Πίσω στις πηγές: ληστές, γενίτσαροι, στρατιώτες και μισθοφόροι πριν το ’21

Standard

του Μαρίνου Σαρηγιάννη

8-marinos 1

Μισθοφόροι του «Αλβανικού Συντάγματος» 1807-1814 (Ε.L. Bucquoy, «Les Uniformes du Premier Empire: Gardes d’Honneur et Troupes Etrangeres»).

Η ιστορία της Επανάστασης του 1821 είναι μια ιστορία που ολοένα εξαγγέλλεται: έχουν προταθεί ερμηνευτικά σχήματα, ερευνητικές ατζέντες, προτάσεις για προγράμματα – χωρίς ωστόσο να έχει αναλάβει κανείς το τιτάνιο πλέον έργο που απαιτείται για να ξαναγραφτεί ολόκληρη η ιστορία της περιόδου, ενσωματώνοντας την έρευνα των τελευταίων δεκαετιών. Αν υπάρχει πάντως κάτι που ξεχωρίζει την ιστοριογραφική παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας σχετικά με την Επανάσταση, αυτό είναι η επιστροφή στις αρχειακές πηγές, είτε αυτή αφορά τη δημοσίευσή τους είτε τη χρήση όσων παραμένουν αδημοσίευτες. Είδαμε πρόσφατα την έκδοση αδημοσίευτου μέχρι τώρα υλικού για την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, τον Φεβρουάριο του 1821, ενώ η μνημειώδης δημοσίευση του ελληνόγλωσσου αρχείου του Αλή Πασά αριθμεί ήδη έξι χρόνια ζωής χωρίς ακόμα, απ’ όσο ξέρω, να το έχουν πραγματικά εκμεταλλευθεί οι ιστορικοί.[1]

Πρόσφατα κυκλοφόρησαν άλλες δύο μελέτες που αφορούν, όχι ακριβώς την Επανάσταση, αλλά την προεπαναστατική περίοδο και εδράζονται γερά σε άγνωστο αρχειακό υλικό. Η πρώτη, του Γιάννη Σπυρόπουλου με τον τίτλο Οθωμανική διοίκηση και κοινωνία στην προεπαναστατική δυτική Κρήτη: αρχειακές μαρτυρίες (1817-1819) (Ρέθυμνο, Γενικά Αρχεία του Κράτους-Αρχεία Νομού Ρεθύμνης. 2015),[2] αντικατοπτρίζει την αλματώδη ανάπτυξη των οθωμανικών σπουδών στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία, μια και ο συγγραφέας (απόφοιτος του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών στην Τουρκολογία του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ) δημοσιεύει σε μετάφραση ένα ολόκληρο κατάστιχο με αποφάσεις του Βαχίτ Πασά, διοικητή της δυτικής Κρήτης την περίοδο 1817-1819 (του ίδιου που διέταξε τη Σφαγή της Χίου το 1822), το οποίο εντόπισε στην Κωνσταντινούπολη. Η πηγή αυτή είναι σήμερα σχεδόν η μοναδική για την εποχή της, ενώ αποτελεί και το μοναδικό γνωστό οθωμανικό κατάστιχο επαρχιακής διοίκησης. Οι πληροφορίες που μας δίνει έχουν ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της ταραγμένης αυτής περιόδου. Όπως σημειώνει στην εκτενή εισαγωγική μελέτη του ο Σπυρόπουλος, ήδη από τις αρχές της οθωμανικής κυριαρχίας το μεγαλύτερο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού ανήκε στις τάξεις των γενιτσάρων, με σκοπό την απαλλαγή από τη φορολογία και τη συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Επανεξετάζοντας την κυρίαρχη άποψη της τοπικής ιστοριογραφίας, ότι δηλαδή η βία εκπορευόταν καταρχάς από το μουσουλμανικό στοιχείο με την υποστήριξη της οθωμανικής διοίκησης (μέχρι τουλάχιστον τις αρχές του 19ου αιώνα και τις αντιγενιτσαρικές διώξεις), ο Σπυρόπουλος προσπαθεί να ανιχνεύσει τη βία ως πολυδιάστατο φαινόμενο με αναφορά στις ιδιαιτερότητες της εποχής και της κρητικής κοινωνίας: ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο καθεστώς των Σφακίων και τα παιχνίδια εξουσίας (αλλά και τις βεντέτες μεταξύ χωριών) που σχετίζονταν με αυτό. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, η γενιτσαρική βία δεν έπληττε μόνο τους χριστιανούς του νησιού· ωστόσο οι συγκεντρωτικές πολιτικές του Μαχμούτ Β΄ φαίνεται να συσπείρωσαν τους μουσουλμάνους της Κρήτης γύρω από τους γενίτσαρους, κάτι που δεν είναι απίθανο να συνέβαλε καθοριστικά στην αύξηση της πόλωσης μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στις παραμονές της Επανάστασης. Η παρατήρηση αυτή είναι πολύτιμη, ιδίως αν ιδωθεί σε συνδυασμό με την πρόταση του Μπακί Τεζτζάν ότι η «πρωτοδημοκρατική» λειτουργία του διευρυμένου γενιτσαρισμού έδωσε μεν στους μουσουλμάνους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την αίσθηση της συμμετοχής στη νομή της εξουσίας, αποξένωσε όμως ταυτόχρονα τους χριστιανούς.[3]

Η δεύτερη μελέτη,  Έλληνες μισθοφόροι στην υπηρεσία της επαναστατικής Γαλλίας (1789-1815) του Φοίβου Οικονόμου (Θεσσαλονίκη, University Studio Press 2016), δεν εκδίδει αρχειακό υλικό, βασίζεται όμως σε τέτοιο, και καταφέρνει έτσι να ρίξει νέο φως σε ένα θέμα που ήταν μεν γνωστό, είχε όμως μελετηθεί μέχρι τώρα με τρόπο  αποσπασματικό και δειγματοληπτικό. Ο συγγραφέας μελέτησε επισταμένως γαλλικά κυρίως αρχεία στο Παρίσι, την Κέρκυρα και την Αθήνα, με αποτέλεσμα να συνεισφέρει πλήθος στοιχείων και την πρώτη λεπτομερή μελέτη της ιστορίας, οργάνωσης και προσωπογραφίας των Ελλήνων μισθοφόρων στην υπηρεσία της Γαλλίας. Είναι σχετικά γνωστή η ελληνοαλβανική μισθοφορία των stradioti από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, καθώς και (χάρη στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη) το ελληνικό σώμα του αγγλικού στρατού στη Ζάκυνθο (1810-16)· λιγότερο γνωστή είναι η ύπαρξη Ελλήνων (και Αλβανών) μισθοφόρων στις τάξεις της επαναστατικής Γαλλίας, από τις πρώτες λεγεώνες της Αιγύπτου το 1798 (επισήμως το 1800) μέχρι τους Chasseurs dOrient το 1802 και τα σώματα των Ιονίων νήσων, και η συμμετοχή τους στις γαλλικές εκστρατείες στη Δαλματία (1806-1809, εναντίον της Ρωσίας και του Μαυροβουνίου) και την Αδριατική (1809-1814, εναντίον της Αυστρίας και της Βρετανίας),  υπό την ηγεσία της συναρπαστικής μορφής του Νικόλαου Παπάζογλου (1758-1819). Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο Οικονόμου δεν περιορίζεται να εξετάσει την ελληνική μισθοφορία από στρατιωτική άποψη: προχωρά σε μια ανάλυση της κοινωνικής προέλευσης των μισθοφόρων, της νοοτροπίας τους (με έμφαση στο σύστημα αξιών τους, τη σημασία της σύγκρουσης και της ατομικότητας), αλλά και πτυχών της καθημερινότητάς τους. Είναι εντυπωσιακή η παρατήρηση ότι οι πολεμικές τακτικές των μισθοφόρων ήταν άριστα προσαρμοσμένες στον καθιερωμένο τρόπο διεξαγωγής του πολέμου στα Βαλκάνια και ελάχιστα επηρεάστηκαν από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, σε αντίθεση με τον κοινό τόπο που θέλει την μισθοφορική υπηρεσία στις ευρωπαϊκές δυνάμεις στρατιωτικό «προπαιδευτήριο» του 1821 (το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τις τακτικές επιβίωσης των στρατιωτών με παράλληλες αγροτικές ή ναυτικές δραστηριότητες). Η έμφαση που δίνει ο συγγραφέας στα κοινωνικά αίτια της μισθοφορίας, διαφορετικά μεν σε κάθε περίπτωση πλην όμως σαφή και καθοριστικά, εξηγεί πειστικά το φαινόμενο με όρους «ώθησης»· αξίζει να σημειωθεί αυτό, κατά τη γνώμη μου, σε μια εποχή όπου η κυρίαρχη τάση είναι τέτοιες συμπεριφορές (όπως για παράδειγμα και το φαινόμενο των κλεφτών της ηπειρωτικής Ελλάδας) να ερμηνεύονται με όρους «έλξης», με άλλα λόγια πελατειακής σχέσης και πατροπαράδοτης «ανομίας».

