Η δίκη του Άιχμαν συνεχίζεται

Standard

Η «κοινοτοπία του κακού» και ο ναζισμός

της Άγκνες Χέλερ

Καθώς η 28η Οκτωβρίου αποκτά στις μέρες μας, αναπόφευκτα,  νέο αντιφασιστικό περιεχόμενο, αντί επετειακού άρθρου (καθώς μάλιστα η Αυγή προσφέρει σήμερα στους αναγνώστες το τρίτο κεφάλαιο της Επαγγελίας της αδύνατης επανάστασης του Α. Ελεφάντη, ενώ οι  «Αναγνώσεις» είναι ολόκληρες αφιερωμένες στην 28η Οκτωβρίου και τον φασισμό) δημοσιεύουμε ένα κείμενο της γνωστής ουγγαρέζας φιλοσόφου Άγκνες Χέλερ, που αναφέρεται στο μεγάλο θέμα  της «κοινοτοπίας του κακού» και του ναζισμού — συνεχίζοντας την προβληματική της Χάννα Άρεντ, διαφωνώντας μαζί της Το κείμενο (από το οποίο δημοσιεύουμε αποσπάσματα)   είναι η ανακοίνωση της Χέλερ στη συνδιάσκεψη  Άιχμαν που οργάνωσε το Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου  Έτβες Λόραντ της Βουδαπέστης μαζί με το ίδρυμα Mensch στις  15.4.2011· δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Μας το υπέδειξε ο Θανάσης Βακαλιός, ο οποίος και το μετέφρασε από τα ουγγρικά.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Λούκας βαν Λέιντεν, «Τρίπτυχο της Δευτέρας Παρουσίας» (λεπτομέρεια), 1527

Λούκας βαν Λέιντεν, «Τρίπτυχο της Δευτέρας Παρουσίας» (λεπτομέρεια), 1527

Στα νιάτα μου είχα δημοσιεύσει ένα δοκίμιο με  τίτλο «Η δίκη της Νυρεμβέργης συνεχίζεται». Σήμερα, κι ενώ έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια, νομίζω ότι και η δίκη του Άιχμαν συνεχίζεται. Από τα πάμπολλα υβριστικά αντισημιτικά sms τα οποία λαμβάνω διαρκώς στο κινητό μου, ένα μου τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή: «Αν ο Χόρτυ σας γνώριζε, είναι βέβαιο ότι δεν θα σταματούσε τα τρένα! Και θα είχε δίκιο!». Προφανώς, ο αποστολέας του sms  δεν αρνείται το Ολοκαύτωμα. Η άποψή του μοιάζει με τη ρήση του Άιχμαν, που δημοσίευσε πρόσφατα το περιοδικό Der Spiegel. Σε μια συνέντευξή του στο Μπουένος Άιρες, ο Άιχμαν εξέφραζε τη λύπη του  που δεν τέλειωσε τη δουλειά του. Σήμερα, κι ενώ έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια, υπάρχουν  πολλοί που συμμερίζονται τη λύπη του Άιχμαν.

