιμος πόρος προς υπεράσπιση εξίσου για τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές ανάγκες που δημιουργεί ή οξύνει η κρίση. Αντ’ αυτού, ο χώρος ανάγεται σε «αντάλλαγμα» για την αποπληρωμή του χρέους, χύδην, καταλλήλως ασχεδίαστα και ολωσδιόλου στοχευμένα – φωτογραφικά σχεδόν (σε ότι αφορά τη δημόσια γη) και με ανοιχτά αρπακτικό τρόπο σε ότι αφορά την ιδιωτική περιουσία (άμεση και έμμεση φορολογία ακίνητης περιουσίας εις βάρος κυρίως των μικροϊδιοκτητών, προσεχώς και πλειστηριασμοί με εμπροσθοφυλακή τις «ζορισμένες» τράπεζες). Συνέχεια ανάγνωσης

Ο χώρος και ο χρόνος ως κοινωνικά φαινόμενα: οι δυνατότητες της πολιτικής

Standard

 Κριτική στις αντιλήψεις του ΚΚΕ και της συστημικής οικολογίας

του Γ. Π. Στάμου

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς, 1911

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς, 1911

 Γενικολογίες, στερεότυπα, απολυτότητα, αυταρέσκεια και κλειστότητα είναι μερικά από τα συμπτώματα που φαίνεται να κυριάρχησαν στις διαδικασίες του 19ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Τουλάχιστον αυτό μετέφερε ο απόηχος που έφτασε εκτός των τειχών. Είμαι της γνώμης ότι τα παραπάνω σχετίζονται, εκτός όλων των άλλων, και με το γεγονός ότι η ρητορική του κόμματος μπλέκει αδιάκριτα τον χρόνο της πολιτικής με τον χρόνο της Ιστορίας, καθώς και το τοπικό με το παγκόσμιο. Όπως, αντίστοιχα, διάφοροι οικολογικοί νατουραλισμοί εξισώνουν το τοπικό με το πλανητικό ή τον χρόνο της πολιτικής με τον γραμμικό φυσικό χρόνο.

Δεν θα κομίσω βέβαια γλαύκα στην Αθήνα, αν πω ότι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πολιτική βρίσκεται σε στενή συνάφεια με τον τρόπο που γίνεται αντιληπτή η ροή του χρόνου, αλλά και η ιδιαιτερότητα του χώρου όπου η πολιτική θα εφαρμοστεί. Ή, με άλλα λόγια, το πώς γίνεται αντιληπτή η πολιτική αξία του χωροχρόνου, δηλαδή το πώς μιλάμε για πολιτική με τρόπο συγκεκριμένο: για την καθολική μεν, πλην πάντα συγκεκριμένη στον χώρο και τον χρόνο, δυναμική των φαινομένων.

 Ένα παράδειγμα: Πώς μελετάμε την αέρια ρύπανση στη Θεσσαλονίκη

Καθώςπερνάμε από τη μια κλίμακα του χωροχρόνου στην επόμενη, βέβαια, διαφοροποιούνται και οι δυνάμεις που κινητοποιούν τα κοινωνικά φαινόμενα, παρόλο που μεταξύ τους υφίστανται διασυνδέσεις διαφόρων τύπων. Για παράδειγμα, η αέρια ρύπανση στη Θεσσαλονίκη και η κλιματική αλλαγή στο επίπεδο του πλανήτη είναι δύο διαφορετικά φαινόμενα, αναφέρονται σε δύο εντελώς διαφορετικές χωροχρονικές κλίμακες και ελέγχονται από εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς, ωστόσο διασυνδέονται μεταξύ τους. Η διασύνδεση αυτή όμως δεν είναι ούτε άμεση ούτε ευθεία, οπότε ανακύπτει το ερώτημα: Πώς και σε ποιο βαθμό μπορούμε να προβάλουμε σε μια κατώτερη κλίμακα (στο επίπεδο μιας πόλης, σήμερα), όσα διαδραματίζονται σε ένα ανώτερο επίπεδο (στο πλανητικό επίπεδο, στη μακρόσυρτη χρονική κλίμακα της κλιματολογίας), αλλά και το αντίστροφο; Το να πούμε, όπως το ΚΚΕ, ότι για την ατμοσφαιρική ρύπανση στην πόλη ευθύνεται ο καπιταλισμός ή, όπως οι συστημικοί οικολόγοι, ότι ευθύνεται η αλλαγή του κλίματος είναι σαν να μη λέμε τίποτα. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τα κοινωνικά κινήματα στις πόλεις της Νότιας Ευρώπης: τριήμερο εργαστήριο

Standard

(στο τέλος του κειμένου, το αναλυτικό πρόγραμμα του τριημέρου)

των Δημήτρη Μπαλαμπανίδη, Έλενας Πατατούκα & Δήμητρας Σπανού, εκ μέρους της ομάδας encounter Athens

Η αφίσα του τριήμερου εργαστηρίου

Η αφίσα του τριήμερου εργαστηρίου

Με το ξέσπασμα της κρίσης, οι χώρες της Νότιας Ευρώπης αντιμετωπίζουν πρωτοφανείς κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς. Με παρόμοιες ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές και πολιτισμικές βάσεις, αλλά και με τις δικές τους ιδιαιτερότητες, οι χώρες αυτές συνιστούν σε μεγάλο βαθμό μία περιφέρεια στο περιθώριο της Ευρώπης. Ιδιαίτερα στη συγκυρία της κρίσης, οι ανισότητες εντός του ευρωπαϊκού χώρου φαίνεται να εντείνονται, αναπαράγοντας προηγούμενα μοντέλα άνισης γεωγραφικά ανάπτυξης και θέτοντας στο επίκεντρο τον προβληματισμό γύρω από την έννοια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ωστόσο, η ίδια η συνθήκη της κρίσης μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ένα κοινό πλαίσιο κατανόησης των εξελίξεων στη Νότια Ευρώπη. Αν και εκδηλώθηκε με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε χώρα, οι αιτίες και οι συνέπειές της, καθώς και οι πολιτικές που υιοθετούνται για τη διαχείρισή της φαίνεται να ακολουθούν παρόμοια πρότυπα.

Έπειτα από μια μακρά περίοδο νεοφιλελεύθερων πολιτικών –οι οποίες κατά κύριο λόγο οδήγησαν στη σημερινή κρίση– επιβάλλονται ακόμη πιο επιθετικές μεταρρυθμίσεις από διεθνείς και τοπικούς παίχτες και συμφέροντα, οι οποίες παρουσιάζονται ως «η αναγκαία και αναπόφευκτη λύση». Μέσα σε ένα «καθεστώς εκτάκτου ανάγκης», υιοθετούνται όλο και πιο αυταρχικές πολιτικές, παραβιάζοντας ή καταργώντας ανθρώπινα, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα και άλλα κεκτημένα, οδηγώντας σε κοινωνική και οικονομική κατάρρευση. Συνέχεια ανάγνωσης