Αν αυτό είναι δημοκρατία…

Standard

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

 

Ρόυ Λιχτενστάιν, "Νεκρή φύση με μπαμπού", 1973

Οι λέξεις βεβαίως ονομάζουν τον κόσμο, αλλά οι λέξεις επίσης καλύπτουν τα πράγματα: ένα εκκρεμές που πάει κι έρχεται μπροστά από τη φλόγα ενός κεριού — αυτό είναι οι λέξεις. Είναι ο μηχανισμός κάλυψης-εξοικείωσης με την (απεχθή ή όχι, χυδαία ή όχι, σκληρή ή όχι…) πραγματικότητα. Λοιπόν, ας μην ακούσουμε κι ας μην διαβάσουμε τις λέξεις των φερέφωνων, ας προσπαθήσουμε ν’ αγγίξουμε, καθένας μόνος του, την εικόνα: μόλις είδαν ότι το πράγμα ξεφεύγει, μόλις είδαν ότι τα αφεντικά τους δεν τήρησαν τη συμφωνία, μόλις είδαν ότι οι σκλάβοι καταλαβαίνουν (πριν τη συμφωνημένη ώρα) το παιγνίδι, μόλις είδαν ότι οι σκληροί νόμοι του Monopoly αποκαλυπτόμενοι άκαιρα μπορεί να δείξουν πιο αποκρουστική τη χυδαιότητα του παιχνιδιού τους, έτρεξαν, μέσα στη νύχτα, οι «δημοκρατικά εκλεγμένοι»· τηλέφωνα και συνεννοήσεις, πίτσι-πίτσι πίσω από τις κουίντες, ανακοινώσεις, διαμαρτυρίες και επικλήσεις της εθνικής αξιοπρέπειας, λεονταρισμοί και στύλωμα ποδιών, «ποιοι είναι αυτοί που θα μας υπαγορεύσουν την πολιτική μας;», «ο κυρίαρχος λαός και η εκλεγμένη κυβέρνηση θα αποφασίσουν για την εκμετάλλευση του δημόσιου πλούτου της χώρας» και τα τέτοια — και την άλλη μέρα, ιδού, η αποκάλυψη! Κοντά ποδάρια που έχει καμιά φορά το ψέμα! Δείλαιοι μπροστά στ’ αφεντικά τους και «τζάμπα μάγκες», που θα ’λεγε και ο αλήστου μνήμης, απέναντι σε μας, που μας βλέπουνε σαν τους υπηκόους του βασιλιά Μοντεζούμα. Αυτή είναι η δημοκρατία τους — αν αυτό είναι δημοκρατία…

Δεν ξέρω πόσοι πιστέψανε τον πυρήνα του Κοινωνικού Συμβολαίου, ξέρουμε όμως πια πολύ καλά ότι είναι αφέλεια να δεχτούμε ότι η γενεσιουργός αιτία της εξουσίας ήταν η κοινωνική συναίνεση: ήταν η βία. Ο λόγος γένεσης της θεωρίας αυτής, άλλωστε, δεν ήταν τόσο η πραγματολογική ερμηνεία του ιστορικού φαινομένου της εξουσίας όσο η ηθική και πολιτική νομιμοποίηση του δικαιώματος ανατροπής των απόλυτων, των ελέω θεού μοναρχιών. Αυτός, όμως, ο μύθος του Κοινωνικού Συμβολαίου ύφανε σιγά-σιγά ένα ιδεολογικό κάλυμμα, έναν κώδικα που υποτίθεται πως ορίζει και νοηματοδοτεί τη «δημοκρατική πολιτεία»: κι αυτός ο κώδικας θέτει κάποια όρια στο ψέμα και την υποκρισία, πέρα από τα οποία έρχεται η υπερβολή (να πούμε: ύβρις;) — δηλαδή, η αποσάθρωση! Είναι βεβαίως πάντα πιο εύκολο να αντιληφθείς την υπέρβαση των ορίων, παρά να πεις το πού βρίσκονται αυτά. Λοιπόν, τίποτα απ’ αυτόν τον κώδικα δεν έχει απομείνει, η εξουσία έχει αθετήσει προ πολλού όσα δυνητικά θα τη νομιμοποιούσαν στις συνειδήσεις της κοινωνίας· ασκείται ερήμην και εις βάρος εκείνων που ονομάζει πολίτες, αλλά θεωρεί υπηκόους. Αυτή είναι η δημοκρατία τους — αν αυτό είναι δημοκρατία…

