Η κουτσή Μαρία υποψήφια

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

 manos–«Θέλεις να τα φτιάξουμε;», –«Δεν μπορώ, σε βλέπω σα δημοτικό σύμβουλο!». Τις τελευταίες μέρες, αστεία σαν αυτό έχουν πλημμυρίσει τα social media. Τα διαβάζουμε, τα αναπαράγουμε στους «τοίχους» μας, διαλέγουμε τα καλύτερα, σκεφτόμαστε καινούργια, τα συζητάμε με τους φίλους μας πίνοντας καφέ. Η παραγωγή αυτή, βέβαια, αποτελεί αντίδραση στην υπερπροσφορά υποψηφίων και (προσωπικού) προεκλογικού υλικού. Στις φετινές αυτοδιοικητικές εκλογές μοιάζει να κατεβαίνουν υποψήφιοι οι πάντες, πολλοί εκ των οποίων προσπαθούν να εκμεταλλευτούν, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τις δυνατότητες που τους προσφέρουν τα νέα μέσα, μαζί με παλιές δοκιμασμένες πρακτικές όπως οι προσωπικές κάρτες και τα φυλλάδια — άλλοτε με περισσότερο και άλλοτε με λιγότερο αξιοπρεπή αισθητικά αποτελέσματα.

Σ’ αυτό το σύντομο σχόλιο θέλω να σταθώ, ωστόσο, στη χιουμοριστική κριτική που ανέφερα στην αρχή κι όχι στο ίδιο το φαινόμενο, επισημαίνοντας μόνο ένα πράγμα γι’ αυτό: Λέξη-κλειδί για την Αριστερά είναι η συλλογικότητα. Η προσωπική προβολή του κάθε υποψηφίου, λοιπόν, είναι χρήσιμη και γόνιμη στο μέτρο που συμβάλλει στην ενίσχυση της συλλογικής προσπάθειας, και όχι στην ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και την αυτοπροβολή — κάτι που ενίοτε φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα, εκθέτοντας τη συλλογικότητα.

Μπαίνω, λοιπόν, στο θέμα μου. Το καλό (ή το κακό) χιούμορ, ο σαρκασμός, ο αυτοσαρκασμός είναι, πιστεύω, όχι μόνο θεμιτά αλλά και απαραίτητα στοιχεία άσκησης πολιτικής. Μια ζωογόνα και δημιουργική πρακτική ζύμωσης, σύγκρουσης, κριτικής και αυτοκριτικής. Και ως τέτοια πρακτική, βέβαια, το χιούμορ δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ουδέτερο: από τον πιο κραυγαλέο χαβαλέ μέχρι τις λεπτότερες, υπαινικτικές και πιο ευφάνταστες μορφές του, το χιούμορ που κάνουμε εκφράζει μια πολιτική θέση και στάση.

Ένα παράδειγμα: Χιουμοριστικοί τίτλοι όπως «Η κουτσή Μαρία υποψήφια δημοτική σύμβουλος» συνοδευόμενοι από την ανάλογη εικονογράφηση, ανεξάρτητα απ’ το αν το αποτέλεσμα είναι διασκεδαστικό ή όχι, εκφράζουν, για μένα, μια σαφώς συντηρητική (ή και αντιδραστική) πολιτική θέση. Δηλώνουν, συνειδητά ή μη, ότι η πολιτική –ακόμα και σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης– δεν είναι μια διαδικασία στην οποία μπορεί (και πρέπει) να συμμετέχει ο καθένας, αλλά ένα προνόμιο για λίγους, υψηλά καταρτισμένους και μάλλον λευκούς, ετεροφυλόφιλους, αρτιμελείς και άντρες. Η Αριστερά, ωστόσο, διεκδικεί το αντίθετο: την εκπροσώπηση και τη συμμετοχή στην πολιτική όσο το δυνατόν περισσότερων (αριθμητικά και ποιοτικά) κοινωνικών κατηγοριών, με έμφαση στους πιο αδύναμους και αποκλεισμένους από τη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη ζωή τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Ρευστή επιτήρηση: Μη επανδρωμένα αεροσκάφη και social media

Standard

του Ζύγκμουντ Μπάουμαν

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Καθώς το κουβάρι των αμερικανικών παρακολουθήσεων (πολιτών, ηγετών, εχθρών και συμμάχων, των πάντων – με την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα να κατέχει εξέχοντα ρόλο) εξακολουθεί να ξετυλίγεται, δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Liquid Surveillance. A conversation. To βιβλίο, διάλογος μεταξύ του  στοχαστή Zygmunt Bauman και του  κοινωνιολόγου David Lyon (εκκ. Polity Press, 2013), αποτελεί μια συνολική σπουδή στο ζήτημα της επιτήρησης, του νέου πανοπτισμού και των μορφών που παίρνει στον 21ο αιώνα.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Φωτογραφία του Ευθύμιου Μελεγγίδη

