Η τουρκοσυριακή διαμάχη και οι εξελίξεις στην περιοχή – Τα βιντεο της εκδήλωσης

Standard

Την Τετάρτη 24 Οκτωβρίου, τα Ενθέματα και το RedNotebook διοργάνωσαν συζήτηση με θέμα: «Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: οι εξελίξεις στην περιοχή, στο φόντο της τουρκοσυριακής διαμάχης». Στην κουβέντα συμμετείχαν η Σία Αναγνωστοπούλου (ιστορικός, Πάντειο Πανεπιστήμιο), ο Νιαζί Κιζιλγιουρέκ (πολιτικός επιστήμονας, Πανεπιστήμιο Κύπρου) και ο Νίκος Μούδουρος (πολιτικός επιστήμονας, σύμβουλος του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας). Ακουλουθούν τα βίντεο με τις πολύ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις τους.

«Ε» Συνέχεια ανάγνωσης

Στα Ενθέματα το Σάββατο 27 Οκτωβρίου

Standard

 

Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο του ΕΑΜ

Η αντιφασιστική Αντίσταση των λαών: Άγγελος Ελεφάντης

Πέρα από την τιμωρία και το δράμα: Νικόλας Σεβαστάκης

Το ανεξόφλητο παρελθόν των ελληνογερμανικών σχέσεων: συνέντευξη της Κατερίνας Κράλοβα

Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής: βίος και πολιτεία μιας ναζιστικής οργάνωσης: συνέντευξη του Δημήτρη Ψαρρά

Η ρεμπέτισσα Αγγέλα Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες

Οι άνθρωποι είναι οι πράξεις τους: Βαγγέλης Παπαδάκης

Λέξεις-κλειδιά για το Σχέδιο Ανασυγκρότησης: Χριστόφος Κάσδαγλης

Αλύγιστος: η εφημερίδα των πολιτικών κρατουμένων Λέσβου: Αριστείδης Καλάργαλης

Επετειακές ιστορικές αναλογίες: Αγγέλικα Ψαρρά

Η αντιφασιστική Αντίσταση των λαών

Standard

 του Άγγελου Ελεφάντη

 

Xαρακτικό του Τάσσου, από αντιστασιακό λεύκωμα του ΕΑΜ-ΕΠΟΝ (1943).

Στις 18 Ιουνίου 1940, μετά την κατοχή της Γαλλίας από τον γερμανικό στρατό, τη συνθηκολόγησή της και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την κυβέρνηση Βισύ του στρατάρχη Πεταίν, ο στρατηγός Ντε Γκωλ, από τον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC του Λονδίνου όπου είχε καταφύγει, απηύθυνε στους Γάλλους ένα σύντομο αλλά και πολυσήμαντο διάγγελμα: οι ελεύθεροι Γάλλοι, εκείνοι των αποικιών κι όσοι κατέφυγαν στην Αγγλία, δεν αναγνώριζαν τη συνθηκολόγηση και συνέχιζαν τον πόλεμο κατά των Γερμανών στο όνομα της Γαλλίας. Εν κατακλείδι ο στρατηγός Ντε Γκωλ καλούσε τους Γάλλους σε αντίσταση (resistance) στον κατακτητή και το εγχώριο όργανό του, την πεταινική κυβέρνηση Βισύ.

Ο όρος «αντίσταση» συμπύκνωνε την πρακτική βούληση να συνεχισθεί ο αγώνας κατά του ναζισμού μέσα στις συνθήκες πλέον της Κατοχής. Αυτή η διακηρυγμένη βούληση αντάμωνε ιδεολογικά με τις νωπές, σχετικά, παραδόσεις του αντιφασισμού του Μεσοπολέμου, αλλά και με το παλαιότερο, από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, επαναστατικό εθνικολαϊκό πνεύμα: «Οι πολίτες έχουν υποχρέωση να εξεγείρονται εναντίον της τυραννίας», θέσπιζε ένα άρθρο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789. Ποια άλλη τυραννία θα μπορούσε να είναι πιο απόλυτη κι απάνθρωπη από τη ναζιστική;