Το κακό και η Χάννα Άρεντ 

Αφετηρία για την αποτίμηση του φαινόμενου Άιχμαν από έναν φιλόσοφο  εξακολουθεί να είναι το βιβλίο της Χάννα Άρεντ Ο Άιχμαν στη Ιερουσαλήμ [μετ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες 2009], και η σφοδρή αντιπαράθεση που ακολούθησε, συμπεριλαμβανομένων και των απαντήσεων  της Άρεντ στα ερωτήματα του Samuel Grafton, καθώς και  η συνομιλίας της με τον Thilo Koch. Από την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου, δεν είχα καμιά αμφιβολία  ότι η Χάννα Άρεντ είχε παρερμηνεύσει την προσωπικότητα του Άιχμαν. Οι επικριτές της αναζήτησαν την πηγή αυτής της παρερμηνείας σε πολιτικούς λόγους. Χωρίς να  τους αρνούμαι, προτιμώ να αναζητήσω τους φιλοσοφικούς λόγους, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο σκεπτικό της Άρεντ. Το ζήτημα του κακού είναι ένα από τα βασικά φιλοσοφικά και θρησκειολογικά προβλήματα — ίσως και θεολογικό. Γενικά, υπάρχει κακό; Αν ναι, ποια είναι η σχέση ανάμεσα  στο κακό και τον κακοποιό; Μπορεί να γίνει λόγος για ριζικό ή απόλυτο κακό; Είναι αναγνωρίσιμο, και αν ναι, από τι; Είναι το κακό δαιμονικό; Τι σημαίνει η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής; Πότε έχουμε δικαίωμα επιλογής και πότε όχι; Αργότερα, η Άρεντ προσπάθησε να εξηγήσει γιατί είχε μιλήσει  για την κοινοτοπία του κακού. Αν κάτι είναι κοινότοπο, γράφει, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ασήμαντο. Χρησιμοποιώντας τη λέξη κοινότοπο, θέλησε να πει ότι το κακό δεν είναι δαιμονικό, ότι δεν υπάρχει σ’ αυτό μεγαλοσύνη, ότι μόνο στην πράξη του καλού μπορεί να υπάρξει μεγαλοσύνη. 

Το σκεπτικό της Άρεντ προσιδιάζει σε μια φιλοσοφική παράδοση που έχει την καταγωγή της στον Πλωτίνο και πολλούς χριστιανούς φιλοσόφους που τον ακολούθησαν. Κατά την άποψή τους, το κακό δεν υπάρχει. Μιλούν μόνο για την έλλειψη του καλού, μιας και ο Θεός δεν μπορούσε να δημιουργήσει το κακό. Αν και  η πένα της Άρεντ δεν ήταν θεόπνευστη, ας μη μας διαφεύγει η θανατηφόρα ειρωνεία της Γκόλντα Μέιρ, στην οποία αναφέρεται η Άρεντ: Δεν πιστεύω στον Θεό, αλλά –οποία βλασφημία– στον λαό των Εβραίων. Στο ερώτημα που θέτει η Άρεντ, όπως και άλλοι, ο Λάιμπνιτς έχει απαντήσει: Ναι, υπάρχει το κακό στον κόσμο, παρότι ο Θεός έχει δημιουργήσει τον καλύτερο δυνατό κόσμο. Διότι εκεί που δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό, δεν υπάρχει ελευθερία.  Και ένας κόσμος χωρίς ελευθερία  θα μπορούσε να είναι ακόμα χειρότερος από το δικό μας.

Ο «ιδεαλισμός» του Άιχμαν

Φράνσις Μπέικον, Από το τρίπτυχο της «Σταύρωσης»

Φράνσις Μπέικον, Από το τρίπτυχο της «Σταύρωσης»

Στην πολυσυζητημένη συνέντευξη του Μπουένος Άιρες ο Άιχμαν ονόμασε τον εαυτό του «ιδεαλιστή». Δεν ήταν ο υποταγμένος γραφειοκράτης που έβλεπε  η Άρεντ, ο οποίος δέχεται να κάνει τα πάντα χάριν της καριέρας του, αλλά  ένας φανατικός που θεωρεί ως μόνη δίκαιη υπόθεση τη δική του.

Γιατί η Άρεντ είχε αντιμετωπίσει τον Άιχμαν ως γραφειοκράτη;  Αυτό που της ξέφυγε ήταν ακριβώς ο «ιδεαλισμός» του Άιχμαν. Ένας τέτοιος ιδεαλισμός είναι λειτουργικός, αποτελεί ισχυρό κίνητρο, όσο το ιδεώδες ζει μέσα σου και σε κατακυριεύει. Στον περίγυρο όπου κινούνταν ο Άιχμαν στο Μπουένος Άιρες όλοι ζούσαν μέσα στον φαύλο κύκλο των ιδεωδών του Φύρερ. Γι’ αυτούς ήταν καλό ό,τι θεωρούσε καλό ο Φύρερ.  Όμως στην Ιερουσαλήμ, όπου έγινε η δίκη του Άιχμαν, δεν υπήρχε τέτοιο περιβάλλον. Ο Άιχμαν είχε χάσει την επιδοκιμασία του περιγύρου, που ενέκρινε όλα όσα έκανε. Γι’ αυτό  και μπορούσε να δημιουργήσει, σε όποιον τον έβλεπε, την εντύπωση  ενός  γραφειοκράτη.

