Από το φεμινιστικό κίνημα στον θεσμοθετημένο φεμινισμό

Standard

της Ελένης Γιαννακοπούλου

Στη δεκαετία του 1970 ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών και οι περισσότερες εκδοχές του ριζοσπαστικού φεμινιστικού κινήματος, στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ανέπτυξαν στον λόγο και στη δράση τους μια πλήρη αντίθεση στους κρατικούς θεσμούς, θεωρώντας τους μηχανισμούς πατριαρχίας και αποκλεισμού των γυναικών από τη δημόσια ζωή. Με την παρουσία τους διακριτή από το κράτος, αλλά και από τα πολιτικά κόμματα και τα εργατικά συνδικάτα, δεν διεκδίκησαν να επηρεάσουν το κράτος και τις πολιτικές του, αλλά να τροποποιήσουν τις κυρίαρχες κοινωνικά απόψεις για το φύλο και το ρόλο των γυναικών. Στις επόμενες δεκαετίες του ’80 και του ’90 η διεκδίκηση των φεμινιστικών αιτημάτων, ιδίως στην Ευρώπη, μεταφέρθηκε στους κρατικούς, πολιτικούς και εργατικούς θεσμούς, διεκδικώντας τη συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων και θεωρώντας ότι ένα είδος θεσμοθετημένου φεμινισμού μπορεί να είναι αποτελεσματικό. Στην Ελλάδα η πορεία αυτή εμφάνισε μια χρονική υστέρηση λόγω της δικτατορίας, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, είχε μια ανάλογη εξέλιξη.

Φωτογραφία του Ουίλιαμ Κλάιν

Φωτογραφία του Ουίλιαμ Κλάιν

Η στροφή αυτή, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, είχε για πολλά αιτήματα θετικά αποτελέσματα. Ιδρύθηκαν γραφεία ισότητας σε επίπεδο κρατικών και αυτοδιοικητικών οργανισμών με ποικίλες σε έκταση και περιεχόμενο δραστηριότητες, τμήματα ισότητας σε κόμματα και συνδικάτα, κρατικά χρηματοδοτούμενα κέντρα μελετών και πανεπιστημιακά τμήματα γυναικείων σπουδών. Όλοι αυτοί οι θεσμοί ισότητας επηρέασαν θετικά τις κρατικές πολιτικές και μια γενικότερη αξιολόγηση της ευρωπαϊκής, αλλά και της ελληνικής εμπειρίας, καταλήγει σε θετική αποτίμηση των εξελίξεων αυτών. Σήμερα, πολλά από τα θεσμικά και αρκετά από τα κοινωνικά εμπόδια, τα οποία περιόριζαν τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική δραστηριότητα έχουν αρθεί, με χαρακτηριστικά ελληνικά επιτεύγματα τη ριζική τροποποίηση του οικογενειακού δικαίου (1983) και τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων (1986).

Έκτοτε, όμως, οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και την πολιτική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, διαμόρφωσε ένα νέο πλαίσιο το οποίο θέτει εντελώς διαφορετικά ερωτήματα, τόσο για τη πολιτική προώθηση της ισότητας των γυναικών όσο και για τους φορείς της. Με δεδομένο ότι  το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης δεν είναι απλώς οικονομικό, ούτε αφορά αποκλειστικά την κυριαρχία των αγορών, αλλά είναι μια πολυδιάστατη διαδικασία η οποία μεταλλάσσει κράτη, κοινωνίες και ατομικές ταυτότητες, διατυπώνονται στη συνέχεια μερικά ερωτήματα, τα οποία μαζί με πολλά άλλα αναμένουν τις απαντήσεις τους. Πρώτιστο ενδιαφέρον από την οπτική της διεκδίκησης της ισότητας των φύλων αποτελεί η απάντηση στο ερώτημα: Είναι δυνατή μια παρέμβαση του γυναικείου κινήματος στους μετασχηματισμούς που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση; Και μέρος της απάντησης του ερωτήματος αυτού, που εδώ ενδιαφέρει ειδικότερα, αποτελεί η απάντηση σε ένα άλλο, απολύτως συναφές, ερώτημα: Μπορούμε να προσεγγίσουμε και να αναλύσουμε τις μεταλλαγές του κράτους υπό τους όρους της παγκοσμιοποίησης και σε συνθήκες πολιτικής κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού από την οπτική του φύλου;