Για να επιστρέψουμε στην αρχική παρατήρηση: ίσως είναι πράγματι νωρίς να ξαναγραφτεί η ιστορία του 1821. Αν μη τι άλλο, η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας χρήσης των οθωμανικών πηγών και του γεγονότος ότι είναι αδύνατο να αποσυνδεθεί η Επανάσταση από την ποικιλόμορφη και ακόμα εν πολλοίς άγνωστη προϊστορία της επιβάλλουν υπομονή: είναι πολλά ακόμα αυτά που πρέπει να μάθουμε, πριν αποπειραθούμε μια νέα ερμηνεία του επαναστατικού γεγονότος. Πέρα από αυτό, προβάλλει επιτακτική νομίζω η ανάγκη να γνωρίζουμε πολύ καλά τις πηγές μας πριν προχωρήσουμε σε θεωρητικά σχήματα, να μη βιαζόμαστε να προχωρήσουμε χωρίς να έχουμε σιγουρέψει τα θεμέλιά μας: παρατήρηση που ίσως έχει και άλλες εφαρμογές σήμερα.

O Μαρίνος Σαρηγιάννης είναι ιστορικός, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ.

Σημειώσεις

[1] Β. Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Δύο πρίγκιπες στην Ελληνική Επανάσταση. Επιστολές αυτόπτη μάρτυρα και ένα υπόμνημα του πρίγκιπα Γεωργίου Καντακουζηνού, μετάφρ. Χ. Οικονόμου, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Ασίνη, 2015 (βλ. και την πρόσφατη παρουσίαση από τον Τάσο Κωστόπουλο στην «Εφημερίδα των Συντακτών», 21.02.2016)· Β. Παναγιωτόπουλος, Δ. Δημητρόπουλος, Π. Μιχαηλάρης (επιμ.), Αρχείο Αλή Πασά Γενναδείου Βιβλιοθήκης, 4 τόμοι, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών 2010. Στις δημοσιεύσεις ανέκδοτων πηγών αξίζει να προσθέσουμε και τις εκδόσεις του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τα συνταγματικά κείμενα της Επτανήσου Πολιτείας (2008) και της Ηγεμονίας της Σάμου (2013).

[2] Το βιβλίο, σε ηλεκτρονική μορφή, είναι διαθέσιμο δωρεάν από τη διεύθυνση gak.reth.sch.gr/Actvt/ekdosi/othom.pdf

[3] B. Tezcan, The Second Ottoman Empire: Political and Social Transformation in the Early Modern World, Νέα Υόρκη 2010, σ. 235-37.

Πορτρέτα του Χριστόδουλου Ξηρού

Standard

 του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Ο Άγιος Γεώργιος έφιππος δρακοντοκτόνος τέλη 15ου αιώνα. Έργο άγνωστου ζωγράφου  του Χάνδακα (Βενετία, Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών).

Ο Άγιος Γεώργιος έφιππος δρακοντοκτόνος τέλη 15ου αιώνα. Έργο άγνωστου ζωγράφου του Χάνδακα (Βενετία, Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών).

Γκεβάρα, Βελουχιώτης, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης· τα πορτραίτα τους προβάλλουν πίσω από την πλάτη του Χριστόδουλου Ξηρού, καθώς, με διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό, αναγγέλλει ότι ξεκινάει «νέο αντάρτικο». Τους επέλεξε άραγε ο ίδιος; Υπήρχαν ήδη ως ντεκόρ στον τοίχο όταν γυρίστηκε το βίντεο; Θέλησε να μην είναι ο τοίχος άδειος και έβαλε ό,τι βρήκε πρόχειρο, μια και, παράνομος ων, δεν είχε χρόνο να φροντίσει τη διακόσμηση; Αλλά κι αν είναι έτσι, γιατί συνυπήρχαν τα τέσσερα αυτά κάδρα; Μυστήριο. Το βέβαιο είναι ότι η συνύπαρξη των τεσσάρων δεν ενόχλησε το επανακάμψαν μέλος της 17 Νοέμβρη· το ανησυχητικό, ότι η αταίριαστη συμβίωση δεν μοιάζει να ξένισε  όσους την αντίκρισαν.

   Τι είναι όμως η φωτογραφική ή ζωγραφική απεικόνιση ενός προσώπου που αναρτάται σε ένα χώρο με δημόσια πρόσβαση,  σε ένα ιδιωτικό δωμάτιο ή στο διαδίκτυο, τον ψηφιακό παγκόσμιο τόπο ατόμων και συλλογικοτήτων; Η χριστιανική Εκκλησία, εδώ και αιώνες, έχει προτείνει ένα υπόδειγμα στους ναούς της: ιδέες, αξίες, συμπεριφορές, κανονιστικά πρότυπα βίου μετατρέπονται σε μορφές αγίων, εικονοποιούνται δηλαδή, και κατόπιν μέσω της δύναμης που έχει η ανθρώπινη μορφή διαχέονται στους πιστούς. Το μέσον είναι δηλαδή και το μήνυμα, προϋπόθεση όμως για να μεταδοθεί είναι η σταθερότητα· η κάθε μορφή οφείλει να έχει σταθερά χαρακτηριστικά, ώστε να διευκολυνθεί η ταύτιση του προσώπου με τα μηνύματα που φέρει. Όλοι οι Άι-Γιώργηδες, για παράδειγμα, πρέπει να μοιάζουν μεταξύ τους ή έστω στην απεικόνιση να υπάρχει κάποιο στοιχείο δηλωτικό της ταυτότητάς τους. Ο τρόπος αυτός μετάδοσης του μηνύματος, μέσω της αναπαράστασης προσώπων, υιοθετήθηκε κατά κόρον από εθνικά κράτη, κινήματα, πολιτικές οργανώσεις και ποικίλες όσες συλλογικότητες. Συνέχεια ανάγνωσης

Γιορτάζοντας την «Εκατονταετηρίδα της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» (1930)

Standard

WEB ONLY-MΟΝΟ ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»