Ο Άιχμαν τον οποίο  μπορούσε να δει κανείς στο εδώλιο του κατηγορούμενου δεν ήταν ο ίδιος Άιχμαν που εξευτέλισε τα μέλη του Εβραϊκού Συμβουλίου στη Βουδαπέστη και στη συνέχεια διεύθυνε την  έφοδο για τη συγκέντρωση και μεταφορά των Ούγγρων εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Άρεντ φιλοτέχνησε το πορτρέτο του Άιχμαν που καθόταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Αυτό, εν μέρει, ήταν το αποτέλεσμα και το κίνητρο για τη λαθεμένη –κατά την άποψή μου– φιλοσοφική της σύλληψή της για το κακό.

Διάνοια και κακό

Ο Άιχμαν της Άρεντ πράττει το κακό, όχι χάρη στη διάνοιά του, αλλά λόγω της έλλειψης διάνοιας. Είναι δυνατό, βέβαια, να συνδέσει κανείς τη μαζική ιδεολογική επίδραση των ολοκληρωτικών κοινωνιών με την έλλειψη σκέψης. Όσοι δεν σκέφτονται για τίποτα, αποδέχονται άκριτα τις προσφερόμενες ιδεολογίες ως αλήθειες. Όμως, η ιδεολογία με βάση ή με τη βοήθεια της οποίας άνθρωποι προχωρούν σε γενοκτονίες, απαιτεί σκέψη, μάλιστα θα έλεγα ότι απαιτεί ορθολογική σκέψη. Δεν υπάρχει μίσος, μαζική υστερία που να ζητά τόσο πολλά θύματα όσα ο διεστραμμένος νους. Ο σφαγιασμός εκατομμυρίων ανθρώπων είναι δυνατός μόνο πάνω σε ορθολογική βάση. Αν πιστεύαμε ότι οι πρωτεργάτες του Ολοκαυρώματος το Ολοκαύτωμα έκαναν ό,τι έκαναν υποτασσόμενοι σε μια σκηνοθεσία ή από μίσος, όχι μόνο κάνουμε λάθος, αλλά χάνουμε και  την ικανότητά μας να βλέπουμε μπροστά. Ο διάβολος σήμερα δεν έχει ουρά, όμως εξακολουθεί να είναι διάβολος. Θα πρόσθετα, παρενθετικά, ότι συχνά η α-νοησία  είναι πηγή του καλού. Αυτό το γνώριζε καλά ο Χίμλερ όταν σε μια ομιλία του στα SS τους είπε να μην ακούν την εσωτερική τους φωνή της λύπης και της συμπόνοιας, διότι πρέπει να σκοτώνουν.

Η  Άρεντ, αναφερόμενη στη δίκη του Άιχμαν, είπε ότι στην καρδιά της Ευρώπης επήλθε η ολοκληρωτική ηθική κατάρρευση. Πώς μπορεί να γλιτώσει ο κόσμος από μια νέα ηθική κατάρρευση, χωρίς να πέσει σε έναν νέο φονταμενταλισμό; Πώς μπορεί να αποφύγει έναν νέο φονταμενταλισμό; Όχι με την απαγόρευσή του, αλλά με την οικοδόμηση θεσμών που προσιδιάζουν στο σύγχρονο κόσμο. Μιλώ εδώ βέβαια για θεσμούς που εγγυώνται την ελευθερία της έκφρασης, της σκέψης, του τύπου, δημιουργώντας το σύγχρονο πεδίο μιας αφηρημένης, όμως υπαρκτής αντι-εξουσίας, καθιστώντας αδύνατη την απρόσκοπτη  διάδοση της μονολιθικής ιδεολογίας.

