Για τη δεύτερη, την οικολογική αντίφαση του καπιταλισμού

Standard

του Γ.Π. Στάμου

Χένρυ Μουρ, «Πλαγιαστή μορφή», 1938

Είναι γεγονός ότι η Aριστερά καθυστέρησε να μπει στη συζήτηση γύρω από το οικολογικό ζήτημα. Στην πράξη, είχαμε την πρώτη άξια λόγου συνεισφορά  μονάχα όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο James O’Connor κατέθεσε την ιδέα του σχετικά με τη δεύτερη, την οικολογική αντίφαση του καπιταλισμού. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το πρώτο σχετικό κείμενό του δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Capitalism, Nature, Socialism, τον Νοέμβριο του 1988. Εκεί, διατυπώνει την άποψη ότι η επιδίωξη κεφαλαιακής συσσώρευσης υποβαθμίζει τις συνθήκες της παραγωγικής διαδικασίας και δημιουργεί την οικολογική κρίση, η οποία, εν τέλει, επάγει κρίσεις υποπαραγωγής. Πρόκειται για τη δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού.

Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν κάμπο που για πολλά χρόνια καλλιεργείται ήπια. Από ένα σημείο και μετά οι βελτιώσεις που επέρχονται στις τεχνικές άντλησης υπόγειου νερού (ντιζελομηχανές, κεντρόφυγες, πομόνες κ.ά.) επιτρέπουν την εντατικοποίηση της καλλιέργειας και ευνοούν την εισαγωγή υδροβόρων φυτών όπως, ας πούμε, εσπεριδοειδών. Προδήλως, με τους τεχνολογικούς νεωτερισμούς οι παραγωγικές δυνατότητες του κάμπου αυξήθηκαν σημαντικά, το ίδιο και το κέρδος των αγροτών. Ωστόσο, οι νέες, όλο και εντατικότερες, καλλιεργητικές πρακτικές απαιτούν αυξημένες ποσότητες λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, ενώ αυξάνουν βαθμιαία και τις ανάγκες σε νερό, η αφθονία του οποίου αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών. Τότε οι αγρότες αρχίζουν να σκάβουν όλο και βαθύτερα πηγάδια, να εφαρμόζουν όλο και μακρύτερους πλάγιους τρυπανισμούς ώστε να επεκτείνουν το πεδίο εκμετάλλευσης του νερού, να αγοράζουν όλο και πιο δυνατά αντλητικά συστήματα, να ενισχύουν όλο και περισσότερο τις ποσότητες των χημικών. Αποτέλεσμα, η αύξηση του κόστους της παραγωγής, ενώ η υπεράντληση προκαλεί άνοδο της στάθμης της θάλασσας και, εντέλει, αλάτωση του νερού. Με τη σειρά της, η άρδευση με υφάλμυρο νερό, καθώς και η συσσώρευση λιπασμάτων και υπολειμμάτων από τα φυτοφάρμακα, μειώνει την απόδοση της γης, με τελική συνέπεια μικρότερη αλλά και πολύ ακριβότερη παραγωγή: αντί να επανεπενδυθεί, ένα μέρος του κοινωνικού περισσεύματος θα χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων (αφαλάτωση νερού, απονιτροποίηση εδάφους κ.ά.).

Οι συνέπειες της οικολογικής κρίσης στη σφαίρα της παραγωγής

Σε ό,τι αφορά τώρα τις συνέπειες της οικολογικής κρίσης, όπως αυτή περιγράφηκε στο πιο πάνω, θα γίνουν αισθητές και στη σφαίρα της παραγωγής και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης που χρειάζεται για την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών μας. Πράγματι, ο εξασθενημένος από τα φυτοφάρμακα και πτωχευμένος αγρότης, μαζί και η κουλτούρα φυγής που διαμορφώνεται στην αγροτική κοινότητα οδηγούν στη γήρανση του πληθυσμού και δυσκολεύουν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Να προσθέσω, τέλος, ότι, αν και για λόγους οικονομίας του κειμένου παρέλειψα να τις περιγράψω εδώ, εκτός από τον κάμπο, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις καταγράφονται σε όλες τις φάσεις της κεφαλαιακής κυκλοφορίας, από την παραγωγή των προϊόντων ως τη μεταφορά και την πώλησή τους σε άλλες περιοχές.

