Μνήμη Ηλία Αργυράκη (1929-2011)

Standard

του Χ. Γεωργούλα

 

 Με τον Ηλία  συναντηθήκαμε –τύχη αγαθή– τους πρώτους μήνες της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ήμασταν μια παρέα νέοι, σχεδόν παιδιά ακόμα –τουλάχιστον πολιτικά–, πικραμένα και μάλλον αμήχανα από την επικράτηση της χούντας και την αδυναμία της Αριστεράς να την αποτρέψει. Ο Ηλίας μάς μάζεψε σιγά σιγά γύρω του και χωρίς διδακτισμό μας βοήθησε να καταλάβουμε πως ούτε η δικτατορία ούτε η πτώση της θα μπορούσε να ήταν το «τέλος του κόσμου».

Ήταν τότε ένας ώριμος άντρας σαράντα περίπου ετών, Μακρονησιώτης, Αγιοστρατίτης, από μικρό παιδί στην Αντίσταση, στην περιοχή της Καλαμάτας, της γενέτειράς του, με πρόσβαρη ιστορία (έναν πατέρα εκτελεσμένο απ’ τους Γερμανούς κι έναν αδερφό εκτελεσμένο από Έλληνες), που δεν καταδέχτηκε όμως ποτέ να τη χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει μια θέση πιο πάνω από εμάς σε μια εξουσιαστική-καθοδηγητική ιεραρχία.

Ιστορώντας μας με τον πιο απλό τρόπο, δίχως στόμφο, υπερβολές ή υπεροψία, τα πάθη της δικής του γενιάς, της γενιάς της εθνικής και δημοκρατικής αντίστασης, μας έκανε να αντιληφθούμε ότι κι από τις πιο μεγάλες ήττες μπορεί να ξεπηδήσει η ελπίδα για ένα φωτεινό αύριο. Ότι κι από το πιο χαμηλό σημείο που βρίσκεσαι, με την πλάτη στο χώμα, μπορεί να δεις τις κορυφές της ανάτασης που ελπίζεις.

 Η απλή αλλά ζώσα μεταβίβαση της εμπειρίας τού απλού αγωνιστή της Αριστεράς, με την εξιστόρηση αλλά και με παραδείγματα ζωής, μας επέτρεπε να ανακαλύψουμε και να επιβεβαιώσουμε ότι τίποτα δεν είναι οριστικό εφόσον αγωνίζεσαι. Οι αφηγήσεις του από τη Μακρόνησο, τον Αϊ-Στράτη, τις άοκνες προσπάθειες να ξαναστηθούν στα πόδια τους οι σκληρά χτυπημένες απ’ τον Εμφύλιο και το μετεμφυλιακό καθεστώς δυνάμεις της Αριστεράς οικοδομούσαν μέσα μας την πεποίθηση ότι η αντίσταση σ’ αυτό που φαίνεται να είναι παντοτινό ή αήττητο είναι η μόνη νοητή στάση για όποιον επιθυμεί να ζήσει, κι όχι να επιβιώσει. Κι έκαναν τη χούντα να μοιάζει αυτό που ήταν: ένα επεισόδιο σε μια ιστορία που γράφουν οι άγνωστοι.

Κι όλα αυτά, χωρίς να καλλιεργήσει ποτέ στις ευεπίφορες σε κάθε απολυτότητα ή ευκολία νεανικές καρδιές μας την τυφλή πίστη σ’ ένα αλάθητο κόμμα ή, ακόμα χειρότερα, σε μια αλάθητη ηγεσία.

   Μιλώντας μας σε πρώτο πρόσωπο και από πρώτο χέρι για τα εσωτερικά πάθη της ελληνικής Αριστεράς, για τις συγκρούσεις και τους διχασμούς στους τόπους εξορίας, για τις αυτοαναπαραγόμενες ηγετικές ομάδες, αλλά και για την αμφισβήτηση της αυθεντίας τους, ποτέ δεν διακινδύνευσε να ενσπείρει την απογοήτευση και την αίσθηση ότι για όλα φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι.

Σαν ίσος προς ίσους απέναντι σε «πρωτοετείς» της Αριστεράς, μας έδειχνε πόσο άχρηστες, πόσο επιζήμιες και καθόλου αθώες είναι οι αντιλήψεις που εμφανίζονται ως επαναστατικές, ενώ είναι βαθύτατα συντηρητικές. Μιλώντας για τη δική του θητεία στο δογματισμό, μας έδινε τα προς αποφυγήν παραδείγματα. Κρίνοντας τον ίδιο τον εαυτό του, μας απέτρεπε από την επανάληψη, τη διαιώνιση της ανισότητας στις σχέσεις ανάμεσα σε συντρόφους.

    Γι’ αυτό και όταν ήρθε η διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, παρά τις επιφυλάξεις και την απαίτησή του να δει δείγματα γραφής, όχι μόνο λόγια, βαδίσαμε μαζί το σκολιό δρόμο προς την αναζήτηση της κομμουνιστικής ανανέωσης και μιας νέας ενότητας της Αριστεράς, με τρόπο κριτικό και αυτοκριτικό, όχι σαν να μην υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία ή σαν να αντικαθιστούσαμε την παλιά πίστη σε ένα δόγμα με μια νέα.

 Οι διηγήσεις του για τις πρώιμες –από τη δεκαετία του 1950– απόπειρες ανανέωσης και αναγέννησης του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος στην Ελλάδα, τα εμπόδια και οι οπισθοδρομήσεις που συνάντησαν, μας έμαθαν να αντιμετωπίζουμε κριτικά τις όποιες διακηρύξεις και να αγωνιζόμαστε για την υπεράσπιση των ιδεών μας ακόμη κι απέναντι σε συντρόφους μας, αν χρειαστεί.

Η συνείδηση που οικοδομήσαμε δίπλα του, δεν είχε κυρίαρχο στοιχείο μόνο το χρέος απέναντι στους εργαζόμενους, τις λαϊκές τάξεις και την Αριστερά. Ήταν ένα δημιουργικό μείγμα συναίσθησης των δυσκολιών, αλλά και της ελαφρότητας του είναι, προσδοκίας και ανεμελιάς, αξιοπρέπειας και αυτοσαρκασμού, εμπιστοσύνης στις ιδέες μας, αλλά και αυτοκριτικής διάθεσης.  Μας προέτρεπε να ζούμε με όλες μας τις αισθήσεις την ένταξή μας στην Αριστερά σαν ένταξη στην ίδια τη ζωή, σε όλες τις εκδοχές της.

   Κι όταν στον ορίζοντα άρχισε να διαγράφεται η τελευτή του βίου του, μετά την επίσκεψη της ασθένειας, μας άφησε να δούμε πώς γίνεται να αντιμετωπίζεις το αναπόφευκτο με αξιοπρέπεια, γενναιότητα, αλλά χωρίς υπεροψία. Και χωρίς να εγκαταλείπεις τη γενεσιουργό δίψα για ζωή.

   Αποδειχτήκαμε, τελικά, πολύ τυχεροί όσοι τον γνωρίσαμε και έχουμε πολλούς λόγους να θυμόμαστε πάντα αυτή τη συνάντηση.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s