Η δίνη, το μικρόβιο και οι αγορές

Standard

του Δημήτρη Ιωάννου 

Πίνακας του Nikolay Viting, 1926

Πίνακας του Nikolay Viting, 1926

«Οι αγορές στη δίνη του πολιτικού ρίσκου»: έτσι υποδέχθηκε η Καθημερινή της Τετάρτης τη σημαντική πτώση του γενικού δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη σημαντική άνοδο των σπρεντ του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου. Για «το μικρόβιο της αβεβαιότητας» έγραφαν τα Νέα. Για τον φιλοκυβερνητικό Τύπο, οι αγορές είναι ένας ουδέτερος –αν και ευαίσθητος– δέκτης, ο οποίος ανταποκρίνεται μόνο δευτερογενώς σε ερεθίσματα. Και αυτά, στην περίπτωση της Ελλάδας, ήταν δύο (αν και σκοπίμως συγχέονται): η «πολιτική αστάθεια» και το «πολιτικό ρίσκο». Η πρώτη αναφέρεται στο ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών ενόψει της (δύσκολης) εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, τις οποίες ζητά επίμονα ο ΣΥΡΙΖΑ. Το δεύτερο αναφέρεται στην πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές αυτές.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την αφήγηση, οι αγορές «τιμωρούν» την Ελλάδα για το πολιτικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος όφειλε είτε να βάλει πλάτη είτε να βγάλει το σκασμό. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Μια συνολική ματιά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις δείχνει ότι το ζήτημα υπερβαίνει σαφώς την Ελλάδα (βλ. και το άρθρο του Πέτρου Σταύρου, στα σημερινά «Ενθέματα»)· ωστόσο θα μείνω, στο σχόλιο αυτό, στο «εσωτερικό πεδίο», που έχει κι αυτό τη σημασία του. Συνέχεια ανάγνωσης

Aντιπροσωπεία περιορισμένης αντιπροσωπευτικότητας

Standard

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Πανικός τον Μεσαίωνα", 1927

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πανικός τον Μεσαίωνα», 1927

Ακόμα κι αν έβγαλε ειδήσεις (την αναβάθμιση Βορίδη, τα σενάρια για νέο ανασχηματισμό, την επιστροφή Νικ. Κακλαμάνη και τις προτάσεις Λυκούδη-Ανεξάρτητων για κυβέρνηση «εθνικής συνεννόησης»), η τριήμερη συζήτηση στη Εθνική Αντιπροσωπεία δεν μας έκανε σοφότερους. Περισσότερο επιβεβαίωσε δύο πράγματα: Πρώτον, ότι το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης έχει εξανεμιστεί: η ίδια δεν διαθέτει δυναμική για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ το πολιτικό της προσωπικό, ακόμα και σε επίπεδο κορυφής πλέον, αποδεικνύεται αναλώσιμο. Δεύτερον, ότι όπως συνέβη ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια, οι αποτυχίες των κυβερνώντων και η ισχυροποίηση των αντιπάλων τους, αντί να σημάνουν αλλαγή πλεύσης, οδηγούν στην αναζήτηση ακόμα πιο αυταρχικών εναλλακτικών για τη συνέχεια στην ίδια ρότα. Αυτό σήμαιναν, το 2011, η αναβάθμιση Βενιζέλου και η τρικομματική Παπαδήμου με τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ. Και στην ίδια λογική κινείται η άτυπη πρωθυπουργοποίηση Βορίδη — που όχι, δεν δηλώνει την έμφαση της κυβέρνησης στην υγεία, όπως υποστήριξε η υφυπουργός υγείας Κ. Παπακώστα, αφήνοντας άφωνους και τους πιο επινοητικούς σκιτσογράφους.