Το τέλος της μικρής μας πόλης

Ο Αισχύλος, πάντως, μας είχε κι αυτός προειδοποιήσει: ο τόπος νοηματοδότησης, ο τόπος πραγμάτωσης του Δικαίου είναι η πόλη. Αλλά και το ανάποδο μας είπε: η πόλη δεν υπάρχει, δεν έχει τόπο, αν αυτός δεν ορίζεται από το Δίκαιο. Η ανθρώπινη κοινωνία, η πόλη είναι οι ίδιοι οι θεσμοί της — κι έτσι έγραψε την Ορέστειά του, κληροδοτώντας μας τους όρους για το μεγάλο στοίχημα της θεσμισμένης ανθρώπινης συμβίωσης: της πολιτικής. Αν αυτό έχει να πει κάτι είναι ότι τα θεμέλια της πόλης δεν είναι αυτά που ρίχνουνε οι εργολάβοι, αλλά αυτά που συντελούν στη διαμόρφωση των συνειδήσεων, συγκροτώντας ό,τι στις εκθέσεις ιδεών ονομάζαμε κοινωνικό ιστό. Αν αυτός διαλυθεί, τότε πόλη δεν υπάρχει: γιατί δεν υπάρχει το Δίκαιο που προϋποτίθεται, που υπόκειται στη θεμελίωσή της. Σύμβαση θα πεις, βεβαίως, αλλά είναι κι αυτό ένα «δούναι και λαβείν», είναι κι αυτό μία μορφή του Κοινωνικού Συμβολαίου, που εξηγεί με τη σειρά του αν όχι την αρχή, οπωσδήποτε όμως το τέλος της μικρής μας πόλης. Τι μένει τώρα από αυτή την «ηθική νομιμοποίηση», ποια είναι τώρα η ηθική προκείμενη του παιχνιδιού και πώς αυτό παίζεται; Ένα τεράστιο πολυπλόκαμο χταπόδι διαπλεκόμενων, δίχως αρχή και δίχως τέλος, πέρα και πάνω από την κοινωνία, τρώει, οργιάζει και ηδονίζεται, ενώ του στρώνουν το τραπέζι, του στρώνουν το κρεβάτι και του κουβαλούνε αυλητρίδες εκείνοι που διαρκώς –μα πώς γίνεται, διάολε!– βρίσκεται να έχει παραγραφεί ό,τι κι αν έχουν κάμει! Αυτή είναι η δημοκρατία τους — αν αυτό είναι δημοκρατία…

 

Έργο του Κ. Μπρανκούζι

Όμως, πώς έγινε και απλώθηκε το όργιο; Τι θα πει ανεπαισθήτως; Πώς έγινε; Έγινε γιατί πριν από τούτη την εικόνα, υπάρχει μία άλλη — πάντα υπάρχει ένα άλλο πριν, λίγο πιο πίσω. Είναι εκείνο το δίπολο που είχε αναδείξει εδώ και χρόνια ο Τέρυ Ήγκλετον: «καθολικότητα/ισότητα» – «διάκριση/διαφορετικότητα». Εκεί που από τον Διαφωτισμό και δώθε οι δημοκρατικές και οι ριζοσπαστικές ιδεολογίες προσπάθησαν να απονομιμοποιήσουν και να καταργήσουν τις κοινωνίες των προνομίων (τα προνόμια αρχικά ενός αριστοκρατικά δομημένου κόσμου και κατόπιν όσα γεννιόνταν από την εδραίωση του καπιταλισμού) στο όνομα της κοινωνικής και της πολιτικής ισότητας, στο όνομα της «καθολικής αξίας του ανθρώπου», κάποτε και της κοινωνικής απελευθέρωσης, τις τελευταίες δεκαετίες ο δυτικός άνθρωπος γαλουχείται να επιδιώκει το απολύτως διαφορετικό για τον εαυτό του, το απολύτως προσωπικό, το απολύτως δικό του, το αναγνωρίσιμα δικό του! Ώστε, αν κάποτε ο φάρος λεγότανε ισότητα, τώρα λέγεται ατομικότητα, διάκριση και διαφορά. Ας θυμηθούμε το λιγότερο, ας θυμηθούμε τη βιομηχανία, τη φάμπρικα δηλαδή, του εξατομικευμένου προϊόντος: Πες μας το χρώμα, πες μας το σχήμα, πες μας τη λεπτομέρεια που εσύ προτιμάς, κι εμείς θα σου φτιάξουμε το απολύτως προσωπικό αντικείμενο: το μοναδικά δικό σου. Και πού, και πότε δεν το ακούσαμε; Ρούχα και αντικείμενα σχεδιασμένα αποκλειστικά για σένα· τραπεζικές δόσεις προσαρμοσμένες αποκλειστικά στις δικές σου ανάγκες· ταξίδια, διακοπές και ό,τι άλλο θες, προσαρμοσμένα αποκλειστικά στις δικές σου ανάγκες και δυνατότητες — εσύ, εσύ με όνομα κι επώνυμο, εσύ είσαι ο θεός που μας διατάζει: εμείς είμαστε εδώ μόνο για σένα… Θυμάστε τη διαφήμιση που λέει «Εμείς έχουμε μόνο έναν πελάτη! Εσένα!»; Κι έτσι μορφώνεται η ψυχή (η συνείδηση, αν ενοχλεί η λέξη) του ανθρώπου, κι έτσι η επιθυμία της ισότητας, η κοινωνία ως μετοχή γίνονται ατμός· κι έτσι ο πολίτης γίνεται άτομο· κι έτσι έρχεται η στιγμή που ανακαλύπτεις ότι η έρημος του πραγματικού σε έχει κυκλώσει, ότι άνεμοι αναγκών και σκοινιά λέξεων έχουνε πεδικλώσει τα πόδια σου, ότι η άμμος έχει στουμπώσει στα ρουθούνια σου. Ασφυξία; Αλλά, είναι όλοι εδώ για να μας σώσουν, όλοι: τράπεζες, «μέσα», κράτος. Αυτή είναι η δημοκρατία τους — αν αυτό είναι δημοκρατία…