Στο ορατό μέλλον, η δίκη  του Άιχμαν θα συνεχίζεται διαρκώς. Σε έναν ηθικά και αξιακά αθεμελίωτο κόσμο, θα επανεμφανίζονται διαρκώς φονταμενταλιστικές ιδεολογίες και θα βρίσκονται  πάντα επιχειρήματα για την επιβεβαίωση των αληθειών τους. Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται όπως είχε συμβεί, όμως –για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα της θεολογίας– η πηγή  της δύναμης του κακού είναι ίδια με εκείνη του καλού. Αυτό καμιά πρόοδος δεν πρόκειται να το αλλάξει. Δεν μπορούμε να εξοβελίσουμε από τον κόσμο μας τους Άιχμαν –που είναι πολλοί–, μπορούμε όμως να τους απομονώσουμε.

μετάφραση από  τα ουγγρικά Θανάσης Βακαλιός

3 σκέψεις σχετικά με το “Η δίκη του Άιχμαν συνεχίζεται

  1. Ακριβώς λοιπόν για αυτό ο ΄Αιχμαν είναι εκείνος που όταν βρεθεί σε ένα πλαίσιο όπου θεωρείται αληθές και δίκαιο η εξόντωση του άλλου να πράττει με απόλυτη αφοσίωση στον τακτισμό, τον ιδεοψυχαναγκασμό της διαδικασίας, το κακό. αυτό είναι ένας γραφειοκράτης. ένας «Κανένας» που γίνεται κάποιος, καθώς αναγνωρίζεται εντασσόμενος σε μια οργανωμένη τακτική και την ακολουθήσει. ο ανάποδος ορθολογισμός του και ο ιδεοτακτισμός του είναι προϊόν της ένταξής του σε ένα πλαίσιο εντός του οποίου αναγνωρίζεται, έχει ταυτότητα. κατά συνέπεια η προσέγγιση της ΄Αρεντ είναι σημαίνουσα. δεν λέει ότι ο ΄Αιχμαν ήταν απλώς γραφειοκράτης, υπαινίσσεται πως η γραφειοκρατία, κάθε μηχανισμός, ως τέτοιος, στον ολοκληρωτισμό δίνει ταυτότητα – αναγνώριση σε εκείνον που διαπράττει ή/και επιλέγει συνειδητά το κακό. ο κανένας που γίνεται κάτι είναι ο ΄Αιχμαν. αλλά κάτι εντός μιας αγέλης με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του από αυτήν. και την αναγνώρισή της από αυτόν. για το λόγο αυτό οι συμμορίες και οι ναζιστές δεν δρουν κατά μόνας. παρά κατά την φαντασίωση ότι αποτελούν μέλη μιας αγέλης ανθρώπων που τους αναγνωρίζουν και τους κοιτάζουν. αυτό δεν είναι η ιδεολογία του ΄Αιχμαν. είναι η φαντασίωση του ΄Αιχμαν που αντικατέστησε κάθε ιδέα με την εικόνα και κάθε ορθολογικότητα με τον τακτισμό. η Χέλερ τελικά δικαιώνει την προσέγγιση της ΄Αρεντ. και τη δικαιώνει ακριβώς μέσα στην παρατήρησή της: «Στον περίγυρο όπου κινούνταν ο Άιχμαν στο Μπουένος Άιρες όλοι ζούσαν μέσα στον φαύλο κύκλο των ιδεωδών του Φύρερ. Γι’ αυτούς ήταν καλό ό,τι θεωρούσε καλό ο Φύρερ. Όμως στην Ιερουσαλήμ, όπου έγινε η δίκη του Άιχμαν, δεν υπήρχε τέτοιο περιβάλλον. Ο Άιχμαν είχε χάσει την επιδοκιμασία του περιγύρου, που ενέκρινε όλα όσα έκανε. Γι’ αυτό και μπορούσε να δημιουργήσει, σε όποιον τον έβλεπε, την εντύπωση ενός γραφειοκράτη.»

