Οι βόμβες στη Βοστώνη, η αμερικανική Αριστερά και ο… Τσίπρας

Standard

Γράμμα από τη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη

του Κωστή Χατζημιχάλη

ΚΕΚΟ Café, 121 Madison Ave, Ν. Υόρκη. Φωτογραφία του Arancia Project, από το flickr

ΚΕΚΟ Café, 121 Madison Ave, Ν. Υόρκη. Φωτογραφία του Arancia Project, από το flickr

Μια βορειοαμερικανική πόλη τριών περίπου εκατομμυρίων σε κατάσταση πολιορκίας, με απαγόρευση κυκλοφορίας, δυο μέρες πριν την 21η Απριλίου. Σκηνικό χολιγουντιανής ταινίας με μάχες, όλη η δύναμη της αυτοκρατορίας στο κυνήγι του ύποπτου δεκαεννιάχρονου, σασπένς στα δελτία ειδήσεων. Και ο θείος του νεαρού, πρόσφυγας και αυτός από την Τσετσενία, να τα δίνει όλα μπροστά στις κάμερες για τις ΗΠΑ «ως τη γη των ευκαιριών για όλους». Στο τέλος, χειροκροτήματα του κόσμου για την αστυνομία και τον στρατό για την αίσια έκβαση, αδιανόητα στα δικά μας τα μέρη. Μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα, στη Νέα Υόρκη παρακολουθώ τις εξελίξεις και αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω να ταξιδέψω το Σάββατο 20 του μηνός για Βοστώνη. Το τραίνο τελικά φεύγει κανονικά· σε όλη τη διαδρομή μεσίστιες σημαίες παντού, όπως και στο αποκλεισμένο για επισκευές και έρευνες ιστορικό κέντρο της πόλης.

Μετά την 11/9, τα συστήματα ασφαλείας και η στρατιωτικοποίηση της πόλης έφτασαν στο απόγειό τους. Ενέργειες όπως εκείνη της Βοστώνης νομιμοποιούν στα μάτια των Αμερικανών αυτή την παράνοια, ακατανόητη για τις δικές μας εμπειρίες, και αυξάνει την εμπιστοσύνη τους στην αστυνομία, τον στρατό, το FBI, αλλά και τις κάμερες επιτήρησης στους δρόμους. Από τις ακραίες καταστάσεις εξαίρεσης, όπως αυτή της Βοστώνης, η μετάβαση σε μια μόνιμη στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής επιτεύχθηκε σιωπηρά και με επιτυχία όλα αυτά τα χρόνια. Οι πλούσιοι ζουν σε περιφραγμένες κοινότητες, ενώ οι φτωχές συνοικίες και τα κέντρα των πόλεων επιτηρούνται διαρκώς από στρατιωτικά οχήματα. Ο χειρισμός του συμβάντος της Βοστώνης ως θεάματος και οι χολιγουντιανές λήψεις με συχνές επαναλήψεις σε συνεχή μετάδοση, μαζί με τα σχόλια των παρουσιαστών, δημιουργούσαν μια ασφυκτική προσμονή για την τελική έκβαση, που λειτούργησε λυτρωτικά. Και μετά η χρήση του συμβάντος για προώθηση του αμερικανικού ιδεώδους μαζί με ακραίες προτάσεις, όπως αυτή ενός γερουσιαστή που εισηγήθηκε στο Κογκρέσο την προληπτική άρση της ιδιότητας του πολίτη για κάθε αμερικανό μουσουλμάνο με ταυτόχρονη απαγόρευση εισόδου στους ομόθρησκους. Και ο χειρότερο: η ευρύτερη αποδοχή της πρότασης.