Η Αντίσταση ήταν ένα ολοπαγές γεγονός που ξεπήδησε σε όλες τις ευρωπαϊκές κατεχόμενες χώρες: στην Πολωνία, τη Νορβηγία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία (μετά τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο τον Σεπτέμβριο του 1943), τη Γιουγκοσλαβία, την Τσεχοσλοβακία, την Ολλανδία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα, την Αλβανία, στα κατεχόμενα της Σοβιετικής Ένωσης· ακόμη και στην ίδια την Γερμανία έχουμε κάποιες αντιστασιακές εκδηλώσεις. Αλλού οργανώνονται ολόκληροι αντιστασιακοί στρατοί (Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Γαλλία, Ιταλία, ΕΣΣΔ), αλλού η Αντίσταση επιστρατεύει δυναμικές μειοψηφίας σε κατασκοπευτικά δίκτυα, σε δίκτυα σαμποτέρ και συλλογής πληροφοριών στα μετόπισθεν του εχθρού, αλλού επιστρατεύει δυνάμεις και τις κρατά σε αναμονή να δράσουν την κατάλληλη ώρα (ημέρα J), μαζί με τους επίσημους συμμαχικούς στρατούς. Σε κάθε περίπτωση, διεξάγει έναν σκληρό και αποτελεσματικό εν πολλοίς ιδεολογικό αγώνα κατά του ναζισμού ώστε οι ευρωπαϊκοί λαοί να μην αποδεχθούν τη ναζιστική κυριαρχία, να μην προσχωρήσουν στην προοπτική της ναζιστικής Νέας Τάξης. Και δεν ήταν κάτι το αυτονόητο αυτό. Οι επιβλητικές επιτυχίες του γερμανικού στρατού στην πρώτη φάση του πολέμου ήταν τέτοιας έκτασης που μπορούσαν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να δημιουργήσουν ισχυρά λαϊκά ρεύματα προσχώρησης.

Σε κάθε περίπτωση, η Αντίσταση οργανώνεται κόντρα και ενάντια στις κυβερνήσεις των Κουίσλιγκς. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, σε τέτοια έκταση και με τέτοια καθολικότητα, στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Το αντιστασιακό πνεύμα δεν ήταν μυστηριακό, μια λαβωμένη εθνική ψυχή που αφυπνίστηκε αιφνιδίως. Το έφεραν στο προσκήνιο μια σειρά παραγόντων που δημιούργησε ο ίδιος πόλεμος, το είδος του πολέμου που διεξαγόταν, το είδος του αντιπάλου και οι μέθοδοί του. Απλώς θα τους κατονομάσω εδώ:

 Η συντριβή των τακτικών στρατών και η πλήρης χρεοκοπία των κυβερνητικών μηχανισμών εμπρός στην επέλαση της Βέρμαχτ δημιούργησαν παντού ένα πολιτικό και διοικητικό κενό, που δεν κατάφεραν να αναπληρώσουν οι εγκάθετες, και ως εκ τούτου αφερέγγυες, κυβερνήσεις. Το κενό αυτό εκμεταλλεύτηκαν και μέσα σ’ αυτό πολλαπλασιάστηκαν οι αντιστασιακές δυνάμεις, που ανέλαβαν να εκπροσωπούν και να υπερασπίζονται το έθνος. Ούτε οι εξόριστες κυβερνήσεις, χωρίς λαό αυτές και μισθοδοτροφοδοτούμενες από τους Εγγλέζους, ήταν σε θέση να καλύψουν το κενό που δημιούργησε, ακριβώς, η υπερορία τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Πέρα από την τιμωρία και το δράμα

Standard

Για ένα νέο πολιτισμικό υπόδειγμα

του Νικόλα Σεβαστάκη

Έργο του Henri Manguin, 1906

Στο Σημειωματάριο ενός κριτικού, ο αμερικανός κριτικός λογοτεχνίας Ίρβινγκ Χάου προτείνει τον όρο τιμωρητικό μυθιστόρημα (punitive novel) για να χαρακτηρίσει εκείνες τις μυθοπλασίες στις οποίες κυριαρχεί, σχεδόν δεσποτικά, ο πόνος και η ενοχή.[1] Σε αυτή τη λογοτεχνία, διατείνεται, η συσσώρευση μαρτυρίων φτιάχνει έναν «κανόνα του πόνου» ο οποίος υπονομεύει κάθε λυτρωτικό στοιχείο.  Η αφήγηση εξαντλείται στο να μεταδίδει στον αναγνώστη έντονη δυσφορία και πόνο, δίχως να προχωρεί πιο πέρα, αποδίδοντας, λογοτεχνικά, την «πληρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης».