«Πειράζει που τα θέλω όλα;!»…

Όλα είναι αλήθεια, και πιο πολύ τα ποιήματα! Χόρτο είναι ο άνθρωπος… Όλοι το ξέρουμε, και πιο πολύ εκείνοι που πάνε στην Ολυμπία μόνο για να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Χόρτο που πάει όπου το φυσήξεις είναι ο άνθρωπος, ζωάκι που το εκπαιδεύεις και το μαθαίνεις να θέλει τούτο και να μην θέλει το άλλο… Θυμάστε μια διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας, λίγα Χριστούγεννα πριν; Ένας νεαρός μ’ ένα λαμπερό και ξέγνοιαστο πρόσωπο κοιτούσε κατάματα τον φακό, εμάς δηλαδή, και ρωτούσε όλο αθώα αφέλεια: «Πειράζει που τα θέλω όλα;!»… Λοιπόν, τώρα τι λες; Μιάμιση γενιά μεγάλωσε μέσα στην έγκαυλη επέλαση των πλαστών ευκαιριών μιας δήθεν ατέρμονης ευμάρειας, μέσα στο σύμπαν της «παγκοσμιοποιημένης καλοσύνης», την ώρα που οι γονείς της έπεφταν αλαλιασμένοι μες στον ορυμαγδό ενός κόσμου που νόμιζαν ότι έχτιζαν. Λοιπόν, τώρα τι λες; Ο νεαρός, είμαι βέβαιος, δεν είχε ακούσει ποτέ ότι αυτό που κρυβόταν κάτω από εκείνο που του έμαθαν να λέει ήταν ίσως το πιο κρίσιμο ζήτημα στην ιστορία της ανθρωπότητας· ότι η ανθρώπινη ελευθερία δεν είναι το ξέφραγο αμπέλι των ονομασμένων και μη επιθυμιών μας· ακόμα περισσότερο, ότι η ανθρώπινη ελευθερία δεν μπορεί να είναι οι γιγαντωμένες ανάγκες που μας υπαγορεύουν μέρα και νύχτα οι τράπεζες και οι βιομήχανοι. Αλλά είμαι βέβαιος ότι σήμερα –σήμερα!– και εκείνος ο νεαρός και όλοι μας θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ότι ναι, «πειράζει που τα θέλαμε όλα», γιατί η ζωή, η κοινωνία, η οικονομία δεν είναι ένα αμπελάκι όπου ο καθένας μπαίνει και τρυγάει το δειλινό σταφύλια νόστιμα, την ώρα που πέρα μακριά κοιμάται και το αφεντικό και ο βεργάτης. Συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο: αυτό που θεωρείς ως δική σου ελευθερία είναι ήδη η δική τους κυριαρχία… Κι έτσι βρίσκεσαι έτοιμος, παιδαγωγημένος κι ετοιμοπαράδοτος: μόνος, να κρατάς στα χέρια την κούφια και ανυπεράσπιστη, τέως αλαζονικά υπερήφανη, ατομικότητά σου. Κι ανακαλύπτεις ότι μπροστά σου είναι πάλι εκείνοι που σου χτυπάγανε παλαμάκια για να χορεύεις στην τάχα ηδονή τής τάχα δικής σου ελευθερίας. Είναι οι ίδιοι: είναι οι τράπεζες, είναι το κράτος, είναι τα «μέσα». Αλλά τώρα σου δείχνουν αυτό που κρύβουν πίσω από τα χαμόγελα… Αυτή είναι η δημοκρατία τους — αν αυτό είναι δημοκρατία…