ΚΕΚΟ Café. Φωτογραφία της Molly Galler, από το μπλογκ popbopshop.blogspot.fr

ΚΕΚΟ Café. Φωτογραφία της Molly Galler, από το μπλογκ popbopshop.blogspot.fr

Στο ΚΕΚΟ Café στη Μάντισον Άβενιου στη Νέα Υόρκη, όπου βλέπω τις ειδήσεις δυο μέρες πριν, 19 του Απρίλη, η ατμόσφαιρα είναι ευρωπαϊκή — με τα κουτιά για τους καφέδες με τη μεταλική σέσουλα στις άκρες, τις βαλίτσες των μεταναστών του Μεσοπολέμου, τα παλιά χαρακτικά στους τοίχους. Ο γαλλο-ιταλός ιδιοκτήτης τρίτης γενιάς μου πιάνει κουβέντα. Μια εβδομάδα πάω τακτικά για τον πρωινό και τον απογευματινό καφέ. Λέμε δυο κουβέντες για τους βομβιστές, δεν έχει την ίδια στάση με τα δελτία ειδήσεων, με ρωτάει από πού είμαι και κουνάει με συμπάθεια το κεφάλι. Έχει φίλους Έλληνες στο Κουίνς που μένει και μου δείχνει το πρωτοσέλιδο των New York Times: «Τα παιδιά στα σχολεία της Ελλάδας πεινάνε». Την επόμενη ο καφές είναι κερασμένος, με αίτημα να του πω για τον… Τσίπρα και τη Χρυσή Αυγή! Οι φίλοι του στο Κουίνς απέτρεψαν την ίδρυση γραφείων των φασιστόπαιδων και αρκετοί μιλούν για τον Τσίπρα. «Είναι ο Έλληνας Ούγκο Τσάβες;» καταλήγει, θα τα καταφέρει αν εκλεγεί; Και το τελευταίο ερώτημα: Πώς μπορεί να βοηθήσει ο ίδιος και κάτι φίλοι που έχει για να κερδίσει;. Η άλλη Αμερική.

Ίδια απόσταση από τα δελτία ειδήσεων και στο CUNY, στο κέντρο μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Οι φοιτητές και κυρίως οι φοιτήτριες το ίδιο ριζοσπαστικοποιημένοι όπως και τα δικά μας παιδιά. Όλοι και όλες έχουν συμμετάσχει στο Occupy Wall Street, ξέρουν πολύ καλά τα δικά μας προβλήματα και… ζηλεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ! Ένας άλλος κόσμος, δικτυωμένος, κρυφός, ακούει, νοιάζεται, συμπάσχει — καμιά σχέση με τις κυρίαρχες απόψεις. Συνέχεια ανάγνωσης

11/9: Δέκα χρόνια μετά. Μια χαμένη δεκαετία

Standard

 Συμπληρώνονται σήμερα δέκα χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Hμέρα ζοφερή, με χιλιάδες αθώα θύματα, που παράλληλα υπήρξε τομή σε παγκόσμιο επίπεδο, τέτοια που θεωρείται πλέον δεδομένο ότι μιλάμε για την εποχή πριν και μετά την 11/9. Όλες τις προηγούμενες μέρες δημοσιεύθηκαν, στον διεθνή Τύπο, δεκάδες σημαντικά άρθρα — από αναμνήσεις και μαρτυρίες μέχρι αναλύσεις και αποτιμήσεις. Διαλέξαμε να δημοσιεύσουμε, σήμερα, με μικρές περικοπές, δύο άρθρα από το περιοδικό Nation, ένα από τα παλαιότερα και εγκυρότερα περιοδικά της προοδευτικής σκέψης των ΗΠΑ: το κύριο άρθρο και την ανάλυση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Yale Jonathan Schell. Κι αυτό γιατί πιστεύουμε ότι έχει ιδιαίτερη πολιτική αξία να γνωρίζουμε πώς αποτιμάει ένα κομμάτι της προοδευτικής Αμερικής τόσο την τρομοκρατική επίθεση όσο και τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που εγκαινιάστηκε αμέσως μετά.

Μια χαμένη δεκαετία

κύριο άρθρο του περιοδικού «The Nation»

μετάφραση: Απ. Μπεργαδής

11.9.2001. Φωτογραφία του Richard Drew

Δέκα χρόνια έχουν περάσει, και έχουμε ακόμη πολλούς λόγους να θρηνούμε για την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Έχουμε τις ζωές που χάθηκαν την τρομακτική και τραγική εκείνη ημέρα: τα 2.977 τα θύματα στους Πύργους, το Πεντάγωνο και τα αεροπλάνα, καθώς και τους 415 αστυνομικούς πυροσβέστες και άλλους κρατικούς λειτουργούς που βρήκαν τον θάνατο· δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι δικαίως τιμήθηκαν τότε ως ήρωες — κάτι που πρέπει να το θυμόμαστε σήμερα, καθώς οι συνάδελφοί διαπομπεύονται ως θεσιθήρες που ονειρεύονται διαρκώς τη στιγμή που θα ροκανίζουν τη σύνταξή τους, ενώ ο δημόσιος τομέας καταγγέλλεται διαρκώς σαν μια διογκωμένη κρατική φούσκα.