  2. «Οι ιστορικοί γνωρίζουν σε ποιο βαθμό η κριτική στον κόσμο των αστών τόσο από τους συντηρητικούς όσο και από τους επαναστάτες συμπίπτει» γράφει η Χάνα ΄Αρεντ στο κείμενό της για την Ισαάκ (= αυτός που γελά/ψευδώνυμο) Ντίνεσεν, δηλαδή για την Κάρεν Μπλίξεν το γένος Ντίνεσεν, την αφηγήτρια (και του γνωστού Πέρα από την Αφρική). Μια διαφορά ίσως στάσης απέναντι στον κόσμο που μας περιβάλλει, μια διαφορά που μας οδηγεί στην απόστασή μας από το ριζικό κακό και τον ολοκληρωτισμό που καραδοκεί στις πρακτικές και των μεν και των δε σχετίζεται με το να παίρνει – ή όχι – κανείς στα σοβαρά τον εαυτό του. Πρόκειται για την παγίδευση στην αίσθηση της ταυτότητας (και ακόμα χειρότερα) την εξάρτηση από εκείνον που σου την αποδίδει. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του παθητικού άλλου που οι ναζί έθεταν σε γκέτο ή στο στρατόπεδο. Το ριζικό κακό – καραδοκεί όχι στην κριτική αλλά στον τρόπο που αυτή η κριτική είναι δυνατόν να μας προσδέσει σε μια ταυτότητα που επιμένουμε να την παίρνουμε πολύ στα σοβαρά. Σχετίζεται με την εξάρτηση εκείνου που μην έχοντας τίποτα άλλο αποκτά την ταυτότητα εκείνου που πρέπει να εξοντωθεί και παγιδευμένος σε μια αναγκαία για αυτόν αίσθηση ταυτότητας εξαρτάται από εκείνον που τον εξοντώνει. Αλλά και ο θύτης αναγνωρίζεται από την αγέλη του ως εκείνος που εξοντώνει το παθητικά παραδομένο θύμα του, αφού το έχει καταταλαιπωρήσει πρώτα μέσα από απίστευτες απαγορεύσεις, μετά από εμβλήματα και προπαγανδιστικές επιθέσεις, μετά από καταλογογραφήσεις και μετακινήσεις σε γκέτο, μετά σε απίστευτες καταγραφές και νούμερα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το καθιστά ένα τίποτα που το μόνο που του απομένει είναι η ταυτότητα του θύματος, που είναι αναγκαία ως ταυτότητα να του τροφοδοτήσει ένα νόημα όταν του έχουν αφαιρέσει κάθε νόημα και κάθε λογική. Η απόσταση από το ριζικό κακό είναι από τη μια να φανταστούμε, να στοχαστούμε τη ζωή μας πολλές φορές, να αναστοχαστούμε και να αφηγηθούμε στο νου τη ζωή μας πολλές φορές ώστε να υπάρξει ως ζωή κάνοντας τη σιωπή να μιλήσει, κάτι σαν αυτό που λέμε έκλαμψη, αναλαμπή, πάθος της σκέψης, έμπνευση (όπως μας προτείνει η Χάνα ΄Αρεντ στο κείμενό της για την Κάρεν Μπλίξεν). Μια έμπνευση που διανοίγει την εξάρτησή μας, την παγίδευσή μας από την αίσθηση της ταυτότητας στις άπειρες δυνατότητες της ζωής. Αυτό θα μας οδηγήσει στη βιωμένη ανάληψη της ευθύνης μιας κάθε φορά εκ νέου επιλογής. Κι αυτό διακρίνει τελικά τον Κανένα από το Πρόσωπο. Ναι ο Θεός αγαπά τα αστεία – καθώς μας υπενθυμίζει η Αρεντ μια πεποίθηση της Μπλίξεν, που τη συσχετίζει με το ψευδώνυμο που επιλέγει η συγγραφέας να προτάξει στο πατρικό της, το όνομα Ισαάκ (=αυτός που γελά). «Και τα θεϊκά αστεία, όπως γνωρίζουν τόσο καλά οι αρχαίοι ΄Ελληνες, είναι συνήθως σκληρά» θα συμπληρώσει η ΄Αρεντ. Ναι. Αλλά εκεί με τη σιωπή που θα μιλήσει, με την εξορία και την επιτηδειότητα μπορεί ο Κανένας που τυφλώνει τον Κύκλωπα να γίνει ο Οδυσσέας που διεκδικεί την επιστροφή του στην Ιθάκη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s