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Τα εθνικά κράτη διεθνοποιούνται και αποεθνικοποιούνται, αλλάζουν μορφή και λειτουργίες και σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, επίπεδα τα οποία σήμερα διαπλέκονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι στο παρελθόν. Αυτές οι αλλαγές στις μορφές και στις λειτουργίες των κρατών μπορεί να θεωρηθούν και ως μια πρόκληση στα γυναικεία κινήματα, στις γυναικείες πολιτικές και στον θεσμοποιημένο φεμινισμό (αν έτσι μπορεί να ονομαστεί η πολιτική και οι δραστηριότητες των γραφείων και των επιτροπών ισότητας κρατικών και αυτοδιοικητικών οργανισμών, κομμάτων και συνδικάτων). Με την έννοια ότι οι αλλαγές αυτές μπορεί να αποτελέσουν ευκαιρίες για κατακτήσεις ή αιτίες οπισθοχώρησης στις πολιτικές ισότητας, έως και αποκατάστασης ή επαναφοράς παρωχημένων πατριαρχικών δομών. Αντίστοιχα, τα γυναικεία κινήματα μέσα από τις αλλαγές αυτές μπορεί θα ενισχυθούν ή να αποδυναμωθούν, αφού χωρίς αμφιβολία οι κοινωνικοί αγώνες και οι πολιτικοί συμβιβασμοί για τις σχέσεις και τα όρια κρατών και αγορών, παραγωγής και αναπαραγωγής, δημοσίου και ιδιωτικού ενέχουν έμφυλη διάσταση.

Ποια μπορεί να είναι η έκβαση της στενής διαπλοκής αγοράς και κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης της αγοράς και της διεθνοποίησης του κράτους; Θα διευρυνθεί η συμμετοχή των γυναικών στους θεσμούς και τα κέντρα λήψης αποφάσεων και, ακόμα παραπέρα, θα είναι πλέον σε θέση τα θεσμοθετημένα γραφεία και οι επιτροπές ισότητας να διαμεσολαβούν τα αιτήματα των αυτόνομων γυναικείων κινημάτων ή των παλιών και νέων γυναικείων συλλογικοτήτων, επηρεάζοντας τις κρατικές πολιτικές; Η διεθνοποίηση, δηλαδή η μεταφορά αρμοδιοτήτων των εθνικών κρατών σε υπερεθνικούς οργανισμούς και διεθνείς ενώσεις –Ε.Ε., ΟΗΕ– έχει ως αποτέλεσμα και τον πολλαπλασιασμό ή την υβριδική μορφή εθνικών νόμων, κανονισμών, αποφάσεων διεθνών δικαστηρίων, διακρατικών συμφωνιών  κ.λπ., θέτοντας διαρκώς το ζήτημα  της μεταφοράς τους σε ένα κράτος υπό διαρκή μετασχηματισμό, με δεδομένο ότι οι περισσότερες από τις αποφάσεις αυτές απαιτούν εθνική επικύρωση. Οι πολιτικές για την ισότητα των φύλων παγιδεύονται πολλές φορές ανάμεσα σε αυτά τα επίπεδα, γιατί ακριβώς δεν υπάρχει ένα σαφές δίκτυο επικοινωνίας και πολιτικής συνεργασίας τοπικών, εθνικών και διεθνικών γραφείων και επιτροπών ισότητας, το οποίο να προωθεί και να διευκολύνει τη διαμόρφωση και την εφαρμογή των διεθνικών αποφάσεων, χωρίς να αλλοιώνει τον τοπικό ή εθνικό χαρακτήρα των γυναικείων προβλημάτων. Με ποιους τρόπους τα τοπικά και εθνικά θεσμοθετημένα γραφεία ισότητας, και αντίστοιχα τα εθνικά γυναικεία κινήματα, θα συναρθρωθούν με τα διεθνικά ή υπερεθνικά όργανα προώθησης της ισότητας και τα αντίστοιχα κινήματα; Με το παράλληλο βέβαια ερώτημα ποιες γυναίκες εκπροσωπούνται και από ποιους θεσμούς από την άποψη της εθνικότητας και της κοινωνικής τάξης σε αυτή τη διεθνοποιημένη πραγματικότητα.

Δομικές αλλαγές στο εσωτερικό του κράτους

Στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών εξελίσσονται δομικές αλλαγές δύο τύπων. Ο ένας τύπος περιλαμβάνει τις διάφορες μορφές αποκέντρωσης και μεταφοράς κρατικών αρμοδιοτήτων και κεντρικών μορφών λήψης αποφάσεων σε τοπικά ή περιφερειακά όργανα, στην περίπτωση της Ελλάδας η διοικητική αναδιάρθρωση «Καποδίστριας» και τώρα το σχέδιο «Καλλικράτης», φαινόμενο το οποίο αποτυπώνει τις νέες μορφές κοινωνικών ισορροπιών και πολιτικών σχέσεων στους κρατικούς θεσμούς, ενώ ένας δεύτερος τύπος αλλαγών περιλαμβάνει κάθε μορφή μεταφοράς αρμοδιοτήτων λήψης αποφάσεων από εκλεγμένα όργανα σε εκτελεστικές επιτροπές, διορισμένες ομάδες ειδικών εμπειρογνωμόνων και νομικά σώματα, φαινόμενο χαρακτηριστικό της αποδυνάμωσης του κράτους κατά τις απαιτήσεις της αγοράς.