Συνοψίζοντας, θα διαπιστώσω ότι, εκτός των άλλων, η παραγωγή αξιών εξαρτάται σε ένα βαθμό και από την προσβασιμότητα στα φυσικά διαθέσιμα. Κατά συνέπεια, οι ιδιαιτερότητες του οικολογικού σχηματισμού ορθώνουν εμπόδια στη διαδικασία καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτό παράγει οικολογικές κρίσεις που απολήγουν σε κρίσεις υποπαραγωγής, καθόσον θα πρέπει να επενδυθεί μέρος του κοινωνικού περισσεύματος στην υπέρβαση των εμποδίων που ορθώνει το οικολογικό σύστημα στις συνθήκες κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Μάλιστα, θα υποστηρίξω,  χωρίς ωστόσο να επεκταθώ στη συζήτηση, ότι σε καιρούς χρηματιστηριακής κυριαρχίας, άλλοτε οι κλασικές κρίσεις υπερπαραγωγής, άλλοτε οι κρίσεις υποπαραγωγής, άλλοτε κι οι δυο μαζί, έρχονται να εξαρθρώσουν τη λειτουργία της συσσώρευσης.

Η ταξική διάσταση των αγώνων για το περιβάλλον

Το βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε σε πρώτη φάση η συζήτηση που ακολούθησε την κατάθεση της ιδέας του O’Connor ήταν ότι ο σκοπός του κεφαλαίου, δηλαδή η αέναη κεφαλαιακή συσσώρευση, εγγράφει μια ταξική διάσταση σε όλους τους αγώνες γύρω από το περιβάλλον. Υποστηρίχθηκε με ιδιαίτερη ένταση ότι το ενδιαφέρον των κατά τεκμήριο φτωχότερων άμεσων παραγωγών (εργατών, αγροτών, χειροτεχνών) είναι δεδομένο, επειδή αυτοί μπορούν να συλλάβουν επαρκέστερα όσα αφορούν στο φυσικό περιβάλλον για δύο λόγους: α) επειδή ως άμεσοι παραγωγοί επηρεάζονται άμεσα από τις συνέπειες της οικολογικής κρίσης, β) επειδή λόγω της φτώχειας οι συνέπειες της κρίσης είναι βαρύτερες γι’ αυτούς παρά για τους εύπορους.

Σε δεύτερη φάση, ωστόσο, ασκήθηκε έντονη κριτική στις απόψεις του O’Connor που εκτιμώ ότι, στο τέλος-τέλος, κατόρθωσε να τοποθετήσει τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Εδώ θα ασχοληθώ με ένα μόνο στοιχείο της σχετικής κριτικής, που υποστηρίζει ότι η ένταξη της συζήτησης για το περιβαλλοντικό ζήτημα στη σφαίρα του οικονομικού, με την προτεραιότητα να ανήκει στην πρώτη αντίφαση, μοιάζει να απομειώνει τη συνεισφορά στους κοινωνικούς αγώνες των κινημάτων κοινωνικής κριτικής που, όπως το οικολογικό, δεν διαθέτουν πρωτεύοντα ταξικό προσδιορισμό. Υποστηρίχτηκε συγκεκριμένα ότι, με το σχήμα του O’Connor, η πρώτη αντίφαση που οδηγεί σε κρίσεις υπερπαραγωγής και η δεύτερη που οδηγεί σε κρίσεις υποπαραγωγής δεν διαφέρουν ποιοτικά. Αντίθετα, σε αμφότερες προσάπτεται, σχεδόν ως προπατορικό αμάρτημα, ένα είδος τελεολογίας, όπου ο οικονομικός ντετερμινισμός που υποτίθεται ότι τις διακατέχει θέλει την καπιταλιστική κρίση να ολοκληρώνεται με την ανατροπή του καπιταλισμού και τον οικο- (αυτή τη φορά) σοσιαλισμό να αποτελεί νομοτελειακά το διάδοχο στάδιο.