Το λυτρωτικό στοιχείο δεν πρέπει να ταυτίζεται εδώ με το happy ending, τη μαγική επίλυση των δραματικών συγκρούσεων με την οποία ανταμείβεται, ενίοτε, ο υπομονετικός αναγνώστης. Το ζήτημα το οποίο θέτει ο Χάου είναι η πραγματική «των παθημάτων κάθαρσις», και  όχι η εξάλειψή τους σε ένα φινάλε απατηλής εκπλήρωσης.

Από μια άποψη πιστεύω ότι αντιμετωπίζουμε σήμερα ένα ανάλογο πρόβλημα. Το μυθιστόρημα της ελληνικής κρίσης τείνει, όλο και περισσότερο, να λάβει τον χαρακτήρα και το ύφος μιας «τιμωρητικής νουβέλας». Οι εξιστορήσεις απωλειών και η περιγραφή των συλλογικών και προσωπικών μας δεινών αντιστοιχούν σε έναν «κανόνα του πόνου». Έτσι, οι μνημονιακές δυνάμεις επιμένουν στην καθολική ενοχή και η Αριστερά στην ενοχή συγκεκριμένων συμφερόντων και πρακτικών. Οι πρώτες χειρίζονται τον πόνο για να νομιμοποιήσουν τα χειρουργεία των αλλεπάλληλων μέτρων. Και η Αριστερά όμως, παρά τις αναφορές στην ελπίδα, δείχνει κυρίως προς τα σημάδια των καταστροφών που επήλθαν και προς αυτές που, μάλλον, θα συμβούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Το ανεξόφλητο παρελθόν των ελληνογερμανικών σχέσεων

Standard

Συνέντευξη της Κατερίνας Κράλοβα στον Σπύρο Κακουριώτη

 

Kατερίνα Κράλοβα

Οι ταραγμένες σχέσεις Ελλάδας – Γερμανίας, από την περίοδο της Κατοχής μέχρι και τις μέρες μας, αποτελούν το αντικείμενο έρευνας της ιστορικού Κατερίνας Κράλοβα, καθηγήτριας στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας. Η μελέτη της Τσέχας ιστορικού, που ειδικεύεται σε θέματα σύγχρονης ελληνικής και βαλκανικής ιστορίας, πρόκειται να κυκλοφορήσει τους επόμενους μήνες και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, με τον (προσωρινό) τίτλο Το ανεξόφλητο παρελθόν: Οι ελληνογερμανικές σχέσεις στη σκιά του ναζισμού, προσφέροντας μια διαφορετική, «από τα έξω», ματιά σε αυτή τη σχέση. Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε μαζί της, με επίκεντρο τα ζητήματα των αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου.

Σπ. Κ.

Μπορείτε να μας δώσετε μια γενική εικόνα για το βιβλίο σας;

Το Ανεξόφλητο παρελθόν, που εκδόθηκε φέτος από τον έγκυρο επιστημονικό εκδοτικό οίκο της Πράγας Karolinum, αφορά το μη επαρκώς ερευνημένο θέμα των ελληνογερμανικών σχέσεων μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται ίσως για τη μοναδική μελέτη που επιχειρεί να καλύψει όλη αυτήν την περίοδο και επιχειρεί μια διερεύνηση των διαδικασιών με τις οποίες η ελληνική κοινωνία διαχειρίστηκε την κληρονομιά της ναζιστικής κατοχής, ιδιαίτερα δε το θέμα των εγκλημάτων πολέμου, όπως και των γερμανικών αποζημιώσεων για τα θύματα. Τα θέματα αυτά αναλύονται σε επίπεδο πολιτικό και νομικό, ενώ επισημαίνεται ο ρόλος που διαδραμάτισαν τα οικονομικά συμφέροντα στις ελληνογερμανικές σχέσεις.