Αυτές τις τρεις μέρες, λοιπόν, η κυβέρνηση ζήτησε πολιτική σταθερότητα για να διαπραγματευτεί το χρέος, επιχειρώντας να καθησυχάσει ότι το Μνημόνιο τελειώνει «ενάμιση χρόνο νωρίτερα απ’ ό,τι ήταν να τελειώσει» (Βορίδης). Κι όμως, αντί πανηγυρισμών, ο πρωθυπουργός μοιάζει να περνάει σε δεύτερο ρόλο, στη Ν.Δ. συζητούν για μεταβατικές λύσεις, το ΠΑΣΟΚ διχάζεται όσο δεν πάει και τα σενάρια ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς καίγονται το ένα μετά το άλλο — ιδίως όσο οι επιτυχίες διαψεύδονται: τόσο στο εσωτερικό (από τα εκλογικά αποτελέσματα του Μαΐου μέχρι τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις) όσο και στο εξωτερικό, και μάλιστα… από τα δύο τρίτα της τρόικας (βλ. δηλώσεις Ντράγκι και Λαγκάρντ). Συνέχεια ανάγνωσης

Ψήφος εμπιστοσύνης: Βουλγάρικα μαθήματα και παθήματα

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Χαρακτικό του Τζιάκομο Πάτρι

Χαρακτικό του Τζιάκομο Πάτρι

Η Βουλγαρία είναι μια χώρα με την οποία μας ενώνουν και μας χωρίζουν αρκετά. Στη μόνιμη επωδό των Ελλήνων τα τελευταία χρόνια «γίναμε Βουλγαρία», μια πολιτογραφημένη Ελληνίδα, Βουλγάρα πολίτης, διερωτάται σε ένα άρθρο που αξίζει την προσοχή μας: «Γίναμε όντως Βουλγαρία; Τείνω να απαντήσω: Όχι… ακόμη. Αλλά βρισκόμαστε… σε καλό δρόμο!» (Μάγια Στογιάνοβα, «Γίναμε όντως Βουλγαρία», ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος, τχ. 11, Μάρτιος 2014).  Προσωπικά, ύστερα από ένα πολύ διδακτικό διάστημα στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, φέτος το καλοκαίρι, και έχοντας παρακολουθήσει τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις για την ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική Βουλή την τελευταία βδομάδα, τείνω στο ίδιο συμπέρασμα.

Στη Βουλγαρία λοιπόν, τα κυρίαρχα κόμματα, το «κεντροδεξιό» GERB του σωματοφύλακα Μπορίσοφ και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που ακόμη αποπνέει την καμαρίλα του παλιού καθεστώτος υποκλινόμενο συνάμα στη νεοφιλελεύθερη συνταγή του ΔΝΤ, δεν τολμάνε να πούνε στους ανθρώπους «Εμπιστευτείτε μας!». Με τον λόγο τους ουσιαστικά εννοούν και, εν τέλει, πιο κυνικά, λένε: «Μην εμπιστεύεστε κανέναν!». Ξέρουν ότι την εμπιστοσύνη του λαού δεν υπάρχει περίπτωση να την κερδίσουν ύστερα από τόσα χρόνια καταστροφικής «μετάβασης» από τον «σοσιαλισμό» στην «οικονομία της αγοράς».  Έτσι λοιπόν, με το να ζητάνε από τον κόσμο να μην εμπιστεύεται κανέναν, δεν χάνουν τίποτε παραπάνω. Απλώς κερδίζουν την πιθανότητα οι Βούλγαροι να μην εμπιστεύονται τους αντιπάλους τους. Πολύ απλά, έτσι παραμένουν κυβερνώντα κόμματα, παρά την απόλυτη ηθική ανυποληψία στην οποία βρίσκονται στις συνειδήσεις του λαού. Η τακτική αυτή επιβεβαιώθηκε και στις πρόσφατες εκλογές στις οποίες, παρά τη συρρίκνωση της εκλογικής τους επιρροής,  τα δύο κόμματα παραμένουν πρώτα. Μου το συνόψισε το καλοκαίρι, σε μια αφοπλιστική φράση, μια νεαρή βουλγάρα διανοούμενη, η Μαρίγια Ιβάντσεβα: «in mistrust we trust». Συνέχεια ανάγνωσης

Όποιος κερδίζει στα χαρτιά…

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Μπαλτύς, «Το παιχνίδι με τις κάρτες», 1948-50