του Χρήστου Τριανταφύλλου

Λουίς Ντυπρέ, "Η κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων", 1825

Λουίς Ντυπρέ, «Η κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων», 1825

Στα νεοτερικά κράτη, οι εθνικές επέτειοι κατέχουν σημαίνουσα θέση: εμπεδώνουν το κοινωνικό status quo, συμβάλλουν στην αποκρυστάλλωση των εθνικών μύθων, ενισχύουν το εκάστοτε κρατικό εθνικό αφήγημα. Όντας πολιτικές τελετουργίες μαζικού χαρακτήρα, μπορούν να ιδωθούν κατεξοχήν ως μια πυκνή και σημαίνουσα δομή που αφορά το συλλογικό παρελθόν και την σχέση της κοινωνίας με αυτό. Είναι, δηλαδή, νευραλγικοί δείκτες της ιστορικής κουλτούρας μιας εποχής και πολύτιμες ενδείξεις για την δημόσια χρήση της ιστορίας. Όταν, μάλιστα, οι επέτειοι αφορούν γεγονότα ενός παρελθόντος αρκετά κοντινού ώστε να υπάρχει αρκετό διαθέσιμο πληροφοριακό υλικο και ταυτόχρονα αρκετά μακρινού ώστε να μπορεί να συγκριθεί με πιο πρόσφατες περιόδους, τότε το θέμα γίνεται αμέσως πολύ πιο ενδιαφέρον.

Η περίπτωση στην οποία θα αναφερθώ είναι ο εορτασμός από τα 100 χρόνια της ελληνικής ανεξαρτησίας, το 1930. Ο σχεδόν εντελώς ανεξερεύνητος από την ιστοριογραφία εορτασμός αυτός, αποτελεί ουσιαστικά την κατάληξη του σχεδιαζόμενης ως γιορτής για την εκατονταετηρίδα από την έναρξη της Επανάστασης του 1821: οι επιπλοκές της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αποτρέπουν τον προγραμματισμένο εορτασμό του 1921, με αποτέλεσμα να μετατεθεί με τον νόμο 3009/1922 το μεγάλο γεγονός για το 1930. Μετά από μια μακροχρόνια αναμονή, κατά την οποία οι αναφορές στο θέμα δεν είναι τόσο πυκνές, ανασυστήνεται τον Δεκέμβριο του 1928 η «Κεντρική Επιτροπή προς εορτασμόν την Εκατονταετηρίδος της Ελληνικής Παλιγγενεσίας». Επικεφαλής τίθεται συμβολικά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης, ενώ η θεματική του εορτασμού μετατοπίζεται στην ελληνική ανεξαρτησία και όχι πλέον στην έναρξη της Επανάστασης. Συνέχεια ανάγνωσης

Το τάμα του Έθνους ή η Χούντα δεν τελείωσε το 2021

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

 Για κάποιον άνω των πενήντα, που θυμάται πρόσωπα και πράγματα, έμοιαζε με πρωταπριλιάτικο. Αλλά η Πρωταπριλιά είχε περάσει, όταν, στις αρχές Ιουνίου, έγινε γνωστό ότι η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε «την ανέγερση μεγάλου Συνοδικού Κέντρου Πνευματικής Παραδόσεως, με μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό, αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό, μάλιστα εις εκπλήρωσιν του Τάματος του Έθνους». Η ΔΙΣ, που προγραμματίζει το έργο να ολοκληρωθεί το 2021, οπότε και συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Εθνεγερσία, κατέληξε στην απόφαση «κατόπιν υποβληθέντων σχετικών αιτημάτων πλειάδος Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών, «σταθμίσασα τις πνευματικές ανάγκες του Ορθοδόξου Ελληνικού Λαού» Στάθμισε, επίσης, το προηγούμενο σχεδόν όλων των ορθόδοξων Εκκλησιών (της Αλβανίας, της Ρουμανίας, της Ρωσίας κ.ο.κ.), που «κατά την παρελθούσα δεκαετία έχουν ανεγείρει υπό τη μορφή τάματος περικαλλείς καθεδρικούς ναούς, με εντυπωσιακές οικοδομικές εγκαταστάσεις», και μάλιστα «εν μέσω δυσμενεστάτων οικονομικών και κοινωνικών προϋποθέσεων». Αυτά.

Σχέδιο για το «Τάμα» της Χούντας. Δημοσιεύθηκε στον τόμο «Κάτι το ωραίον. Περιήγηση στη νεοελληνική κακογουστιά» (έκδοση των Φίλων του περιοδικού «Αντί», Αθήνα 1974) και αναδημοσιεύθηκε στην «κοινωνική μυθ/ιστορία με αστυνομική πλοκή» «Ο πάγος. Ή πώς να απολαμβάνετε τα αγαθά του καπιταλισμού, χωρίς να χάνετε από τα μάτια σας το στρατηγικό όραμα της αταξικής κοινωνίας», του Ξένου Μάζαρη και του Στρ. Μπουλαλάκη (Καστανιώτης, Αθήνα 1998· α΄ έκδ.: Φουρεούρογλου, Κάιρο 1883), στο κεφάλαιο για το νησί του Πάσχα, με λεζάντα: «Τα αυγουλόμορφα κτίσματά σου είναι τεράστια αυγά».

Δεν νομίζω ότι χρειάζονται σχόλια για το σκανδαλώδες του πράγματος, για το ότι η Εκκλησία της Ελλάδος –η ίδια Εκκλησία που αρνούνταν πεισματικά τη φορολόγησή της και παζαρεύει σκληρά τα προνόμιά της– αποφασίζει, μέσα στην κρίση, να υλοποιήσει φαραωνικά σχέδια. Ούτε για το εάν αυτοί οι «μεγαλόπρεποι ναοί» και οι «εντυπωσιακές εγκαταστάσεις» συνάδουν με την απλότητα και την ταπεινότητα. Μπορεί να το κρίνει ο καθείς, νεότερος ή παλαιότερος.

Αυτό που θέλω να θυμίσω,  για τους νεότερους που μπορεί να μην το ξέρουν, είναι ότι το περίφημο «τάμα» υπήρξε πατέντα και σήμα-κατατεθέν της Χούντας, που θα το έφτιαχνε στα Τουρκοβούνια, υλοποιώντας, υποτίθεται μια υπόσχεση του Κολοκοτρώνη, αν απελευθερωνόταν το Γένος. Και εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγάλα σκάνδαλα της Χούντας, στον «τέλειο συνδυασμό της επαγγελίας μιας “Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών” με τη μεγαλομανία του δικτάτορα και το ξάφρισμα υπέρογκων δημοσίων κονδυλίων» (βλ. «Τα σκάνδαλα της εθνοσωτηρίου», «Ο Ιός», Ελευθεροτυπία, 25.7.2010, http://www.iospress.gr/ios2010/ios20100725.htm). Καλώς ήρθατε λοιπόν στο 2021, ή, μάλλον, πιο σωστά, στο 1967.

ΥΓ. «Φαίνεται ότι ο Ναός του Σωτήρος, που πρόκειται να ανεγερθή πάνω στα Τουρκοβούνια, θα είναι απ’ τους πιο θαυματουργούς στη χώρα μας. Γιατί, πριν ακόμα κτισθή, πριν καν γίνουν τα σχέδια για την κατασκευή του, δαπανήθηκαν –λες από θαύμα– τα 406 εκατομμύρια δραχμές από τα 453 εκατομμύρια που είχαν τελικά συγκεντρωθεί. Πάντως κι οι πιο ολιγόπιστοι θαύμασαν το γεγονός ότι με εντελώς κανονικό τρόπο αναλώθηκε ολόκληρο το τεράστιο αυτό ποσόν για ένα έργο του οποίου ακόμα δεν κατάφεραν οι υπεύθυνοι να έχουν ούτε το σχέδιο»: Τα Νέα, 26.1.1974 (παρατίθεται στο ίδιο δημοσίευμα του «Ιού»).