Γερμανοί στρατιώτες στη Θεσσαλονίκη, καθ’ οδόν προς την Αθήνα, Απρίλιος 1941 (Bundesarchiv, Koblenz)

Πώς και ασχοληθήκατε με ελληνικό θέμα;

Δεν είναι η πρώτη φορά που καλούμαι να δώσω απάντηση στην ίδια λίγο-πολύ στερεότυπη ερώτηση: Γιατί εγώ, μια Τσέχα ιστορικός, χωρίς ελληνικές ή γερμανικές ρίζες, αποφάσισα να ασχοληθώ με το θέμα. Έχω σπουδάσει στη Γερμανία και στην Ελλάδα, όμως, πέραν των προσωπικών σχέσεων που απέκτησα με την Ελλάδα και τους πολίτες της, το αρχικό έναυσμα συνδέεται με την αντίληψη ότι στην ιστορία δεν υπάρχουν «εθνικές αποκλειστικότητες». Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: Τα πλέον φρικτά γεγονότα μπορούν κατ’ επανάληψη να σημειωθούν σε εντελώς διαφορετικές χώρες, ανεξαρτήτως πολιτικών συγγενειών ή γεωγραφικών αποστάσεων. Χάρη στους Έλληνες φίλους μου γνώρισα πιο καλά την ιστορία της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, συνειδητοποιώντας πως οι Γερμανοί κατακτητές δεν εξολόθρευσαν χωριά μόνο στην πατρίδα μου, ότι δεν ήταν μόνο οι Εβραίοι της Κεντρικής Ευρώπης που οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων, ότι δεν ήταν μόνο στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ που συνεργάτες των κατακτητών πέρασαν στην υπηρεσία των νέων καθεστώτων παραμένοντας ατιμώρητοι, ενόσω τα πραγματικά θύματά τους μάταια περίμεναν κάποια δικαίωση.

Πώς κρίνετε τη στάση της Γερμανίας απέναντι στις διεκδικήσεις ιδιωτών, όπως του Διστόμου;

Τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’60 η Ομοσπονδιακή Γερμανία προβάλλει σταθερά τον ισχυρισμό ότι τις νομικές υποχρεώσεις προς τα πληγέντα κράτη τις έχει εκπληρώσει. Στις πρωτοβουλίες που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις της Βόννης κυριαρχούσαν τα πολιτικά συμφέροντα της Γερμανίας, τα οποία ενδεχομένως υπαγόρευαν θετική στάση προς τους εταίρους της. Οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι της Δ. Γερμανίας αποδείχτηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικοί σε ό,τι αφορά την αποφυγή δημιουργίας οποιουδήποτε δεδικασμένου, ακόμα και στις περιπτώσεις που η χώρα προέβαινε σε διάφορες φιλικές χειρονομίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το θέμα του ηθικού χρέους συρρικνώθηκε στην υποχρέωση της Γερμανίας να εξοφλήσει κάποιες οικονομικές διεκδικήσεις. Μετά το 1989, το επίκεντρο του δημόσιου λόγου μετατοπίστηκε από την απάλειψη των αδικιών του παρελθόντος στη βελτίωση των σχέσεων, από τη συμφιλίωση στη συγγνώμη. Ωστόσο, από νομικής πλευράς η προσέγγιση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως κανονιστική πραγματικότητα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ Νέας Υόρκης για την 28η Οκτωβρίου

Standard

Η αντίσταση του ελληνικού λαού κατά την περίοδο του ’40 ενάντια στον ιταλικό και τον γερμανικό φασισμό και η Εθνική Αντίσταση κατά την περίοδο του Κατοχής έχουν μεγάλη ιστορική σημασία αλλά και επικαιρότητα.