Χάθηκε, ακόμα, η ευκαιρία για μια πολιτική που θα βασιζόταν στην κοινωνική αλληλεγγύη, μια αλληλεγγύη που πραγματώθηκε με τις πράξεις όλων όσοι έσπευσαν να βοηθήσουν στο σημείο της καταστροφής και αναγνωρίστηκε από μια κοινωνία συγκλονισμένη από τη θυσία τους. Αντιθέτως, κυρίως λόγω της κυβέρνησης του Τζωρτζ Μπους, είχαμε μια πολιτική του φόβου, που άνοιξε τον δρόμο για τον μακρό «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», ο οποίος, εν τέλει, οδήγησε σε μια χαμένη δεκαετία για τη ζωή της Αμερικής.

Αν αυτό σας φαίνεται μελοδραματικό, ιδού μερικά νούμερα: 4.442 αμερικανοί στρατιώτες νεκροί στο Ιράκ, 1.584 στο Αφγανιστάν. Από τον Μάρτιο, 1.250 δισεκατομμύρια δολάρια ξοδεύτηκαν για την καταστροφή και εν συνεχεία την –αποτυχημένη– ανοικοδόμηση και σταθεροποίηση αυτών των χωρών, ένα κόστος που είχε καταστροφικές συνέπειες όσον αφορά την ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε μια οικονομική κρίση η οποία γονάτισε την εργατική και τη μεσαία τάξη της Αμερικής, μια κρίση με παγκόσμιες διαστάσεις. Βαραίνει, επίσης, τη συλλογική μας συνείδηση το γεγονός ότι υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί Ιρακινοί νεκροί, δεκάδες χιλιάδες Αφγανοί νεκροί και εκατομμύρια πρόσφυγες — η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν είχε την παραμικρή σχέση με τα ειδεχθή εγκλήματα της Αλ Κάιντα στις 11/9. Σε όλα αυτά, προσθέστε και όλη την κληρονομιά της καχυποψίας, της οργής και της διαμαρτυρίας εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, που θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Συνέχεια ανάγνωσης

Το νέο αμερικανικό ζίου ζίτσου

Standard

του Τζόναθαν Σελ

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είναι πολλά πράγματα μαζί. Ένα από τα πιο σημαντικά, όπως μπορούμε να καταλάβουμε τώρα, μετά τη συμπλήρωση μιας δεκαετίας, είναι ότι αποτέλεσαν την πύλη για την είσοδο σε έναν φασματικό κόσμο, έναν κόσμο ψευδαισθήσεων, μέσα στη δίνη του οποίου περιπλανώνται έκτοτε οι ΗΠΑ.

Κοντά στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, 11.9.2001. Φωτογραφία της Gulnara Samoilova

Το μεγάλο έγκλημα υπήρξε ένας απόκοσμος προάγγελος της πορείας αυτής, αναμειγνύοντας το πραγματικό με το μη πραγματικό, το υπαρκτό με το απόκρυφο. Το σχέδιο να συντριβούν τα γεμάτα αεροπλάνα πάνω σε γιγαντιαία κτίρια, γεμάτα από υπαλλήλους γραφείου, επεδίωκε να δημιουργήσει ένα αιματοβαμμένο υπερθέαμα, να κάνει τις ταινίες τρόμου πραγματικότητα. Οι πύργοι του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου και το Πεντάγωνο είχαν επιλεγεί σαφώς για τη συμβολική τους αξία. Και τότε, από ένα καπρίτσιο της τύχης, που δεν το περίμεναν ούτε αυτοί που σχεδίασαν τις επιθέσεις (μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει «οι παραγωγοί»), οι συνέπειες πολλαπλασιάστηκαν, κατακυριεύοντας πλήρως στο βασίλειο της φαντασίας, όταν κατέρρευσε όχι ένας αλλά και οι δύο Πύργοι, λες και κάποιοι θεοί του κακού είχαν, προς στιγμήν, ταχθεί με το μέρος των αδικοπραγούντων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, λες και πήραν «σύρμα» από τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, συντονίστηκαν αμέσως μαζί του, διαμορφώνοντας την απάντησή τους με βάση τους Αποκαλυπτικούς συμβολισμούς, και όχι με βάση την υπαρκτή αλλά περιορισμένη πραγματικότητα της απειλής που αντιπροσώπευε η Αλ Κάιντα. Εντάχθηκαν αμέσως στο πανέξυπνο παιχνίδι του Μπιν Λάντεν, και συντέλεσαν, όπως το είχε σχεδιάσει ο ίδιος, στην αύξηση της ισχύος του. Πολύ γρήγορα, η εξωτερική καθώς και η εσωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών άρχισαν να περιστρέφονται σαν σβούρα γύρω από την Αλ Κάιντα και την παγκόσμια απειλή που υποτίθεται ότι δημιουργούσε. Η Αλ Κάιντα παρομοιάστηκε, τελείως παράλογα, με τη Σοβιετική Ένωση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ή τον Χίτλερ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο, και αντιμετωπίστηκε αναλόγως. «Η υπέρμετρη διόγκωση της απειλής» έχει μακρά ιστορία στην αμερικανική πολιτική, από το «πυραυλικό χάσμα» της δεκαετίας του 1950 μέχρι τον Πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά ποτέ δεν είχε εκτροχιαστεί τόσο.