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική

Standard

 συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»

Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;

 Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.

Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν.

Χαρακτικό της Λουκίας Μαγγιώρου, από το λεύκωμα "Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά"

Ένα ιστορικό φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση, αν δεν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά· στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μετάβαση από την έννοια του γένους (που έχει τη ρίζα του στις οικουμενικότητες της εποχής και των προηγούμενων εποχών, φτάνοντας μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους ελληνιστικούς χρόνους) στην έννοια του έθνους. Μέσα στη φαινομενική συνέχεια υπάρχουν ουσιώδεις ασυνέχειες. Το 1821 είναι η ανασηματοδότηση των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων και η μεταμόρφωσή τους, δηλαδή η προσαρμογή τους στους όρους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μια εποχή επαναστάσεων και σε άλλα μέρη, όπως στη Λατινική Αμερική.

Αν προχωρήσουμε στο ζήτημα των συνεχειών, αλλά μετά το 1821, μπορούμε να πούμε ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα είδος αντιστασιακής μήτρας, καθώς πολλές φορές, και ιδίως σε στιγμές κρίσιμες, όπως στα χρόνια της Κατοχής, γίνεται επίκληση σε αυτήν;

Θα μιλούσα με τους όρους του Φίλιππου Ηλιού για τη «χρήση της Ιστορίας». Ο Φίλιππος προσανατολιζόταν περισσότερο στη χρήση της ιστοριογραφίας, δηλαδή της ιστορικής ερμηνείας. Στο ζήτημά μας υπάρχει ένα θέμα «αναμορφώσεων» — όπως σε έναν πίνακα ο οποίος, ανάλογα με την οπτική γωνία που τον βλέπεις, έχει διαφορετική μορφή. Ανακρατιέται όμως κάτι: η έννοια της μη συμβίωσης με την κατακτητική κοινωνία. Και έτσι, στα χρόνια της Αντίστασης, έχουμε και τη φράση «Το Εικοσιένα ξαναζεί με το λαό μαζί». Βεβαίως ξαναζεί το Εικοσιένα, επειδή υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές, με τη διαφορά όμως ότι τα αιτούμενα του Εικοσιένα δεν εγγράφονται στα αιτούμενα της κοινωνίας η οποία έχει προκύψει από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για γυναικεία βήματα

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ-ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

Πρωτόφαντοι καιροί, καιροί κρίσης, και η επιλεκτική προσφυγή στην ιστορία ενδύεται όλο και συχνότερα ρόλους πολιτικού επιχειρήματος: τόσο η κατοχή όσο και το 1821 ανασύρονται και πάλι ως φωτεινά παραδείγματα, ικανά να μαρτυρήσουν για τις κρυφές αρετές –καλύτερα την εν υπνώσει ουσία– του διωκόμενου, παρεξηγημένου ή/και παραστρατημένου ελληνικού έθνους/λαού. Στο κλίμα αυτό, αναπαράγονται και ανασημασιοδοτούνται αφηγήσεις σχετικές με ιστορικά συμβάντα ή πρόσωπα που απέκτησαν στο πέρασμα του χρόνου τη δύναμη εθνικού συμβόλου. Ανάμεσά τους και ο πασίγνωστος χορός του Ζαλόγγου, με τον οποίο, μέρα που ’ναι, σκέφτηκα να καταπιαστώ σήμερα.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «4 Αυγούστου» του Κώστα Πλεύρη, Φεβρουάριος 1971.

Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι σε όσα ακολουθούν δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το ίδιο το ιστορικό γεγονός ούτε με την παγίωση της σχετικής αφήγησης κατά τον 19ο αιώνα, ζητήματα για τα οποία μπορούμε να βασιστούμε στέρεα στις μελέτες του Αλέξη Πολίτη και της Βάσως Ψιμούλη.[1] Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι απόπειρες ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: την αλλαγή ως «λελογισμένη» διευθέτηση των έμφυλων ανισοτήτων από το λεγόμενο «πρώτο κύμα» της γυναικείας αμφισβήτησης και την αλλαγή ως ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων από το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία 1940-1950. Ούτως ή άλλως, δίχως τις παρελθούσες χρήσεις του, δύσκολα γίνονται κατανοητές και οι σημερινές επιβιώσεις του Ζαλόγγου.

***

Ως κορυφαία στιγμή του εθνικού αφηγήματος, ο χορός του Ζαλόγγου έμελλε να υιοθετηθεί αμετάλλακτος από τη γυναικεία κίνηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τα εγκώμια για τις γυναίκες του Σουλίου αποτελούσαν ήδη έναν διαδεδομένο –ιστοριογραφικό, ποιητικό, θεατρικό κ.ο.κ.– κοινό τόπο, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει ανεκμετάλλευτος: γυναίκες-εξαίρεση σαν τις Σουλιώτισσες ήταν απαραίτητες για τη συγκρότηση μιας γυναικείας εθνικής γενεαλογίας. Πόσο μάλλον που η Σουλιώτισσα ως συνεκδοχικό άθροισμα ποικίλων παραδειγμάτων γυναικείου ηρωισμού διευκόλυνε τη συγκρότηση μιας «θηλυκής» οπτικής για τις διαδικασίες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821. Έτσι, δεν είναι περίεργο που το Σούλι και οι ηρωίδες του κατέχουν ξεχωριστή θέση στο ιδρυτικό κείμενο της ιστορίας των γυναικών στην Ελλάδα, την Ιστορία της Γυναικός της Καλλιρρόης Παρρέν (1896).[2]

Αποτολμώντας να τοποθετήσει στο κέντρο του τις γυναίκες, το αφήγημα της Παρρέν κατέφευγε στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας προκειμένου να προσδώσει στη γυναικεία κίνηση το χρονικό βάθος που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει την οργανική ένταξή της στο σώμα του έθνους. Βασισμένη στην ιστοριογραφία και την εθιμογραφία της εποχής, καθώς και στις τότε διαθέσιμες συλλογές δημοτικών τραγουδιών, η παρρενική ανάγνωση της σουλιώτικης ιστορίας φρόντιζε να εξισορροπήσει το εγκώμιο της γυναικείας πολεμικής αρετής με συνεχείς διαβεβαιώσεις για τις θηλυκές αρετές των ηρωίδων της. Ιστορημένος ο χορός του Ζαλόγγου δίπλα σε παραδείγματα ένοπλης γυναικείας «ανδρείας», συνοδευμένα από αναφορές στις Αμαζόνες ή τις Σπαρτιάτισσες, αναλάμβανε να αποκαταστήσει την έμφυλη τάξη των πραγμάτων: η έμφαση στη μοναδικότητά του –«ο χορός των εξήκοντα ηρωίδων, εφαμίλλους των οποίων δεν έχει ουδαμού του κόσμου να επιδείξη η Ιστορία της Γυναικός»[3]– έθετε κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερη μοίρα κάποιες «ανδρίζουσες» συμπεριφορές των υπόλοιπων Σουλιωτισσών. Και πάλι, η Παρρέν πατούσε σε σταθερό έδαφος: για το Ζάλογγο ως «θυσία καταπληκτική» που οι νεότερες γενιές δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν είχε ήδη μιλήσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.[4] Συνέχεια ανάγνωσης

«Ένα εξαίσιο μέσο»: Ο Τύπος και η ιστορία του στις μέρες μας

Standard

συνέντευξη της Αικατερίνης Κουμαριανού στον Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Αικατερίνη Κουμαριανού

Η συζήτηση με την Αικατερίνη Κουμαριανού είναι πάντα μια συναρπαστική διανοητική περιπέτεια∙ μοιράζεσαι μαζί της την ευθύβολη κρίση, τη συσσωρευμένη γνώση, την αναστοχαστική διάθεση, κυρίως όμως την καθαρή ματιά μιας ιστορικού που από τα πρώτα της πνευματικά σκιρτήματα στον Μεσοπόλεμο και έως σήμερα διατήρησε αναλλοίωτη την «εφηβική» της περιέργεια, την έντονη αγωνία για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα.