Όσο εύλογη κι αν δείχνει, η κριτική που ασκήθηκε δεν αναιρεί το γεγονός ότι η προβληματική του O’Connor θέλει την ουσία της καπιταλιστικής κρίσης στο σύνολό της να είναι την ίδια στιγμή και οικονομική και οικολογική. Μάλιστα, θα συμφωνήσω με εκείνους που βλέπουν την εμπλοκή στη συζήτηση των συνθηκών της παραγωγής ως ευκαιρία να γίνει κατανοητή η οικολογική διάσταση της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας.

Όσο για τον οικονομικό ντετερμινισμό, είμαι της γνώμης ότι μια απάντηση μπορεί να θεμελιωθεί επαρκώς στην ιδέα της διπλής ουσίας της φύσης. Πράγματι, η φύση μπορεί να εκληφθεί α) ως αντικειμενική δύναμη «εκεί έξω», της οποίας ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει τους νόμους (εδώ τους νόμους της οικολογίας) και να δράσει σε συμφωνία με αυτούς, β) ως υλικό το οποίο χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να παραγάγει προϊόντα ή γενικότερα για να πετύχει τους στόχους του.

Ο νεαρός Μαρξ και η αντικειμενοποίηση

Τούτο το τελευταίο εκφράζει την ιδέα της αντικειμενοποίησης που περιγράφει ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844. Εκεί μας λέει ότι κατά την εργασία του, εκτός από τη σωματική δύναμη που αποσκοπεί στην ικανοποίηση των ζωτικών του αναγκών (πείνα, δίψα, αναπαραγωγή), ο άνθρωπος κινητοποιεί και τα ταλέντα του και έτσι στα προϊόντα που παράγει αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό και τις πνευματικές του δυνάμεις (στοχασμό, φαντασιώσεις, παραμυθίες κ.ά — όλα κοινωνικά διαμεσολαβημένα), δηλαδή την ίδια την ανθρώπινη ουσία του, που και αυτή είναι κοινωνικά προσδιορισμένη. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος (ο κοινωνικός πάντα άνθρωπος) γίνεται ο ίδιος αντικείμενο. Δηλαδή, το πορτοκάλι που εκείνος παρήγαγε είναι σαν να φέρει το αποτύπωμα τόσο των σωματικών όσο και των πνευματικών του δυνάμεων. Και, πράγματι, αξίζει να δει κανείς το καμάρι των παραγωγών για το μέγεθος, το σχήμα, το χρώμα και τη γεύση των πορτοκαλιών τους, λες και αυτά αντιπροσωπεύουν όλο το μεράκι τους, εντέλει τον εαυτό τους, άσχετα αν στη συνέχεια τα πορτοκάλια θα πάρουν το δρόμο τους και θα γίνουν το ανώνυμο προϊόν που θα πουληθεί στην αγορά. Στο σημείο αυτό, όπου αποτυπώνεται η διαλεκτική της σχέσης του κοινωνικού ανθρώπου με τη φύση, νομίζω ότι ανοίγει η χαραμάδα μέσα από την οποία εισδύουν στο σώμα της οικοαριστεράς ιδέες που την καθιστούν κατεξοχήν κινηματική.

Για παράδειγμα, κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα μπορούμε να διαπραγματευτούμε το περιβαλλοντικό ζήτημα ως σύμπλοκο κοινωνικών σχέσεων που διαθέτουν δυναμική μετασχηματισμού. Αυτό θα μας πει παρακάτω ότι δεν υφίσταται καμιά γραμμική πορεία προς ένα προδιαγεγραμμένο οικο-σοσιαλιστικό τέλος αλλά ότι, αντίθετα, η έκβαση των κοινωνικών αγώνων αποτελεί διακύβευμα. Θα μας πει, με άλλα λόγια, ότι το νόημα των κοινωνικών αγώνων δεν προϋπάρχει, αλλά παράγεται μέσα στους ίδιους τους αγώνες.