 Οι επιθέσεις τις οποίες έχουν εξαπολύσει η Τρόικα και οι ελληνικές κυβερνήσεις ενάντια στους εργαζόμενους τα τελευταία χρόνια,η μαζική εξαθλίωση, η φτώχια και μαζική ανεργία,η βία της αστυνομίας και της νεο-ναζιστικής οργάνωσης την οποία συστηματικά υποστηρίζει, η παραβίαση των πολιτικών δικαιωμάτων, τα βασανιστήρια διαδηλωτών, δεν ευνοούν απλώς τους ιστορικούς παραλληλισμούς. Αποτελούν απόδειξη του ότι οι οικονομικές κρίσεις, οι οποίες είναι βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με την πολιτική και κοινωνική κρίση.

 Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα καλεί σε διαρκή αγώνα και αντίσταση με τελικό στόχο την ανατροπή των πολιτικών της οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης. Καλούμε και εμείς με την σειρά μας τον Ελληνικό λαό και τους λαούς ολόκληρης της Ευρώπης, οι οποίοι υποφέρουν κάτω απο ανάλογες επιθέσεις και  τις ίδιες εκβιαστικές πολιτικές, σε μαζική συμμετοχή στις απεργίες των επόμενων ημερών, σε διαδηλώσεις και εκδηλώσεις πολιτικής και κοινωνικής αντίστασης. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής: βίος και πολιτεία μιας ναζιστικής οργάνωσης

Standard

Με την ευκαιρία του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε

Από τη Δευτέρα που βρίσκεται στις προθήκες, Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής. Ντοκουμέντα από την ιστορία και τη δράση μιας ναζιστικής οργάνωσης (εκδ. Πόλις) του Δ. Ψαρρά έχει «κυκλοφορήσει» όσο λίγα βιβλία στα social media.Το ενδιαφέρον αυτό αντανακλά σίγουρα την αυξημένη ανησυχία για τη δράση της Χρυσής Αυγής, αλλά και την εγνωσμένη  αξία των έργων του συγγραφέα (θυμίζουμε και το προηγούμενο βιβλίο του για το ΛΑΟΣ). Η Μαύρη Βίβλος αποτελεί μια ακτινογραφία της δράσης της Χρυσής Αυγής, από το 1980 μέχρι σήμερα, τεκμηριώνοντας με πλούτο στοιχείων τον εγκληματικό και ναζιστικό της χαρακτήρα, απαραίτητη για να κατανοήσουμε τη δράση της, αλλά και για να τη σταματήσουμε. Με την ευκαιρία αυτή, ο Δημήτρης Ψαρράς απαντάει στα ερωτήματα που του θέσαμε.

συνέντευξη του Δημήτρη Ψαρρά στον Στρατή Μπουρνάζο και τον Κώστα Τερζή

.Στη σύγχρονη μιντιακή αρένα, κάποιοι ίσως θα ήθελαν να «παρουσιάσεις» το βιβλίο σου με ένα τηλεοπτικό ντιμπέιτ με τον Ηλία Κασιδιάρη ή, έστω, τον μητροπολίτη Πειραιώς. Θέλουμε λοιπόν να σου θέσουμε δύο ερωτήσεις: Πρώτον, νομίζεις ότι τέτοιες «συνυπάρξεις» και «αντιπαραθέσεις» στην τηλεόραση ωφελούν και αν ναι, με ποιους όρους; Δεύτερον, πώς πιστεύεις ότι μπορεί να επηρεάσει σήμερα μια εργασία σαν τη δική σου τις τάσεις που διαμορφώνονται, έστω στο χώρο της διαμεσολαβημένης «συμβολικής» αντιπαράθεσης;

 Κατά τη γνώμη μου, καμιά συνύπαρξη και τηλεοπτική αντιπαράθεση με τους ναζιστές δεν θα ’πρεπε να είναι ανεκτή. Ποιος διάλογος μπορεί να στηριχτεί στο αν έκανε καλά ο Χίτλερ που εξόντωσε τους Εβραίους ή στο αν οι μετανάστες και οι Ρομά είναι σκουπίδια; Κατανοώ τη δίψα των καναλιών για παρόμοιες αντιπαραθέσεις, αλλά θεωρώ ότι αυτές οι συναντήσεις είναι εξαρχής υπονομευμένες. Καταλήγουν σε φασαρία, βαβούρα, βρισιές, ακόμα και σωματική βία. Το αποτέλεσμα είναι πάντα να βγαίνει ωφελημένος εκείνος που έχει πολιτικό πρόγραμμα την ίδια την άσκηση βίας. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων με τους ναζιστές είναι αδύνατη, και όσοι την επιχειρούν αφελείς ή καιροσκόποι.