Διαρκής και σταθερή συμμέτοχος σε αυτό που ο Κ.Θ. Δημαράς ονόμασε «νεοελληνική επιστήμη», η Αικατερίνη Κουμαριανού συνέδεσε τη μακρόχρονη συγγραφική και διδακτική της πορεία με καίρια εγχειρήματα του πνευματικού μας βίου, όπως τη συγκρότηση του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, τη μελέτη του κοραϊκού έργου, και ιδιαίτερα της αλληλογραφίας, τον περιηγητισμό, την ανάδειξη των σχέσεων της ευρωπαϊκής με την ελληνική παιδεία. Κυρίως όμως η Κουμαριανού συνέδεσε το όνομά της, για περισσότερα από πενήντα πέντε χρόνια, με τη μελέτη των διαδρομών του ελληνικού Τύπου, από τα πρώτα του φανερώματα στα προεπαναστατικά χρόνια, τη συμβολή του στα χρόνια του Αγώνα έως και τον 19ο αιώνα. Με το πρωτοπόρο έργο της και μέσα από τις διαδοχικές της προσεγγίσεις ανέδειξε τον Τύπο ως κορυφαίο χειραφετητικό όργανο μιας κοινωνίας σε αναβρασμό, ως κρίσιμο συντελεστή της πορείας προς το έθνος κράτος. Η πρόσφατη έκδοση της συναγωγής των μελετημάτων της για τον Τύπο, από το πρώτο άρθρο της το 1947 έως τα πλέον πρόσφατα (Ιστορία του ελληνικού Τύπου, 18ος -19ος αι., επιμελητής: Αλέξης Μάλλιαρης, Αθήνα, Ερμής/Νεοελληνικά Μελετήματα, 2011) μας επιτρέπει να σταθμίσουμε την ουσιαστική συμβολή της στη χαρτογράφηση ενός πεδίου που έως τότε είχε μείνει άγνωστη χώρα. Εφημερίδες, περιοδικά, εκδότες και δημοσιογράφοι, τα τυπογραφεία, η διακίνηση των ιδεών, οι διώξεις του Τύπου αποτελούν στοιχεία του πανοράματος που απλώνεται στις σελίδες του μοναδικού αυτού βιβλίου.

Με αφορμή λοιπόν την πρόσφατη έκδοση, συζητάμε με τη διαπρεπή ιστορικό για την ιστορία του Τύπου στην Ελλάδα, τα επιτεύγματα και τις ελλείψεις της, τις προοπτικές και τις κατευθύνσεις σε μια εποχή κρίσης και μεγάλων ανακατατάξεων.

Βαγγέλης Καραμανωλάκης


Προμετωπίδα της "Εφημερίδος" των αδελφών Μαρκιδών-Πούλιου, 1791-1792

 Ποια νομίζετε ότι είναι η χρησιμότητα της μελέτης του Τύπου ως πηγής, τόσο γενικά όσο και ειδικότερα για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία; Ποιες είναι οι όψεις που μπορεί να φωτίσει;

Αφήνοντας κατά μέρος τη γενικότερη αξιολόγηση του Τύπου ως πηγής, θα περιορισθώ στη χρησιμότητα, όση έχουν, οι καταγραφές του ελληνικού Τύπου για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Εξηγούμαι. Για μια περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας όπου δεν διαθέτουμε αφθονία πηγών, αρχειακών και άλλων, δημόσιων ή ιδιωτικών, όπου χρειάζεται ακόμη επίμονη εργασία για να αποκτήσουμε τα απαραίτητα έργα υποδομής, πιστεύω ότι η μελέτη του Τύπου, από την εποχή που υπάρχει ελληνικός Τύπος, μπορεί να συγκαταλεχθεί στα βασικά εργαλεία των ερευνητών.

Το έχω ήδη αναφέρει, σε διάφορες περιπτώσεις, ότι χάρη στην παρουσία του Τύπου, τόσο του προεπαναστατικού όσο και αυτού των χρόνων της Επανάστασης, αλλά και της περιόδου μετά την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κρατιδίου, μπορεί ο ιστορικός να προσεγγίζει με μεγαλύτερη ασφάλεια γεγονότα και εξελίξεις, συσπειρώσεις και συσχετισμούς, ρήξεις και αγκυλώσεις , τη λειτουργία των θεσμών, τη διαμόρφωση νοοτροπιών. Ακόμη και αν πολλά από τα κείμενα δημιουργούν ερωτήματα ως προς την ακρίβεια, την πιστότητα ή την αντικειμενικότητά τους. Το γεγονός ότι έχουν γραφεί με την επιδίωξη να αποδώσουν την όποια επικαιρότητα, και ιδίως ότι δεν έχουν υποστεί δεύτερες φροντίδες και επεξεργασίες, επιτρέπει την κατευθείαν πρόσβαση σε μια κλίμακα θεμάτων. Στην κρίση των ερευνητών και σε περαιτέρω επεξεργασίες έγκειται η θετική χρήση και χρησιμοποίηση όλων αυτών των στοιχείων. Συνέχεια ανάγνωσης

ΣΚΑΪ 1821 και αριστερή κριτική

Standard

του Γιάννη Αλμπάνη

«Σε όλους τους τόνους θα καταγγείλουμε

την προδοτική στάση του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ»

Γιώργος Καρατζαφέρης

«Γαμώ την προπαγάνδα και όσα μάθαινα εξήντα χρόνια.

Περνάγαμε καλά ρε με τους Τούρκους!»

Γιώργος Τράγκας

 

Κλειώ Μακρή, «Τερακότα», 2007 (από την έκθεση-δημοπρασία «Συμβολή 39 καλλιτεχνών για τα ΑΣΚΙ»)

Σε προηγούμενα σημειώματα των «Ενθεμάτων», οι ιστορικοί Παναγιώτης Στάθης και Μαρίνος Σαρηγιάννης διατύπωσαν μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική στην τηλεοπτική σειρά του ΣΚΑΪ 1821. Συνοπτικά, η απ’ τα αριστερά προσέγγιση των δύο ιστορικών εστιάστηκε τόσο στη χρησιμοποίηση παρωχημένων ερμηνευτικών σχημάτων για την περίοδο της Τουρκοκρατίας όσο και σε μια ορισμένη «ιδεολογική χρήση» του 1821. Η εξιστόρηση της Ελληνικής Επανάστασης έμοιαζε με μια προσπάθεια ιδεολογικής θωράκισης του εκσυγχρονιστικού ευρωπαϊσμού, καθώς και τόνωσης της επιχειρηματολογίας για την ανάγκη ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους, αντίβαρου στην ενδημική νεοελληνική ανομία.