Φωτογραφία του Ευθύμιου Μελεγκίδη

Σε ένα παλαιότερο άρθρο μου, στο ηλεκτρονικό περιοδικό  Social Europe, στις 28.6.2011  εξέταζα από κοινού δύο φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους ειδήσεις, που δημοσιεύτηκαν την ίδια ημέρα, στις 19 Ιουνίου 2011. Καμία  τους δεν έγινε πρωτοσέλιδο και θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν διαφύγει της προσοχής, στο καθημερινό «τσουνάμι πληροφοριών»: δύο μικρές σταγόνες σε μια πλημμύρα ειδήσεων που υποτίθεται ότι μας διαφωτίζουν, αποσαφηνίζοντας τι συμβαίνει, αλλά τελικά συσκοτίζουν και αποχαυνώνουν το βλέμμα μας. Το πρώτο δημοσίευμα, που υπέγραφαν η Ελίζαμπεθ Μπουμίλερ και ο Τομ Σάνκερ, αφορούσε την εντυπωσιακή αύξηση  των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), που έχουν φτάσει να είναι μικρά σαν λιβελούλες ή κολιμπρί που κουρνιάζουν σε ηλιόλουστα περβάζια· σε κάθε περίπτωση, είναι σχεδιασμένα, κατά τη γλαφυρή έκφραση του αεροναυπηγού Γκρεγκ Πάρκερ, «για να κρύβονται σε κοινή θέα». Το δεύτερο δημοσίευμα, του Μπράιν Στέλτερ, ανακήρυττε το διαδίκτυο ως «τον τόπο όπου πεθαίνει η ανωνυμία». Το μήνυμα ήταν κοινό: αμφότερα τα κείμενα προοιωνίζονταν το τέλος της αορατότητας και της αυτονομίας, των δύο καθοριστικών χαρακτηριστικών της ιδιωτικότητας – παρότι γράφτηκαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Συνέχεια ανάγνωσης

Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Σχέδιο του Μίνω Αργυράκη, από το λεύκωμα «Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον».

Έχω περάσει πολλές ώρες εξηγώντας σε φίλους και συντρόφους γιατί δεν πιστεύω ότι μας κυβερνά μια «χούντα», γιατί οι αναλογίες αυτές βλάπτουν παρά ωφελούν, γιατί η κατάσταση είναι μαύρη κι άραχλη αλλά όχι «χούντα». Η αλήθεια είναι ότι, τον τελευταίο καιρό, νιώθω όλο και μικρότερη διάθεση να το κάνω. Με αποθαρρύνουν, και ενίοτε με αποστομώνουν, τα πραγματικά περιστατικά. Το τελευταίο μόνο εικοσαήμερο είχαμε την κακοποίηση και τον βασανισμό αντιφασιστών στην Ασφάλεια, τις συλλήψεις του Κώστα Βαξεβάνη και του Σπύρου Καρατζαφέρη, την κατάργηση της εκπομπής του Κώστα Αρβανίτη και της Μαριλένας Κατσίμη, την παραπομπή του Αλέξανδρου Χονδρογιάννη στην Κέρκυρα για… ανατροπή του πολιτεύματος, επιδρομές Χρυσαυγιτών εναντίον μεταναστών στον Άγιο Παντελεήμονα (επίθεση στην κοινότητα των Τανζανών, και προχθές κυνήγι και σπασίματα μαγαζιών) χωρίς να συλληφθεί κανείς, το σταμάτημα των παραστάσεων στο Χυτήριο.

Τα δεδομένα βέβαια διαφέρουν (λ.χ., η εκπομπή του Κ. Αρβανίτη και της Μ. Κατσίμη ήταν ένα άνθος στο πέτρινο τηλεοπτικό τοπίο, ενώ μόνο κατ’ ευφημισμόν θα μπορούσα να χαρακτηρίσω «λουλούδι» τον Σπ. Καρατζαφέρη), ωστόσο οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν πολλά και σοβαρά κοινά. Καθώς είναι αρκετά γνωστές, θα σταθώ σε κάποιες, σημαντικές κατά τη γνώμη μου, πτυχές τους.

Στην υπόθεση του βασανισμού των αντιφασιστών διαδηλωτών, βρίσκω ανατριχιαστικό και αυτό καθαυτό το γεγονός, αλλά, ακόμα περισσότερο, τη στάση του Ν. Δένδια: όχι μόνο δεν υποσχέθηκε, έστω προσχηματικά, ότι θα ερευνήσει τις καταγγελίες, θα διατάξει ΕΔΕ κλπ., αλλά τις αρνήθηκε εκ προοιμίου οργίλος: επιτέθηκε με σφοδρότητα στον ΣΥΡΙΖΑ και την Αυγή που τις ανέδειξαν, απείλησε με μηνύσεις τον Guardian, ενώ δεν μετέβαλε στο ελάχιστο στάση όταν τον διέψευσαν καταφανώς οι ιατροδικαστικές εκθέσεις. Ας σκεφτούμε μόνο το πράσινο φως που ανάβει έτσι προς τους βασανιστές. Συνέχεια ανάγνωσης