Έχω ακούσει τον αντίλογο ότι ακόμα και ο χειρότερος κακούργος έχει δικαίωμα να ακουστεί. Βεβαίως, αλλά κανείς δεν του δίνει τον λόγο για να εγκωμιάσει το έγκλημά του. Και ασφαλώς δεν καλεί τα θύματά του ή τους υποψήφιους στόχους του να συζητήσουν μαζί του. Αν κάποιος Χρυσαυγίτης θέλει να μας εξηγήσει για ποιο λόγο συμμετείχε σε μια επίθεση κατά αριστερών πολιτών, φοιτητών ή μεταναστών, πολύ ευχαρίστως να τον ακούσουμε. Και εμείς και η δικαιοσύνη. Όσο για το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, θα ήμουν ευτυχής αν το βιβλίο μου χρησίμευε σε όσους αναζητούν το πραγματικό πρόσωπο αυτής της οργάνωσης και δεν αρκούνται στις λουστραρισμένες εκδοχές του χρυσαυγίτικου λάιφ στάιλ που προβάλουν οι ισοπεδωτικές τηλεοπτικές εκπομπές.

Ποιος είναι ο βασικός στόχος του βιβλίου, τι επιδίωκες γράφοντάς το;

 Εδώ και πολλά χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, παρακολουθούσαμε από τη στήλη του «Ιού» στην Ελευθεροτυπία τη δράση αυτής της οργάνωσης και καταγράφαμε τα εγκλήματά της με όσο πιο σαφή τρόπο μπορούσαμε. Πολλές φορές κατηγορηθήκαμε για εμμονή με την Ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή ειδικά. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν δικαίωσαν εκείνους που μας έψεγαν. Με το βιβλίο επιχειρώ μια συνθετική παρουσίαση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής, από το μακρινό 1980 που πρωτοεμφανίστηκε μέχρι σήμερα. Σκοπός μου είναι να μην έχει πια κανένας το επιχείρημα ότι δεν γνώριζε περί τίνος πρόκειται. Και, βέβαια, επιχειρώ να ανατρέψω ορισμένους αστικούς μύθους που συνοδεύουν την άνθηση της Χρυσής Αυγής: κυρίως την περίφημη «κοινωνική δράση» ή το ρόλο της ως «βοηθού υπερηλίκων». Και τα δύο είναι κατασκευάσματα της χρυσαυγίτικης προπαγάνδας, με τη συνεργασία δυστυχώς μεγάλων μέσων ενημέρωσης.

«Das Drahtzieher» (αυτός που κινεί τα νήματα): αντισημιτική αφίσα του «Λαϊκού Μετώπου» (ονομασία με την οποία κατέβηκαν οι ναζιστές στις εκλογές), 1924: ο παντοδύναμος εβραίος καπιταλιστής, που εκμεταλλεύεται τον πόλεμο και τον πληθωρισμό για να θησαυρίσει, αποτελεί βασικό μοτίβο της ναζιστικής προπαγάνδας.

Μια από τις απόψεις που τεκμηριώνεται, με πληθώρα στοιχείων, στο βιβλίο είναι ότι η Χρυσή Αυγή αποτελεί ναζιστική, και όχι φασιστική οργάνωση.

Η Χρυσή Αυγή είναι μια οργάνωση με τρεις δεκαετίες δράση. Ο ηγετικός της πυρήνας παραμένει σχεδόν αναλλοίωτος γύρω από τον Ν. Μιχαλολιάκο και τον Χρ. Παππά. Προέρχεται από το Κόμμα Τετάρτης Αυγούστου του Κωνσταντίνου Πλεύρη, το οποίο επιχείρησε ανεπιτυχώς να εμφυσήσει τα φασιστικά του πιστεύω στους συνταγματάρχες. Η ομάδα Μιχαλολιάκου συγκροτήθηκε στη μεταπολίτευση με αυστηρά ναζιστικό προσανατολισμό, κρατώντας δηλαδή ιδεολογικές αποστάσεις από τον ιταλικό φασισμό, τη δικτατορία Μεταξά και τη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Ο λόγος είναι ότι όλα αυτά τα καθεστώτα δεν διαθέτουν τον πυρήνα του ναζισμού, που δεν είναι άλλος από τον φυλετικό ρατσισμό και τον ακραίο αντισημιτισμό. Ο ναζισμός επιπλέον δεν είναι κρατικιστικός όπως ο φασισμός, αλλά επιδιώκει τη συγκρότηση της «φυλετικής εθνικής κοινότητας».