Σε ό,τι αφορά τις μεν αιτιάσεις επί των ιστορικών δεδομένων δεν μπορώ να εκφέρω άποψη λόγω πλέριας –που θα λέγανε παλιότερα– ασχετοσύνης. Σε ό,τι έχει να κάνει πάλι με την πολιτική κριτική, αναγνωρίζω και τις δικές μου αντιρρήσεις στο πνεύμα της σειράς. Θα μπορούσε μάλιστα να προστεθεί στα κακώς κείμενα και η συνεχής αποδοχή της «εθνικής ωφέλειας» ορισμένων ιστορικών μύθων όταν αυτοί διδάσκονται στα παιδιά (αλλά όχι στους ενηλίκους).  Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι ενώ η αριστερή κριτική του Π. Στάθη και του Μ. Σαρηγιάννη είναι καθ’ όλα ορθή (τουλάχιστον πολιτικά), εντούτοις φαίνεται ότι προσπερνάει το κύριο ζήτημα που ανέδειξε η σειρά του ΣΚΑΪ. Συνέχεια ανάγνωσης

Προϋποθέσεις της Επανάστασης του 1821

Standard

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ελληνική μαρτιγάνα, 1807 (J.L.S. Bartholdy, «Voyage en Grèce…», Ι, Παρίσι 1807, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα», Θεμέλιο, Αθήνα 1996)

Καθώς πλησίαζε η επέτειος της 25ης Μαρτίου, σκεφτήκαμε να απευθυνθούμε σε ορισμένους από τους πλέον ειδικούς, φίλους και συνεργάτες των «Ενθεμάτων». Ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ο Νίκος Θεοτοκάς, ο Νίκος Κοταρίδης και ο Διονύσης Τζάκης ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμά μας. Βρεθήκαμε έτσι, πριν λίγες μέρες, στο φιλόξενο σπίτι του Νίκου Θεοτοκά, στη Νέα Σμύρνη, όπου οι συνομιλητές μας συζήτησαν, για ώρες, γύρω από το στρωμένο τραπέζι και συνοδεία του απαραίτητου οίνου, σχετικά με τις προϋποθέσεις, την προετοιμασία και τον χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821. Καθώς για όσα ειπώθηκαν δεν επαρκούσε ο δεδομένος χώρος των «Ενθεμάτων» και κρίναμε ότι θα ήταν κρίμα να ακολουθήσουμε την οδό των δραστικών περικοπών, προτιμήσαμε το σύνολο της συζήτησης να κυκλοφορήσει σε αυτοτελές τευχίδιο, το επόμενο διάστημα. Ως μικρή πρόγευση του όλου, δημοσιεύουμε σήμερα κομμάτια από την παρέμβαση του Σπύρου Ι. Ασδραχά, με την επισήμανση ότι, παρά τις προσθήκες του συγγραφέα, έχει διατηρηθεί ο προφορικός χαρακτήρας του λόγου.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Έλληνας έμπορος, π. 1780 («Recueil des different costumes…», Παρίσι, chez Onfroy, π. 1780, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα», Θεμέλιο, Αθήνα 1996)

Επιμένω στην έννοια της κατάκτησης. Μόνο παρερμηνείες ή χρησιμοθηρίες υποβαθμίζουν, στην πρόσφατη ιστοριογραφία, την έννοια αυτή.

Η κατάκτηση έχει τα χαρακτηριστικά της. Συνεπέφερε ωσμώσεις,  εισχωρήσεις των κατακτημένων στο σύστημα των κατακτητών, δημιούργησε συνδετικούς κρίκους, αλλά και ανταρσίες. Ο Σάθας διατύπωσε ένα ερμηνευτικό σχήμα, που το ξαναβρίσκουμε στον Μακρυγιάννη, ότι ευθύς με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αρχίζει η «αντίσταση» στην κατάκτηση. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.

Η έννοια της κατάκτησης και η σημασία της

Πριν προχωρήσουμε, ας υπενθυμίσουμε ότι μια κατάκτηση δεν μπορεί να εδραιωθεί εάν οι κατακτημένοι δεν έχουν δομή ή δομές. Η κατάκτηση της Αμερικής προσέκρουε στους indios bravos· αυτούς δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν. Η κατακτημένη κοινωνία, στη δική μας  περίπτωση, είχε τις δομές της, και ως εκ τούτου μπορούσε να επικαθίσει  σε αυτήν η οθωμανική κατάκτηση.

Η κατάκτηση, χονδρικά, διανύει δύο φάσεις: τη φάση της οθωμανικής επέκτασης και τη φάση που έπεται της αποτυχίας της Βιέννης. Στην πρώτη φάση είναι έξεργος ο λεηλατικός χαρακτήρας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη δεύτερη φάση, ο λεηλατικός αυτός χαρακτήρας κατά κάποιον τρόπο εσωτερικεύεται, με τους φόρους. Ωστόσο δεν είναι,  κατά τη γνώμη μου, ο φόρος το στοιχείο που επιδείνωνε την εκμετάλλευση­· είναι το  γεγονός ότι αλλάζει ο τύπος των προσόδων, συγκεκριμένα ότι πυκνώνεται ένας τύπος προσόδων, χρειάζεται συνεπώς να μελετήσουμε την εξέλιξη και διόγκωση των γαιοπροσόδων σε σχέση με τις φορολογικές προσόδους.

Βλέποντας το ζήτημα εκ των υστέρων, εκεί όπου έχουμε καταγραφές, προκύπτουν ορισμένα προφανή πράγματα: η κατακτητική κοινωνία ιδιοποιείται την οικονομία μέσω της δημιουργίας οιονεί ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία προϋπήρχε, αλλά διογκώνεται. Αν καταμετρήσουμε τον οθωμανικό πληθυσμό και την κατοχή γαιών, και μάλιστα των καλύτερων γαιών, θα δούμε ότι υπάρχει μια δυσαναλογία: η αριθμητικώς μικρότερη κοινωνία κατέχει τις περισσότερες γαίες — αυτό είναι το αποτέλεσμα των μετρήσεων που μπορεί να γίνουν επί τη βάσει των πρώτων στατιστικών που έχουμε μετά την Επανάσταση του 1821. Και αν κάνουμε και άλλες διακρίσεις, θα δούμε ότι οι αρδευόμενες γαίες κατέχονται πρωτίστως από τους Οθωμανούς, τους μουσουλμάνους. Καλλιεργούνται με διαφόρων τύπων διανεμητικά συστήματα, κυρίως από τους κατεχόμενους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι κατακτητές δεν είναι άμεσοι καλλιεργητές. Στην ουσία, η γαιοκτησία αυτού του τύπου είναι αποτέλεσμα ιδιοποιήσεων μέσω της καταχρέωσης των χωρικών που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις και να μετέχουν στην αγορά, υποκείμενοι, στο μέτρο όπου μετέχουν, σε μια άνιση ανταλλαγή. Συνέχεια ανάγνωσης