Δημιουργούν οι διάφορες μορφές αποκέντρωσης νέες πολιτικές ευκαιρίες οργάνωσης, συμμετοχής και δράσης των γυναικών, με δεδομένη την όποια μέχρι σήμερα αποτίμηση της ποσόστωσης μεταξύ ανδρών και γυναικών στις δημοτικές και βουλευτικές εκλογές; Κυρίως όμως, διευκολύνει ή δυσχεραίνει η αποκέντρωση την ανάδειξη νέων ζητημάτων και ευκαιριών των γυναικείων κινημάτων και οργανώσεων ή εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει τον όποιο θετικό ρόλο των γραφείων και των επιτροπών ισότητας, χωρίς να μεταφέρει σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο τις σημερινές δυνατότητες παρέμβασής τους;  Αντίστοιχα, η αντικατάσταση εκλεγμένων οργάνων από διοικητικές, νομικές και εκτελεστικές επιτροπές. επηρεάζει θετικά ή αρνητικά τα φεμινιστικά κινήματα και τα γυναικεία αιτήματα;

 Τα ερωτήματα αυτά, μεταξύ άλλων και μάλλον πολλών, αποτελούν κομβικά σημεία μιας αιτούμενης φεμινιστικής ανάλυσης των κρατικών μετασχηματισμών και μιας προσέγγισης αυτού που ονομάζουμε «θεσμικό φεμινισμό».

Ανοιχτά ερωτήματα

Όλα τα προηγούμενα συμβαίνουν στο πλαίσιο των μεταβαλλόμενων σχέσεων κράτους και κοινωνίας, μετάλλαξης του πολιτικού λόγου και μετασχηματισμού των ατομικών ταυτοτήτων. Οι κοινωνικές σχέσεις μεταλλάσσονται κατά τις απαιτήσεις μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Μια νέα οργάνωση της εργασίας και μια νέα διαίρεση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι σχέσεις αγοράς και κράτους, άρα αγοράς και πολιτικής, μετασχηματίζονται μέσα από την απορύθμιση και την ιδιωτικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και οι διαδικασίες αυτές έχουν τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις, με εμφανέστερη τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και τη μεταφορά ευθυνών και παροχών του στις οικογένειες και στα άτομα.

Με δεδομένα ότι η ανεργία πλήττει ιδίως τις γυναίκες, διευρύνεται η ανισότητα στην αγορά εργασίας, ενώ μεταβάλλεται η σχέση αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας, μπορούν τα φεμινιστικά κινήματα να θέσουν το ζήτημα του φύλου στις πολιτικές των μετασχηματισμών αυτών στην αγορά εργασίας και στο κράτος πρόνοιας; Πώς θα αναιρέσουν την άποψη που θεωρεί παραγωγική μόνο την αμειβόμενη εργασία,  όποτε όπως συμβαίνει μέχρι τώρα  η οικιακή εργασία δεν αντιμετωπίζεται ως παραγωγική εργασία και βέβαια δεν προσμετράται στο ΑΕΠ;

Οι γυναίκες, τοποθετημένες στο περιθώριο, εξακολουθούν να αποτελούν μαζί με άλλες κοινωνικές ομάδες ένα ευέλικτο, δεύτερης κατηγορίας εργατικό δυναμικό. Στο τοπίο αυτό, ο πολιτικός λόγος του νεοφιλελευθερισμού εξατομικεύει τα ζητήματα περιορίζοντας τις κρατικές ευθύνες και δυνατότητες παρέμβασης, εγκαλώντας τους πολίτες ως καταναλωτές. Αυτός ο κυρίως διαχειριστικός λόγος εμφορείται από την ιδεολογία της αγοράς και της αποτελεσματικότητας, σε αντίθεση με τον πολιτικό λόγο της οικονομικής αναδιανομής και της κοινωνικής ισότητας. Παράλληλα, ο λόγος αυτός, ως λόγος τεχνοκρατικός, «επιστημονικοποιεί» τα κοινωνικά προβλήματα αποστερώντας τα από το κοινωνικό τους πλαίσιο. Ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτού του ηγεμονικού οικονομικού, διαχειριστικού και εν τέλει πατριαρχικού λόγου στον πολιτικό λόγο από την άποψη του φύλου και βέβαια πώς μπορεί σε αυτό τον λόγο να ενταχθεί ένας λόγος για την ισότητα των φύλων, όσο οι γυναίκες βρίσκονται στο περιθώριο; Προφανώς, χωρίς να εξαντλείται στη θηλυκοποίηση των γραμματικών όρων;  Πολλά ερωτήματα προκύπτουν για την αντιμετώπιση αυτού του λόγου από την οπτική του φεμινιστικού κινήματος, ενός λόγου ο οποίος δημιουργεί και νέες πολιτικές ταυτότητες.

***

Από το φεμινιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’70 στον θεσμοθετημένο φεμινισμό της δεκαετίας του ’90 και στην πολιτική και κοινωνική ρευστότητα του σήμερα ένα πλήθος ερωτημάτων για τα τις πολιτικές της ισότητας του φύλου αναζητούν απαντήσεις. Το παρόν κείμενο στο οποίο, απολύτως ενδεικτικά, διατυπώθηκαν  μερικά από τα ερωτήματα αυτά  φιλοδοξεί να ανοίξει μια συζήτηση για το παρόν και το μέλλον του κινηματικού και του θεσμοθετημένου φεμινισμού.

Η Ελένη Γιαννακοπούλου διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s