Διάρρηξη των ορίων, καθαγιασμός της αυτοκρατορίας του εγωισμού, σύγχυση της ελευθερίας και κατάργηση του παρελθόντος και του μέλλοντος δια της ηγεμονίας του τώρα, του εγώ και του θέλω. Δεν είναι γοητευτικό, δεν είναι πρωτόγνωρο, δεν είναι ερεθιστικό να είσαι ένα εγώ διακριτό, ανεξάρτητο από κάθε δεσμευτική συλλογικότητα; Ήρθε, λοιπόν, ήρθε η ελευθερία; Μιάμιση γενιά έμαθε το αλφαβητάριο μιας βολικής Αγωγής του Πολίτου: το κράτος δεν είναι ο παλιός χωροφύλακας των πατεράδων μας, οι τράπεζες δεν είναι οι ανεξέλεγκτοι ληστρικοί μηχανισμοί του χτες, τα «μέσα» δεν είναι οι φανατικές κομματικές φυλλάδες του παρελθόντος. Ποιος είναι αυτός που έζησε σε τούτο τον τόπο τις τρεις-τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, «τη μακρότερη περίοδο αδιατάρακτης λειτουργίας των δημοκρατιών μας θεσμών» –ε;–, και δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει; Τράπεζες ίσον βοήθεια και λύση στις ανάγκες μου –Κράτος ίσον προστασία των δικαιωμάτων μου, μέριμνα για τους θεσμούς και πάνω απ’ όλα αμερόληπτη δικαιοσύνη– «Μέσα» ίσον έλεγχος της εξουσίας, ίσον θεμέλιο της δημοκρατίας.

Απάντησα σωστά, κύριε; Κι αν έχω πει καλά το μάθημά μου, κύριε, τότε τι είναι αυτό που βρωμάει, τι είναι αυτό που είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας; Γιατί αυτή η ατμόσφαιρα ελευθερίας και υποσχέσεων, κύριε, εγέννησε βία γυμνή, εγέννησε φτώχεια, τρόμο, φόβο, θυμό και οργή; Μήπως γιατί, αν αυτή είναι η δημοκρατία σας, κύριε, τότε αυτό δεν είναι πια δημοκρατία;

Ο Λη Κουάν Γιου και ο «ασιατικός καπιταλισμός»

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στο ιταλικό περιοδικό alfabeta (το Νοέμβριο του 2010) ο Σλάβοϊ Ζίζεκ έλεγε κάτι που θα μπορούσε να είναι ο κρυφός προβολέας που φωτίζει όλα τα παραπάνω, όλες εκείνες τις διαδικασίες που πιο πάνω σκιαγραφήθηκαν. Σε ποιον, λέει, θα στήσει αγάλματα το μέλλον, σε εκατό χρόνια από σήμερα; Ένας σίγουρος υποψήφιος είναι ο Λη Κουάν Γιου, για πολλά χρόνια πρωθυπουργός της Σιγκαπούρης. Γιατί; Γιατί «αυτός ανακάλυψε εκείνη την εξαιρετικής επιτυχίας πρακτική που θα μπορούσαμε ποιητικά να αποκαλέσουμε “ασιατικό καπιταλισμό”: ένα οικονομικό μοντέλο ακόμα πιο δυναμικό και πιο παραγωγικό από το δικό μας, αλλά που μπορεί να κάνει χωρίς τη δημοκρατία, μάλλον λειτουργεί καλύτερα χωρίς τη δημοκρατία. Ο Ντενγκ Χσιάο Πινγκ […] πείσθηκε ότι το μοντέλο εκείνο έπρεπε να εφαρμοστεί και στην Κίνα. […] Αν ένα καινούργιο μοντέλο επιβάλλεται και καθορίζει [για την ώρα] κόσμους πολιτισμικά μακρινούς, δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε για τη διεισδυτική του δύναμη. […] Παρατηρούμε στοιχεία του στη Ρωσία και, αν και θα ήταν οπωσδήποτε τρελό να υποστηρίξουμε ότι η Ιταλία έχει εγκαταλείψει κιόλας τη δημοκρατία, βλέπω κι εδώ επίσης τάσεις όχι τόσο για την επίσημη αναστολή της, όσο για την εξουδετέρωσή της: γίνεται προσπάθεια να θεωρηθεί η δημοκρατία ασήμαντη. Ο στόχος είναι να βρεθεί τρόπος ώστε ο λαός να πιστέψει ότι οι μηχανισμοί της δημοκρατίας δεν είναι στ’ αλήθεια σημαντικοί, ότι εκφράζουν ένα τελετουργικό εντελώς καινούργιο».

Αυτό είναι η δημοκρατία τους, γι’ αυτό δεν είναι πια δημοκρατία.

Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ιστορικός

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Αν αυτό είναι δημοκρατία…

  1. Πίνγκμπακ: Αν αυτό είναι δημοκρατία… « Ο Αχινός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s