Παίζοντας με την κονσόλα της Ιστορίας

Standard

Η Επανάσταση του 1821 στον ΣΚΑΪ

του Μαρίνου Σαρηγιάννη

Αφού προκάλεσε πολλά πάθη και εντάσεις, ολοκληρώθηκε η περίφημη σειρά του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ για το 1821. Δεν θα ήθελα εδώ να υπεισέλθω σε συγκεκριμένη κριτική επί της ουσίας, κάτι το οποίο έκαναν ήδη άλλοι καλύτερα από μένα (ενδεικτικά αναφέρω το εξαιρετικό άρθρο του Παναγιώτη Στάθη στα «Ενθέματα» της 13ης Μαρτίου). Προσωπικά μου προκάλεσε εντύπωση η παντελής απουσία ιστορικών ειδικευμένων στην οθωμανική ιστορία (δεν σπανίζουν πλέον). Η απουσία αυτή έγινε εμφανής ιδίως στο πρώτο επεισόδιο, το οποίο επαναλάμβανε το αμφισβητήσιμο –τουλάχιστον– σχήμα της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα τέλη του 16ου αιώνα και μετά, και το οποίο επέλεξε ουσιαστικά να πάρει την κυρίαρχη αφήγηση και να τη γυρίσει τα μέσα έξω, σαν να έπαιρνε ένα αρνητικό φωτογραφικό φιλμ –για όσους θυμούνται– και να το εμφάνιζε. Έτσι, από τους «σκοτεινούς αιώνες της δουλείας» το εκκρεμές πήγε στην άλλη άκρη, του καλοκάγαθου κράτους της ακμής και της πολυπολιτισμικότητας. Το περίφημο Παιδομάζωμα, για παράδειγμα, αντί να τεθεί έστω σε νέες βάσεις (εύκολα θα μπορούσε να καταρριφθεί ο μύθος των φανατισμένων γενιτσάρων που ξέχναγαν τις ρίζες τους και γίνονταν τάχα οι χειρότεροι εχθροί των πρώην συγχωριανών τους) απλώς εξαφανίστηκε, με μοναδικό αποτέλεσμα ένα ακόμα όπλο στα χέρια των υπερασπιστών των παλιών μύθων. Ασπρόμαυρες ερωτήσεις στις ίδιες λάθος ερωτήσεις, απλά το άσπρο άλλαξε σε μαύρο και τούμπαλιν. Προτιμώ δε να μην σχολιάσω την άτακτη υποχώρηση μπροστά στις επιθέσεις της Εκκλησίας (κυρίως), σε πολλές από τις συζητήσεις που ακολουθούσαν την προβολή των επεισοδίων.

 

"Η δικαία απόφασις του Θεού διά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος". Πίνακας του Π. Ζωγράφου, με οδηγίες του Μακρυγιάννη

Υποτίθεται ότι η σειρά είχε κύριο στόχο της την αποδόμηση των «εθνικών μύθων», προβάλλοντας μια «αντικειμενική» ιστορία που δεν θα είχε ιδεολογικό χρωματισμό. Το ότι αυτό είναι τελικά μια ουτοπία φάνηκε από το αποτέλεσμα: όπως πολύ εύστοχα σημείωσε σε μια διαδικτυακή συζήτηση ο αγαπημένος τραγουδοποιός Βασίλης Νικολαΐδης, η ιστοριογραφία είναι σαν την κονσόλα της ηχοληψίας· ανεβάζεις ή κατεβάζεις τις στάθμες έντασης του κάθε όργανου ξεχωριστά (δηλ. του κάθε γεγονότος, μεταξύ των γεγονότων που εξελίσσονται χρονικά παράλληλα στον ιστορικό ρου), πετυχαίνοντας ένα διαφορετικό ενορχηστρωτικό αποτέλεσμα κάθε φορά. Ή και μιαν εντελώς άλλη σύνθεση. Πράγματι, οι επιστημονικοί επιμελητές της σειράς είχαν ανεβάσει στο μάξιμουμ τη στάθμη έντασης δύο, όχι ακριβώς γεγονότων, δύο εννοιών: του κράτους, και της Ευρώπης

Η αποθέωση του κράτους και της Ευρώπης

Του κράτους, γιατί η έννοια-κλειδί της σειράς ήταν η ανομία, από την ανομία των κλεφτών στα βουνά του 18ου αιώνα μέχρι εκείνη των αντιπάλων του Καποδίστρια. Ο φετιχισμός του κράτους δεν είναι κάτι καινούριο φυσικά, και σημαίνει κατά βάση ότι βλέπουμε την πορεία της ανθρωπότητας (του παρόντος συμπεριλαμβανομένου) ως μια ιστορία κρατών, όπου ισχυρό κράτος σημαίνει ευημερία. Με τη λογική αυτή, οι τούρκοι ακαδημαϊκοί ιστορικοί, για να το πω έτσι με μια γενίκευση που δεν παίρνει υπόψη της τις πάμπολλες πλέον εξαιρέσεις, εκθειάζουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία επειδή ήταν ένα ισχυρό κράτος, με νόμους που εφαρμόζονταν· οι οθωμανοί χρονικογράφοι και πολιτικοί στοχαστές εκθείαζαν με παρόμοιο τρόπο τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή ή τον Μουράτ Δ΄ για τον ίδιο λόγο· πολλοί έλληνες ιστορικοί συνήθιζαν να εκθειάζουν τον Βασίλειο Β΄ (γνωστό και ως Βουλγαροκτόνο), όπως ο Νικίτα Μιχάλκοφ τον τσάρο, προσφάτως δε τον Μεταξά· οι ιστορικοί της σειράς του ΣΚΑΪ εκθειάζουν την ισχυρή Οθωμανική Αυτοκρατορία, και οικτίρουν την ανίσχυρη· οι δημοσιογράφοι του ΣΚΑΪ εκθειάζουν τα κράτη της Ευρώπης, που μπορούν και εφαρμόζουν τους νόμους, ενώ εδώ επικρατεί η ανομία. Και πάει λέγοντας: για τους Γάλλους, η καλύτερη στιγμή θα ήταν ας πούμε ο Ναπολέοντας, και όχι η Κομμούνα· μόνο που έτσι, για τους Γερμανούς θα ήταν ένας Χίτλερ. Η στάση των ιστορικών απέναντι στην εξουσία είναι κάτι σαν λυδία λίθος: πολλοί ιστορικοί τείνουν να θαυμάζουν τα ισχυρά κράτη· να περιφρονούν τις περιόδους σύγχυσης και, φυσικά, ανομίας· να βλέπουν, με λίγα λόγια, το παρελθόν μέσα από τα μάτια των κρατών. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα όρια επιστήμης και πολιτικής: το 1821 στον ΣΚΑΪ

Standard

του Παναγιώτη Στάθη

Ευγένιος Ντελακρουά, «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου», 1826

Η εθνική ιστορία, και ευρύτερα η εθνική ταυτότητα, έχει προκαλέσει ζωηρές συζητήσεις ή και αντιπαραθέσεις τα τελευταία χρόνια στον χώρο της δημόσιας ιστορίας, ορισμένες μάλιστα έλαβαν έντονο συγκρουσιακό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό είναι ευπρόσδεκτη η πρωτοβουλία του ΣΚΑΪ να παραγάγει μια ιστορική σειρά ντοκιμαντέρ για την Επανάσταση του 1821 με υπεύθυνους επιστήμονες ιστορικούς, η οποία μάλιστα υποστηρίζεται από αρκετές παράλληλες δράσεις: σειρά τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών συζητήσεων με καλεσμένους επιστήμονες, έκδοση ενός πεντάτομου επιστημονικού έργου για την Επανάσταση, έκδοση ενός παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου για την πολιορκία του Μεσολογγίου, αρθρογραφία στην Καθημερινή. Καθώς το ντοκιμαντέρ ανατρέπει τους παραδεδομένους εθνικιστικούς μύθους για την οθωμανική περίοδο και το Εικοσιένα, ξεσήκωσε ισχυρές αντιδράσεις από διάφορες εθνικιστικές μερίδες και από χώρους της λαϊκής και της άκρας δεξιάς.