Για την οικονομία του χώρου, παίρνω ως δεδομένο ότι όλη τούτη η προβληματική εδράζεται στην ιδέα ότι ο κατακερματισμός των σύγχρονων κοινωνιών σημαίνει και κατακερματισμένες ανθρώπινες συνειδήσεις. Επομένως, ότι η ανθρώπινη ταυτότητα δεν καθορίζεται μονοσήμαντα από τη θέση του υποκειμένου στην αλυσίδα της παραγωγής — αν πρόκειται για άμεσο παραγωγό, εργάτη, αγρότη, χειροτέχνη ή αν πρόκειται για γραφειοκράτη, διευθυντικό στέλεχος ή καπιταλιστή. Αυτό που έχουμε στην πράξη είναι μια συνύπαρξη πολλαπλών ταυτοτήτων (επαγγέλματος, φύλου, ερωτικής δραστηριότητας, θρησκευτικών και πολιτικών δεσμεύσεων, αθλητικών προτιμήσεων κ.ά.), άσχετα αν, ανάλογα με τη συγκυρία, ένα ή περισσότερα από τα ταυτοτικά στοιχεία αναλαμβάνει/ουν να συναρθρώσει/ουν τα υπόλοιπα σε συνεκτικό όλον.

Η διεύρυνση της προβληματικής

Αυτό συνεπάγεται ότι οι αγώνες για την οικολογία δεν έχουν ως πρώτο στόχο τους ένα καλύτερο περιβάλλον και όλα τα άλλα έπονται (όπως θα μας πει η συντηρητική οικολογία) ούτε όμως ότι είναι και απλό παρακολούθημα της οικονομικής (ταξικής) πάλης (όπως θα ισχυριστεί η συντηρητική Αριστερά). Πολύ περισσότερο, θα δει στη δεύτερη αντίφαση ένα ακόμη στοιχείο/ζιζάνιο που στο επίπεδο της υλικής παραγωγής έρχεται να αποδιαρθρώσει τις ταυτοτικές συγκροτήσεις και τις υποτιθέμενες ισορροπίες της κυρίαρχης οικολογικής αφήγησης.

Εκτός όμως από το ρόλο της ως στοιχείου/ζιζάνιου, η θεώρηση της δεύτερης αντίφασης θα υπογραμμίσει και το γεγονός ότι η συγκρότηση του κοινωνικού υποκειμένου, και μάλιστα ενταγμένη εντός της υλικότητας που χαρακτηρίζει την εργασιακή διαδικασία, είναι μια ακόμη καινοτομία που συνεισφέρει στη συζήτηση η οικοαριστερά. Μάλιστα, θα μας πει ότι η συγκρότηση των κοινωνικών υποκειμένων δεν είναι το απλό μηχανικό αποτέλεσμα/αντανάκλαση της υλικής διαδικασίας. Αντίθετα, στο πλαίσιο της κοινωνίας, η συγκρότηση ειδικά της οικολογικής ταυτότητας έχει μια διάσταση τοπικότητας, ενώ διαμορφώνεται σε σχέση με κάποιο περιβαλλοντικό αντικείμενο, η επίλυση του οποίου σε μια δεδομένη στιγμή γίνεται επείγουσα. Για παράδειγμα, το έλλειμμα αρδευτικού νερού (περιβαλλοντικό αντικείμενο), που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια (δεδομένη στιγμή) στη Θεσσαλία (τόπος) διαμορφώνει συνείδηση υπέρ της εκτροπής του Αχελώου. Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο χαρακτήρας των οικολογικών αλλά και γενικότερα των κοινωνικών αγώνων, και ιδιαίτερα η έκβασή τους, θα διαφοροποιείται ανάλογα με τον χρόνο, τον τόπο και το αντικείμενο, και για τον λόγο αυτό θα έχει χαρακτήρα ενδεχομενικό.

Εν κατακλείδι, η θεώρηση της δεύτερης αντίφασης έρχεται να διευρύνει το εύρος των κοινωνικών δυνάμεων που ενέχονται στη διαδικασία της παραγωγής και αντιστέκονται στη επίθεση του κεφαλαίου. Επιπλέον, έρχεται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο των άμεσων παραγωγών αναφορικά με την πολυπλοκότητα και την ποιότητα των συνθηκών της παραγωγής και να τους καταστήσει μέτοχους των κοινωνικών αγώνων που αναφέρονται στην υπεράσπιση αμφότερων, του κοινωνικού και του φυσικού περιβάλλοντος ως μέσων ζωής.

Ο Γ. Π. Στάμου διδάσκει οικολογία στο ΑΠΘ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s