 Θεωρείς κρίσιμο, και στο βιβλίο αλλά και γενικότερα στην αρθρογραφία σου, τον χαρακτήρα αυτό της ναζιστικής οργάνωσης. Για ποιους λόγους στέκεσαι σε αυτό, τι συνεπάγεται;

 Ο πρώτος λόγος είναι ότι ο χαρακτηρισμός «φασίστας» είναι τόσο πολύ χρησιμοποιημένος, ώστε περιλαμβάνει από τον οπαδό του Μουσολίνι έως τον διπλανό μας που μας ενοχλεί. Στο καθημερινό λεξιλόγιο χρησιμοποιείται με την ίδια σχεδόν συχνότητα που χρησιμοποιείται η λέξη «μαλάκας». Ασφαλώς θα σημειώσατε ότι με κάθε ευκαιρία αποκαλεί «φασίστες» και ο Μιχαλολιάκος όσους δεν συμφωνούν μαζί του. Ο δεύτερος όμως, και σημαντικότερος, λόγος είναι ότι αν δεν αντιληφθούμε την ιδιαιτερότητα του ναζισμού δεν θα κατανοήσουμε το ρόλο της βίας ως όρου ύπαρξης της Χρυσής Αυγής. Για τους ναζιστές, όσοι δεν ανήκουν στην άρια φυλή είναι «υπάνθρωποι», ισοδύναμοι του ζώου, άρα αναλώσιμοι. Τόσο οι μετανάστες όσο και οι «ανθέλληνες», οι αριστεροί, για το λόγο ακριβώς ότι προδίδουν τη φυλή. Όταν μιλούν για «σκουπίδια» οι Χρυσαυγίτες, το εννοούν. Η Χρυσή Αυγή ακολουθεί πιστά το ναζιστικό υπόδειγμα, και η βία που ασκεί ακόμα και μπροστά στις κάμερες δεν είναι τίποτα άλλο από την εφαρμογή στην πράξη του δόγματός της.

Η Χρυσή Αυγή υπάρχει εδώ και 32 χρόνια. Ωστόσο, κατάφερε να έρθει στο προσκήνιο και να αποτελέσει υπολογίσιμο παράγοντα μόνο τα τελευταία δύο χρόνια. «Ξαφνικά», θα έλεγε κανείς. Ποιοι είναι λόγοι που το πέτυχε σε αυτή τη συγκυρία, γιατί βρίσκει απήχηση;

Η Χρυσή Αυγή κεφαλαιοποίησε την οργή και την απελπισία μερίδας του πληθυσμού που πλήττεται από την πολύπλευρη κρίση. Ο τσαμπουκάς, το υβρεολόγιο και η ανοιχτή βία φάνηκαν ότι εκφράζουν μια «άλλη» και «αποφασιστική» απάντηση στο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Όμως δεν θα ήταν δυνατή η γιγάντωση της οργάνωσης αν δεν της είχε ανοίξει το δρόμο το ΛΑΟΣ, το οποίο με την υπερψήφιση του Μνημονίου εξαερώθηκε, αλλά είχε πρώτα προλάβει να γίνει δεκτό ως κυβερνητικός εταίρος των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Την τελευταία ώθηση στη Χρυσή Αυγή έδωσαν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ πριν τις εκλογές με τις σπασμωδικές δηλώσεις υπέρ του νόμου και της τάξης και τον ανταγωνισμό τους σε αντιμεταναστευτικό οίστρο. Τα ίδια συνεχίζονται σήμερα με την χρυσαυγίτικης έμπνευσης επιχείρηση «Ξένιος Ζευς». Συνέχεια ανάγνωσης