Μπαλτύς, «Το παιχνίδι με τις κάρτες», 1948-50

Δεν θέλω –Παρασκευή πρωί που γράφω και Κυριακή πρωί που διαβάζετε το σχόλιο αυτό– να αποπειραθώ κάποια πρόγνωση για το τι ακριβώς θα συμβεί την επόμενη εβδομάδα στη Βουλή, με την ψήφο εμπιστοσύνης: πόσες απώλειες θα έχει η κυβέρνηση, αν θα υπάρξουν νέες «προσκτήσεις» από ανεξάρτητους, τι θα κάνει ο Γιώργος Παπανδρέου, αν θα πει το (μεγάλο) «Παρών» ο Σπ. Λυκούδης κ.ο.κ. Όχι μόνο επειδή, σε τόσο άστατες εποχές, και οι πιο σιγουρατζίδικες προβλέψεις αποδεικνύονται συχνά οικτρές, αλλά, κυρίως, επειδή δεν είναι αυτό το σημαντικότερο: όλοι θυμόμαστε ότι στις 4 Νοεμβρίου 2011 η κυβέρνηση Παπανδρέου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης και μία εβδομάδα μετά παραιτήθηκε. Δεν θέλω να υπαινιχθώ αναλογίες· θέλω όμως να πω ότι, ακόμα και αν η κυβέρνηση πάρει την ψήφο εμπιστοσύνης (και κατά τη γνώμη μου θα τα καταφέρει) αυτό θα έχει μικρή σημασία (ενώ αν δεν την πάρει, βέβαια, θα έχει πολύ μεγάλη…). Δεν το λέω καθόλου με κυνισμό, ούτε με την απόγνωση του  εφημεριδογράφου, που ποιείται την ανάγκην φιλοτιμία, καθώς δεν προλαβαίνει τη βροχή των εξελίξεων. Το λέω επειδή η κυβέρνηση, ακόμα κι αν επιβεβαιώσει την ψήφο εμπιστοσύνης (των βουλευτών της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και κάποιων που επανακάμπτουν στο «μαντρί», κατά την αβερώφειο ρήση), έχει απολέσει οριστικά την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία της: έναντι των ψηφοφόρων (και των δικών της), μεταξύ των ίδιων των βουλευτών της, ακόμα και μεταξύ των πιστωτών — αν και για αποκλίνοντες λόγους. Με άλλα λόγια, κι αν κερδίσει στα χαρτιά, αυτό δεν φτάνει για να ανακόψει τον κατήφορό της, και πολύ περισσότερο για να κερδίσει στην αγάπη (του λαού). Συνέχεια ανάγνωσης

Ψήφος μη εμπιστοσύνης

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Γιάννης Μόραλης, «Ερωτικό» (1988)

Γιάννης Μόραλης, «Ερωτικό» (1988)

Δεν ξέρω αν αιφνιδίασε η κίνηση της κυβέρνησης, που ανακοινώθηκε μάλιστα όχι από τον πρωθυπουργό αλλά από τον αντιπρόεδρό της, να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, μια διαδικασία που θα αρχίσει τις αμέσως επόμενες μέρες, ούτε ξέρω αν θα αποφέρει τα προσδοκώμενα· πάντως το απτό αποτέλεσμα που πέτυχε προς το παρόν ήταν να φέρει στην επικαιρότητα τη λέξη «εμπιστοσύνη», που θα είναι το αντικείμενο του σημερινού μας σημειώματος.

Η λέξη εμπιστοσύνη δεν είναι αρχαία. Πλάστηκε στα μεσαιωνικά χρόνια, όπως άλλωστε και η λέξη «έμπιστος». Στα αρχαία υπήρχε το ρήμα «εμπιστεύω» (που σήμαινε «αναθέτω κάτι σε έμπιστο πρόσωπο»), και που ο μέσος τύπος του, «εμπιστεύομαι», στα ελληνιστικά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως αποθετικό, με ενεργητική δηλαδή σημασία, «δείχνω εμπιστοσύνη».

Πηγαίνοντας προς την αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας φτάνουμε στη λ. πίστη, πίστις στα αρχαία, η οποία παράγεται από το ρήμα πείθω (αρχαιότερος ήταν ο μέσος τύπος: πείθομαι), θέμα πιθ- με συριστικοποίηση του θ πριν από το τ (πιθ-τις), που ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bheidh- απ’ όπου και το λατινικό fides (πίστη και εμπιστοσύνη, εξού και το bona fide — με καλή πίστη, αλλά τελικά και το χάι φάι της υψηλής πιστότητας) ή το αλβανικό be (όρκος, εξού και η δική μας μπέσα). Συνέχεια ανάγνωσης