Πραγματικές, τεράστιες δυνάμεις εμπλέκονταν στο παιχνίδι, καθώς η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν πραγματική και τεράστια, και έτσι το όλο ζήτημα αποκτούσε στ’ αλήθεια παγκόσμια εμβέλεια και συνέπειες. Στην ομιλία του στο Κογκρέσο, εννέα ημέρες μετά την επίθεση, ο Τζωρτζ Μπους επεξέτεινε τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στα κράτη, δηλώνοντας: «Από σήμερα, κάθε κράτος που συνεχίζει να υποθάλπει ή να υποστηρίζει την τρομοκρατία θα θεωρείται εχθρικό καθεστώς για τις ΗΠΑ». Η πολιτική της «αλλαγής καθεστώτος» είχε μόλις εγκαινιαστεί και οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ θα ξεκινούσαν εν ονόματί της. Συνέχεια ανάγνωσης

Η πιο αμφιλεγόμενη, ίσως, φωτογραφία της 11.9

Standard

Η φωτογραφία αυτή του Thomas Hoepker, του πρακτορείου Magnum, που δείχνει μια ομάδα νεαρών Νεοϋορκέζουν να συζητάν αμέριμνοι σε ένα πάρκο του Μπρούκλιν, ενώ στο βάθος οι Δίδυμοι Πύργοι καταρρέουν τυλιγμένοι σε ένα σύννεφο καπνού είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και εμβληματικές για την 11/9. Ο φωτογράφος την έδωσε στη δημοσιότητα μόλις το 2006 και αμέσως ξεσηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριών. Ο κριτικός και αρθρογράφος Frank Rich έγραψε στους Νew York Times ότι η φωτογραφία αποτελεί μια αλληγορία για την αποτυχία της Αμερικής να εξάγει οιοδήποτε βαθύτερο δίδαγμα από αυτή την τραγική μέρα: «Οι νεαροί στη φωτογραφία του κ. Χόπερ δεν είναι κατ’ ανάγκην αναίσθητοι. Είναι απλώς Αμερικανοί». Με τη σειρά του, ένας από τους νεαρούς της φωτογραφίας, παρενέβη στη διαμάχη, δηλώνοντας ότι ενώ φαίνεται πως ο ίδιος η κοπέλα του λιάζονταν στο πάρκο, στην πραγματικότητα «ήταν βαθύτατα συγκλονισμένοι και συντεριμμένοι», ενώ ο φωτογράφος τους τράβηξε χωρίς τη συναίνεσή τους.

Ο τεχνοκριτικός Jonathan Jones στο σχετικό άρθρο του στην Guardian (http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2011/sep/02/911-photo-thomas-hoepker-meaning), από όπου και οι παραπάνω πληροφορίες καταλήγει: «Και έτσι, δέκα χρόνια μετά, το νόημα αυτής της φωτογραφίας είναι ότι οι μνήμες εξασθενούν γρήγορα. Οι άνθρωποι της φωτογραφίας είμαστε εμείς. Είμαστε εμείς, που η ζωή μας συνεχίστηκε, ίσως και εντελώς ανέγγιχτη. Οι εκδηλώσεις για τα δεκάχρονα ανήκουν στην ιστορία, όχι στο παρόν. Συνέχεια ανάγνωσης