Ωστόσο, όσα λέγονται στο ντοκιμαντέρ και ενόχλησαν τους εθνικιστές, αποτελούν κοινούς τόπους στην επιστημονική ιστοριογραφία εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Πράγματι η γενικότερη παρουσίαση του Εικοσιένα στο ντοκιμαντέρ εντάσσεται στις σύγχρονες επιστημονικές προσεγγίσεις που διδάσκονται στα ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια. Στα υπέρ της σειράς προσμετράται η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνοθετική δημιουργία με την υψηλής ποιότητας εικαστική παρουσίαση, τα δραματοποιημένα μέρη, τη φροντισμένη εκλαΐκευση, το λιτό ύφος της αφήγησης του Πέτρου Τατσόπουλου, τα αποσπάσματα συνεντεύξεων δυτικοευρωπαίων και τούρκων ιστορικών, την έμφαση στην ανάδειξη της καθημερινότητας των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων στη διάρκεια του Αγώνα. Θα πρέπει επίσης να εξαρθεί η τόλμη της σειράς να μιλήσει και για θέματα ταμπού, όπως π.χ. οι σφαγές των μουσουλμάνων στην άλωση της Τριπολιτσάς, η νύξη για κανιβαλισμό στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, ή το αλβανόφωνο νανούρισμα –υπόμνηση για την ξενοφωνία αρκετών επαναστατών– σε μια εξαιρετική δραματοποίηση των προετοιμασιών της Εξόδου του Μεσολογγίου. Για τα ελληνικά δεδομένα συνιστά μια από τις καλύτερες προσπάθειες, αν και απέχει από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές παραγωγές με τον πολύ ψηλότερο προϋπολογισμό, τις ψηφιακές αναπαραστάσεις και τους πολυάριθμους κομπάρσους.

Το όλο εγχείρημα, όμως, δεν στερείται προβλημάτων. Η πρώτη ένσταση σχετίζεται με τους επιστημονικούς συμβούλους της σειράς, Θάνο Βερέμη και Ιάκωβο Μιχαηλίδη: πρόκειται για ακαδημαϊκούς ιστορικούς που όμως ερευνητικά δεν ειδικεύονται στις περιόδους της οθωμανικής κυριαρχίας και της Επανάστασης, όπως επίσης και η πλειονότητα των καλεσμένων επιστημόνων στις πέντε πρώτες συζητήσεις που ακολούθησαν τις αντίστοιχες προβολές των επεισοδίων. Ίσως σε αυτό να οφείλονται και ορισμένα πραγματολογικά λάθη του ντοκιμαντέρ, όπως π.χ. η ταύτιση του Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχή με τον πασά που νίκησε τον Αλή Τεπελενλή, ενώ νικητής του Αλή ήταν ο Αχμέτ Χουρσίτ πασάς. Ο Ρεσίτ πασάς ήταν απλώς ένας από τους πασάδες που συμμετείχαν στην πολιορκία του Αλή.

Eυγένιιος Ντελακρουά, "Η σφαγή της Χίου" (σχέδιο)

Σημαντικότερα όμως είναι τα προβλήματα που αφορούν σε κάποιες, μάλλον παρωχημένες, ερμηνευτικές επιλογές του ντοκιμαντέρ. Ενδεικτικά: η άποψη ότι από τις αρχές του 17ου αιώνα μεγάλος αριθμός αγροτών κατέφυγε στον ορεινό χώρο λόγω της αύξησης των φορολογικών βαρών και της έντασης της καταπίεσης, εξέλιξη από την οποία προέκυψαν και οι κλέφτες, δεν υποστηρίζεται από τα δημογραφικά και ιστορικά δεδομένα. Η άποψη ότι μια προϊούσα αύξηση της οθωμανικής καταπίεσης στην ύστερη περίοδο οδήγησε ευρύτατους πληθυσμούς στη συμμετοχή στην επανάσταση ούτε τεκμηριώνεται επαρκώς στις πηγές σε ό,τι αφορά τους αγροτικούς πληθυσμούς, ούτε συνάδει με την οικονομική ανάπτυξη των χριστιανών εμπόρων, ναυτικών, βιοτεχνών και προεστών στον 18ο αιώνα. Αντιθέτως, απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην πολυδιάστατη κρίση (οικονομική και όχι μόνον) που διέκοψε μια μακρά περίοδο εμπορικής ανάπτυξης και έπληξε ευρύτατες κοινωνικές ομάδες στα αμέσως προεπαναστατικά χρόνια και που φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με την έκρηξη της επανάστασης. Άλλωστε, το ντοκιμαντέρ ερμηνεύει την Επανάσταση δίνοντας έμφαση στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό και συνακόλουθα στην επιρροή των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, υποβαθμίζοντας τη σημασία της παράλληλης εμπορικής ανάπτυξης και της σχέσης της με την εμφάνιση των διαφωτιστικών ιδεών. Από αυτήν την άποψη ακολουθεί περισσότερο το ερμηνευτικό μοντέλο του Κ.Θ. Δημαρά, τηρώντας αποστάσεις από τη μαρξιστική ερμηνεία του Ν. Σβορώνου που δίνει έμφαση στην οικονομία. Συνέχεια ανάγνωσης

Η εξέγερση του Αλή πασά και η Ελληνική Επανάσταση: Μια παράλληλη θεώρηση

Standard
του Αλέξη Πολίτη
στον Βασίλη Παναγιωτόπουλο
αντιδάνειο

Joseph Cartwright, Ο Αλή πασάς 1819

Μέρος πρώτο: Από το 1801 μέχρι την Επανάσταση

Να φανταστούμε για λίγο τον χώρο της νότιας βαλκανικής χερσονήσου, από τα μέρη της νότιας Αλβανίας έως τη σημερινή Ελλάδα μαζί και τα παράλια της Μικρασίας, και να μεταφερθούμε νοητά δύο αιώνες και κάτι πιο πίσω, ας πούμε στα 1801. Ο προηγούμενος αιώνας που μόλις έκλεισε είχε φέρει σημαντικές αλλαγές σ’ ολόκληρη την περιοχή: ο πληθυσμός πύκνωσε, κάποιοι μικροί ορεινοί οικισμοί μετατράπηκαν σε πολιτείες, καινούρια χωριά έκαναν την εμφάνισή-τους, καινούρια καλλιεργήσιμα εδάφη είχαν προστεθεί στα παλιά, καθώς οι πλαγιές των βουνών ξεχερσώνονταν και αποκτούσαν πεζούλες, καινούριες καλλιέργειες δημητριακών, όπως το καλαμπόκι, επέτρεπαν περισσότερα πλεονάσματα για το εμπόριο. Και το εμπόριο, άλλωστε, είχε κι αυτό αλλάξει: είχαν πια δημιουργηθεί ελληνόφωνες παροικίες και στη κεντρική Ευρώπη, γύρω από τον Δούναβη και τους παραποτάμους-του, από το Μόναχο και τη Βιέννη ώς το Βουκουρέστι και το Γαλάτσι, και πιο πέρα, ώς το Κισνόβι και την Οδησσό ανατολικά, και ώς τη Λιψία στα δυτικά, καθώς και σε πολλά λιμάνια της Μεσογείου· Τεργέστη, Βενετία, Ανκόνα, Λιβόρνο, Μασσαλία. Ένα δίκτυο ελληνόφωνων εμπόρων στην κεντρική Ευρώπη, λοιπόν, με ανταποκριτές στα ελληνικά κέντρα –Θεσσαλονίκη, Γιάννινα, Πήλιο, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη– αλλά και στην ενδοχώρα, που στα 1801, τη συμβατική-μας χρονιά, είχε επαρκώς στερεωθεί, παρά τον διαρκή ανταγωνισμό με τους Ευρωπαίους, καθώς μια εμπορική τάξη διαμόρφωνε τώρα ένα ισχυρό δικό-της πρόσωπο.